— Τη 27 Ιανουαρίου. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των κυμάτων. Παρατηρώ δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν άριστον.
Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον. Αλλά το ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την θάλασσαν επί ακτίνος εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον ολίγας οργανιάς μακράν το ποθεινότατον ιστίον!
Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης ερήμην!
Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας τας χθεσινάς ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η γη, και εγώ επανέρχομαι εις την πραγματικότητα και ενθυμούμαι! Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία θανατική εκτέλεσις.
Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι αποδεικνύοντες τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ ταπεινώνω τους εμούς.
Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου γυρίζει ως εν τη μέθη.
Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν της θείας Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών το λεπτόν και ιδρώς αγωνίας με περικαλύπτει όλον.
Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του ιστού, εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει τις καλώς ότι δεν θα επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του πλοιάρχου, αλλ' όμως η όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων διά του βλέμματος και μόνου.
Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών οφθαλμών του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των!
Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της σχεδίας.
Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί.
«Τέλος πάντων!» αναφωνεί.
Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ.
Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι προς την πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον πέλεκυν του!
Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν.
Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται.
«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης.
— Ο κλήρος με υπέδειξεν . . .» απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του, ανακράζων μετά μυκηθμού.
«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την θάλασσαν το πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!»
Ο τλήμων!
Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας προβάς αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων:
«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!»
Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως, ώστε δεν δύναται πλέον να κινηθή.
Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των, σύρουσιν αυτό προς την πρώραν της σχεδίας.
Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η φρίκη με προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ. Λετουρνέρ και των δημίων του, αλλά δεν δύναμαι!
Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους ναύτας οίτινες εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του είνε γυμνοί.
«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ αισθανόμεθα ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα σας. Αλλά δεν θα με καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!»
Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί:
«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας, και αύριον έχετε το υπόλοιπον! . . .
Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς . . .
«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας.
Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ ήττον δε και εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών. Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την συμπλοκήν . . . αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν . . .
Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε ανώτερος της θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι τινές ύδατος εισδύουσι.»
Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ!