Ο Σάνσελλορ · Jules Verne (translated by Panagiotes I. Phermpos)

Chapter 8: Η'

— Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου — Ο πλους εξακολουθεί επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου (ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν τω πλοίω ανωμαλία.

Και όμως «κάτι τι τρέχει!»

Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ. Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του Σάνσελλορ, όπερ απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το φυλάττωμεν στενώς!

Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:

«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του.

— Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.

— Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες
φώκες;»

Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω περισσότερον.

Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του πλοίου;

Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη πειθαρχίαν σιδηράν.

Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το φαινόμενον να παρατηρήσω.

Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον, όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με διαφεύγει.

Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου. Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.

Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης, κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο Σάνσελλορ αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία, αλλ' όμως «δεν παραπονείται».

Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του δεξιού τοίχου του πλοίου.

Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!

Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην, ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.

Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ, παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών των δύο τοίχων του πλοίου.

Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια, και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.

Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του Σάνσελλορ, επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως.

Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να διατυπώσω, μοι λέγει:

«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»