Ο Σάνσελλορ · Jules Verne (translated by Panagiotes I. Phermpos)

Chapter 39: ΛΘ'

— Τη 5 και 6 Ιανουαρίου. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι διατελούμεν, είνε τοιαύτη, ώστε κατέβαλε και τους δραστηριωτάτους.

Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα ενθέρμως τον νέον Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν.

«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να με καταράσθε.

— Σε, Ανδρέα;

— Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας
ταλαιπωρίας σας!

— Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ,
ερχομένη πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!».

Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα ταύτην.

Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα υπό της υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται αθλίως, αλλ' ουδέν παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και δεν θα καταβληθή ευχερώς.

«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν της πείνης;

— Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως.

— Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη;

— Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους
ημέρας

— Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν'
αλήθεια;

— Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν
τρόπον τινά!».

Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον λόγον τινά παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε παν συναίσθημα φιλανθρωπίας απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο πατήρ του, ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων λαμπρών οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο λαλών ούτω.

Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει ταπεινή τη φωνή.

«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν;

— Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα
πάντα να πράξω χάριν της νεάνιδος.

— Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο
δυνατόν να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα ρίψετε το πτώμα μου εις την θάλασσαν.

— Μις Χέρμπυ, έπταισα . . .

— Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι
ελαλήσατε όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου. Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε . . , αλλά νεκρά . . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις την θάλασσαν».

Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και αισθάνομαι τους ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους εμούς.

Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε ούτω δειναί, ώστε μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν νάρκη. Συνερχόμενος δε εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας μου.

Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις ταύτας είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε μικρός το ανάστημα, έχων φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών συνεχώς μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως έχων τους οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς του, το όλον δε του ανδρός αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω όντι, ειπών ότι αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως, αλλ' ουκ οίδα διατί οι στεναγμοί του μοι φαίνονται προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον άνθρωπον τούτον, διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να διαλευκανθώσι.

Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς την πρύμναν της σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση «ανακοίνωσίν τινα μυστικήν». Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις ούτε να τον ακούση.

Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή ήδη άρχεται η νυξ, ουδείς δύναται να μας ίδη.

«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας είνε πολύ αδύνατος. Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε, δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να το βλέπω.»

Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν καταστελλομένην, και η φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος!

«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως πλοίον τι . . .

— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να
σας ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι, περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να φάγετε;»

Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι:

«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6 Ιανουαρίου. Τεσσάρας λοιπόν ημέρας . . .

— Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω
οκτώ!

— Οκτώ ημέρας!

— Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!»

Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των οφθαλμών μου. Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ . . . μόλις δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον ατενίζω! . . οκτώ ημέρας!

«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ;

— Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση!

— Λέγετε λοιπόν! . .

— Θέλω . ., είπε ταπεινών την φωνήν, . . να προσφέρετε εις τον
Ανδρέαν . . .

— Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε; . . .

— Όχι! όχι! . . θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού . . .
και θα μ' αποποιηθή . . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας . . .

— Κύριε Λετουρνέρ! . .

— Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν . . . την μεγίστην
χάριν την οποίαν δύναμαι να σας ζητήσω . . . Άλλως τε . . . διά τον κόπον σας . .»

Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς.

«Διά τον κόπον σας . . . Ναι . . . θα φάγετε και σεις . . . ολίγον! . .»

Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου φρικιά και η καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ παρεισάγει εις την χείρα μου μικρόν τεμάχιον διπυρίτου.

«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας εδολοφόνουν! Έχω ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . . . αλλά αύριον . . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!»

Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι, αισθανόμενος εγώ το τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις το στόμα μου!

Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η γραφίς μου αδυνατεί ενταύθα να εκφράση.

Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις τα ταπεινά πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω το μικρόν εκείνο τεμάχιον του διπυρίτου «ως εξ εμού προερχόμενον».

Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει:

«Και ο πατήρ μου;»

Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν του . . και εγώ το εμόν . . . και ότι αύριον . . . τας επομένας ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω παρέχω έτι . . . ας λάβη . . . ας λάβη. . .!

Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος, και απλήστως έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του.

Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν, δεν έφαγον τίποτε! . . τίποτε!