Ο Σάνσελλορ · Jules Verne (translated by Panagiotes I. Phermpos)

Chapter 54: ΝΔ'

— Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ ελάτρευε τον υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην της ιδίας ζωής, τω την δίδει.

Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι πλέον. Οι στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα του θύματος όπερ έλαχεν αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον ακόμη, αλλ' όμως τα χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των, έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες σαρκοβόρων, μετά της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι λοιπόν να επιπέσωσιν επί του θύματός των και να το καταβροχθίσωσι ζων;

Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το υπόλοιπον του ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η έκκλησις αύτη εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν έμελλον να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, έτοιμος να αναλάβη το έργον του κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.

Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς.

«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν; Μόνον μίαν! Εάν αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη βορά σας; . .»

Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι φαίνεται ότι η νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν, το πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών εκείνων οπτασιών, άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων! Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν;

Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας παρακλήσεις ημών προς τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη αυτή εννοία, ικετεύομεν τους συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τους άλλους . . .

Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται.

Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής υποκώφου λέγει:

«Αύριον τα 'ξημερώματα!»

Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε πλοίον, η φρικαλέα θυσία θα τελεσθή.

Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου τινός προσπαθείας συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να ίδωσι καν την θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον!

Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς πρώτον απέβλεψε προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας . . . Ουδείς ελλείπει. Τις λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του! Αμφότεροι δε, ο τε κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει απλώς ότι η κλήρωσις δεν απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά περισσότερον. Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος, σχεδόν μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι ο υιός του εσώθη. Τα δύο ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την πρύμναν της σχεδίας και κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή.

Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι ενεποίησεν η παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της Θείας Προνοίας. Δεν θα ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα ετόλμων να βεβαιώσω ότι εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν μίλια τινα από τον άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται εις πράγματα.

Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο Ανδρέας πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν είξευρεν ότι αύριον! . . .

Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω. Πιστεύει δε ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα φεισθή των επιζώντων επιβατών του Σάνσελλορ, και επιδαψιλεύει τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε αι έσχαται.

Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ κλίνει εις το ους μου και λέγει:

«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι . . .»

Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν από των οφθαλμών του . . .

Εγώ δε είμαι όλως εύελπις.

Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον ορίζοντα εφ' όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος, αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της αύριον ιστίον ή γη θα φανή που.

Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω βλέμματι αυτών την ζωήν των όλην.

Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον τι θα προσεγγίση εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία ημών άμα τη ημέρα.