— Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι! Αίφνης αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω!
Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις επί του χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και καταπίπτω επί του κρηπιδώματος.
Αι πρώται μου δε λέξεις είνε:
«Νερόν γλυκύ!
— Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε
εδώ πλησίον!»
Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να καταβληθώσι και αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου.
Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και κύψας έξω της σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων.
Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, οι άλλοι ορμώσι προς την ζείδωρον [103] ταύτην πηγήν. Πας τις ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας χείρας προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι θαύμα εγένετο. Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η έκστασις διαδέχεται την δεινήν μανίαν!
Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς.
«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ.
— Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο
Ροβέρτος Κόρτις.»
Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία ακτίς φαίνεται που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον του υγρού τούτου κύκλου!
Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι αισθήσεις δεν μας ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη.
«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος εκτείνων την χείρα προς Ζέφυρον (Δ).
— Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης.
— Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος
έχων ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων από των εκβολών του!»