— Τη 8 Ιανουαρίου — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω νεκρώ του ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα δεηθή υπέρ αναπαύσεως αυτού.
Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. . . μάλιστα! έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του ενδυμάτων, θα το βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι δεν θα επιπλέη.
Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας προφυλάξεις ίνα μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά θα παραδοθώσιν εις την μητέρα του, αν τις εξ ημών επιζήση.
Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα τω χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης.
Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και αιματόφυρτος.
Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του καμάτου την νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις έπραξε τούτο;
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά του φοβερά. Αλλά τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων στεναγμών. Ίσως μας παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών!
Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα κύματα, αυτό δε πάραυτα καταβυθίζεται.
«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!»
Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ.
Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου.
«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι . . .
— Τον πόδα; . . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου
φωνής παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των!
— Δικαίωμά των! ανεφώνησα.
— Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς
νεκρόν παρά ζωντανόν!»
Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν ειξεύρω τι να αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας κατακλίνομαι.
Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις από πρωίας έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν διά του ονόματος «στοκοφίσι».
Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους ιχθύς και οι ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις δεκατέσσαρας ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του.
Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν ειπείν ζώντας, οι πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την δύναμιν να προσμένωσιν. Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την γενναιότητα ταύτην και έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα!
Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων άλλων, αλλ' επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει φάγη από τοσούτων ημερών, πώς ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω.
Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε τας ορμιάς του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης· διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου.
Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον προτρέπω να επαναλάβω την απόπειράν του.
«Ναι! μοι λέγει, ναι . . . αναμφιβόλως . . . θα επαναλάβω! . . . . θα επαναλάβω! . . .
— Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα.
— Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα
διά τα μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν, και πρέπει να κάμνωμεν και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε αποφάγια διά δόλωμα!»
Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον.
«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς δόλωμα . . .
— Είχα . . .
— Καλόν;
— Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!»
Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με.
«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου;
— Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ
λέξιν επειπών μ' εγκαταλείπει.
Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ' αυτών μικράν τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον να επιτύχη και εκ δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς;
Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών άνεσις, είνε η σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η διάνοια ημών δεν είνε προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου ενεστώτος και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ, Φάλστεν, ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου ημών συντελεσθέντα, επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς, το κάθισμα του πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα, πάντα τα απρόοπτα εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα παρήλθον, και ημείς ζώμεν έτι!
Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν και δεκατρείς.
«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής δυσχερείας θα εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!»
Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ νέου τας ορμιάς από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να επιτρέψη την φροντίδα ταύτην.
Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των διαπύρων αυτού οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν με ήκουσεν ερχόμενον.
Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με.
«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα;
— Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα
δολώματά μου! απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου.
— Και δεν έχεις άλλα;
— Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς
προσθέτει σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη κανείς τα πράγματά του 'μισά . . .»
Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα . . .
Ταλαίπωρε Ουάλτερ!