— Τη 6 Δεκεμβρίου. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας, αλλά την τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ' αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών οι τιναγμοί κλονούσι την εξαρτίαν.
Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ να ίδω τι συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.
Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών, οίτινες υπόκεινται εις μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη πρύμνη διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης. Είνε δε αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί των, ολίγον διακρινόμεναι μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα μου ως ασθενής στεναγμός.
Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση σχοινίον διέρχεται πλησίον μου.
«Τι τρέχεις τον ερωτώ.
— Άλλαξ' ο άνεμος.....»
Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην να ακούσω καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».
Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ) εις Λίβα (ΝΔ) και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα προαισθήματά μου δεν με ηπάτησαν!
Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν μετεβλήθη όλως αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και λοιπόν μας απομακρύνει από της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ είνε νυν πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το πλοίον εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και το επίστεγον, είνε νυν ίσα τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο Ροβέρτος Κόρτις και το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά το έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του σάλου και δέον να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν στερεωθή τελείως.
Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ συγκρατεί τον υιόν κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος πλοίου.
«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ, ακούων τους τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.
Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και δεικνύουσα την μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:
«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.
— Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.
— Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το
ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»
— Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου
φωνής της, αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να θέλουν την ζωήν!»
Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας του πληρώματος:
«Ε, από την πρώραν!
— Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.
— Την έχετε την φαλαινίδα;
— Όχι.
— Τότε θα μας έφυγε!»
Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και σχεδόν πάραυτα βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του πληρώματος, ενός Σκώτου και δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την προτεραίαν το θέμα της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ. Φοβούμενοι δήλα δή μη ο Σάνσελλορ καταποντισθή προ της αποπερατώσεως της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν διά χρημάτων τους τρεις ναύτας να παραλάβωσι την φαλαινίδα. Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ διείδον την νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος πλοίαρχος εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον, τούτ' έστι το μόνον υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!
«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.
— Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.
Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους λόγους του γηραιού Ο Ρέδυ.
Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι ο αριθμός ούτος θα ελαττωθή;
Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν της φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη ήθελεν επαναφέρη αυτούς εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την προδοσίαν των.
Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η δυστυχής γυνή κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του πλοίου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να σωθή. Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να προσδοκώμεν εν τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;