— Τη 10 Ιανουαρίου. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η αυτή θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη καταστάσει της ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να κοιμηθώ.
Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία.
Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό την σκηνήν, εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι συμβαίνει.
Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το έπακρον εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη πρύμνη, εγείρεται, και μαθών τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί να τους πραΰνη.
«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας περιφέρων βλέμμα άγριον.
— Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης,
εχάθη εκείνο που μας ειχε περισσεύση.
— Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι
ναύται.
Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας, εγείροντας τα ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι τας ερεύνας των άνευ τινός αποτελέσματος.
Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει:
«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην.
— Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ.
Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον.
«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η σκηνή.
— Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα.
— Πρέπει να ιδούμεν!
— Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης.
— Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας
κατηγορούμεν . . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το μερτικόν του, που δεν το ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το κομμάτι, εκαταλάβατε;
— Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων.
Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις τους ταλαιπώρους τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με καταλαμβάνει. Μήπως ο κ. Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη . . . Εάν το έπραξε, θα κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων.
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο Ροβέρτος Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του είνε βεβυθισμέναι εντός των θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε ωπλισμέναι.
Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ. Λετουρνέρ ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται ηρεύνησαν μέχρι και των αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην ευτυχώς.
Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο άφαντον, είχε ριφθή εις την θάλασσαν.
Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό φρικαλέου απελπισμού.
Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ. Λετουρνέρ· αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί.
Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί στιγμήν την κεφαλήν.
Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα παρακολουθήματα της πράξεως ταύτης;