Ο Σάνσελλορ · Jules Verne (translated by Panagiotes I. Phermpos)

Chapter 53: ΝΓ'

— Τη 26 Ιανουαρίου — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την ήκουσαν και πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη κατασταθή προκατάληψης, ήν ουδείς ετόλμα να διατυπώση.

Θα ριφθή κλήρος!

Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.

Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.

Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του Ανδρέου Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε προτεινομένη εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις Χέρμπυ θα υποστή την κοινήν τύχην.

Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο αρχιναύτης, όν η πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει δίκαιον. Άλλως τε ουδείς ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας τινάς ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει τούτο και δεν φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή δύο ημέρας, να μη συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει, όπερ και γενήσεται.

Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω πυθμένι τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου αποσπασθέντος εκ του σημειωματαρίου του.

Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το τελευταίον εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.

Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, «Εγώ!» αποκρίνεταί τις ημών.

Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.

Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη του καταπίπτει επί των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.

Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να απαγγείλης τα ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι τούτου!

«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.

Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα κλήρον, τον αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον όνομα και το εγχειρίζει εις τον έχοντα το όνομα τούτο.

Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν χαράς.

Δεύτερον, το του Φλαίπολ.

Τρίτον, το του αρχιναύτου.

Τέταρτον, το του Φάλστεν.

Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις.

Έκτον, το του Σάνδον.

Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.

Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι πιθανότητας. Τέσσαρες καλαί, μία κακή.

Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.

Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.

Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν ανεσκίρτησε.

Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!

Το ένατον όνομα;

«Λετουρνέρ!

— Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.

— Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.

Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.

«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το όνομα υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. Λετουρνέρ.

Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ θέλει να καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. Εισάγει την χείρα εις τον πίλον, εξάγει τον προτελευταίον κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' ευσταθείας, ήν ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:

«Δαούλας!»

Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του.

Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν ουδόλως ανοίξας σχίζει.

Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της σχεδίας, αλλ' ουδείς προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού αναγινώσκω; Ανδρ . . .

Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των χειρών το τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με μετά σοβαρότητος, το ρίπτει εις την θάλασσαν.