— Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου. — Ο άνεμος άρχεται πνέων από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε Σάνσελλορ υπό τους δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [21] , εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23].
Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το επίστεγον.
Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.
Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την ώραν (25).
Ει και ο Σάνσελλορ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή, ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.
Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε, δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος εξηκολούθει ενάντιος, ο Σάνσελλορ έτι μάλλον βυθίζεται εις τον Νότον.
Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον:
«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;
— Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο
Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.
— Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η
αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του! . . . Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού;
— Όχι, τώρα πρώτην φοράν.
— Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως
προς την οποίαν πλέομεν;
— Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.
— Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;
— Ό τι και εγώ.
— Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του
εις την Κίναν;
— Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.
— Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.
— Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον
εις απώλειαν.
— Αλλ' αν είνε τρελός;
— Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να
κάμω.»
Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί του Σάνσελλορ!
Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία, τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς Νότον.
Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο Σάνσελλορ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.
Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.
Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28] διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών — ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά τινας στιγμάς ο Σάνσελλορ, έχων πάντας τους ιστούς κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν τω μέσω λειμώνος απεράντου.