Ο Σάνσελλορ · Jules Verne (translated by Panagiotes I. Phermpos)

Chapter 12: ΙΒ'

— 22 και 23 Οκτωβρίου. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα πάντα τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν μη πράγματι, είνε προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον αποκρύψη την κατάστασιν των πραγμάτων.

Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και αφ' ού έφερε την χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν ησύχως εις τον θάλαμόν του ουδέν παραγγείλας.

Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συσκεπτόμεθα, και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι αι πιθανότητες της σωτηρίας συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την κατάστασιν των πραγμάτων ωδέ πως.

«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά την πρώραν κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε προ της νέας ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη να χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και θα φύγωμεν. Αλλ' εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να αφήσωμεν τον Σάνσελλορ, θα αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν θα προβάλη έξω! Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον κρυπτόμενον.

— Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.

— Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και
την περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας εγκλείονται εν τω πυθμένι του κύτους;

— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι
είνε απλή τις λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω! Και διατί τάχα να κάθημαι και να μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου πυρπολουμένου και εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον του αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η φράσις την οποίαν προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής λέγετε εγώ την θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ, εναπόκειται πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης καταστροφής!

Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς δε κλίνομεν την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε αδύνατος, οφείλομεν να λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.

«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά μόνον ενδεχομένη.»

Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου απαθείας.

«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ' απαντήσετε, είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή σύγκρουσις;

— Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις
περιστάσεις το πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως είνε όσον και εκείνη. Άρα ...»

Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν τινα διδάσκων χημείαν;

Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα της αιθούσης, ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη την συγκίνησίν του:

«Κύριε Κάζαλλον, τον Σάνσελλορ, τον οποίον τόσον αγαπώ, να τον βλέπω βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε! . .

— Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας . . .

— Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς
μόνος θα έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται, προσέθηκε προσπαθών βιαίως να καταστείλη εαυτόν.

— Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.

— Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται να μάθωμεν πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»

Και ταύτα ειπών απέρχεται.

Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι πόσου έχει δεινωθή η κατάστασις ημών.

Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται συναθροίζων τα πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός, ουδόλως έχει τον νουν του εις την γυναίκα του. Αφ' ού δε ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να προβή εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον παντός ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν θάλαμόν του και ουδέποτε πλέον εξήλθε.

Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και γελοία, εμποιεί οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις, νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε απηλλαγμένην των προς την κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' άκρας αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης ταύτης, ήτις θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.

Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον δεύτερον εις τον θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο Ροβέρτος Κόρτις.

«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί διατάραξιν των διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν' αλήθεια;

— Μάλιστα, κύριε.

— Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου,
αγνοώ τι συμβαίνει εν εμοί . . . αλλά λησμονώ . . . δεν ειξεύρω πλέον . . . Δεν πλέομεν προς Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον;

— Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ)
κατά τας οδηγίας σας.

— Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!

— Αναμφιβόλως.

— Και ο; . . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;

— Σάνσελλορ.

— Α, ναι! ο Σάνσελλορ! Και ευρίσκεται τώρα;

— Προς νότον του Τροπικού.

— Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν!
. . . Όχι! . . . δεν θα δυνηθώ . . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον εκ του θαλάμου μου . . . Η θέα της θαλάσσης με βλάπτει! . . .

— Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των
περιποιήσεων . . .

— Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν
διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ' εμού.

— Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.

— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν
είμαι πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την κυβέρνησιν του Σάνσελλορ. Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω ... Η κεφαλή μου είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας Χόντλυ θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.

Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον και αρκείται μόνον αποκρινόμενος:

«Έχει καλώς, κύριε.»

Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα διατρέξαντα. «Μάλιστα, λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε παράφρων, και προτιμότερον ότι παρητήθη μόνος του.

— Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο
Ροβέρτος Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»

Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη να εύρη τον αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.

«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την πτέρναν του μεγάλου ιστού.»

Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του Σάνσελλορ είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.

Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής γαληνιαίας:

«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά λόγους οι οποίοι είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του πλοιαρχικού αξιώματος. Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»

Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή εις καλόν πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή, όστις προ ουδενός μέσου θα υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.

Ο πλους του Σάνσελλορ εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε Ροβέρτος Κόρτις βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην των Μικρών Αντιλλών.