Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 7: Κεφάλαιο 7

Αι συμφωνίαι.

Πολλήν δραστηριότητα παρήγαγεν εν τω χαλκείω η απροσδόκητος και κολοσσαία εκείνη παραγγελία του παραδόξου πελάτου. Ο Πρωτόγυφτος ησθάνθη το αίμα του σφύζον και τας δυνάμεις του νεαζούσας. Δεν απητείτο δε πολλή επιτηδειότης, όπως η προθυμία αύτη μεταδοθή και εις τους δύο νεαρούς γύφτους, οίτινες πάντοτε ήσαν φιλόπονοι. Ο θεόπεμπτος πελάτης ήρχετο καθ' εκάστην εις το εργαστήριον και προσέκειτο παρακολουθών μετά διαφέροντος την πρόοδον της εργασίας. Ο Πρωτόγυφτος τον είχε συνειθίσει και συνήπτε πάντοτε συνδιαλέξεις μετ' αυτού. Οι δύο νέοι, ως τον έβλεπον, έπαυον τα συρίγματα και ηναγκάζοντο να δάκνωσι τα χείλη των, όπως φαίνονται σοβαροί. Ο ξένος εφαίνετο μεγαλοπρεπής και ενεδύετο πλουσίως. Η Γύφτισσα εθαύμαζε τον καλόν τρόπον του ξένου, είχε δε λησμονήσει εντελώς την εξέτασιν, εις ην την υπέβαλεν ούτος περί της νέας Αϊμάς. Αύτη δε, απησχολημένη όλην σχεδόν την ημέραν, μόλις τον έβλεπε μακρόθεν φαινόμενον, και δεν προσείχεν εις αυτόν. Υπόνοιά τις την εβασάνιζεν εν τούτοις. Αλλ' ημέρα τη ημέρα εξηλείφετο και η εντύπωσις του ονείρου εκείνου, διότι όνειρον πρέπει να ήτο. Η Αϊμά εις ουδένα είπε τι περί της εμφανίσεως της παραδόξου γυναικός. Ούτε πεποίθησιν είχεν εις την σοφίαν των περί αυτήν, ότι ηδύναντο να την διαφωτίσωσι περί της σημασίας του πράγματος, εφοβείτο δε και τους μυκτηρισμούς των, αν εδείκνυεν ότι επίστευε την εμφάνισιν ως πραγματικήν. Και ούτως ήτο ηναγκασμένη να συνέχη εν τη καρδία αυτής τόσους κρυφίους λογισμούς. Άλλως δε ο ξένος δεν την ηνώχλει. Εφυλάττετο να την κυττάξη, και δεν ωμίλησε πλέον περί αυτής εις την γραίαν. Αύτη πάλιν δεν είχε διηγηθή εις την νεάνιδα τι τη είπεν ο ξένος κατά την πρώτην συνέντευξιν. Περί αλλοίας δ' επιβουλής ουδένα είχε φόβον η Αϊμά, διότι ηγνόει σχεδόν και το δυνατόν τοιαύτης. Προς δε τους χαλκείς ο ξένος ήτο όλως ανύποπτος, διότι δεν εφαίνετο πολύ νέος. Ήτο πλέον ή τεσσαράκοντα ετών. Έπειτα το κόσμιον και χρηστόν του ήθους απήλαυνε πάσαν κακήν υπόνοιαν.

Μετά τινας ημέρας ο ξένος απέκτησε πολλήν οικειότητα εν τω χαλκείω. Αι προς τον Πρωτόγυφτον συνδιαλέξεις του καθίσταντο διεξοδικαί και δεν εγίνοντο παρουσία άλλων. Περί την δύσιν του ηλίου έβλεπε τις τους δύο τούτους ανθρώπους καθημένους υπό βράχον τινά υψηλόν, αρκετά μακράν της καλύβης, και συνδιαλεγομένους εμπιστευτικώς. Τις οίδε τι έλεγον προς αλλήλους.

Εκ πάντων των κατοίκων της καλύβης μόνος ο Μάχτος ήρχισε να συλλαμβάνη υποψίαν τινά. Αλλ' ουδαμού εύρε να στηρίξη ταύτην. Κατ' αυτόν ο ξένος (αλλά πριν ή συμπληρώση την ιδέαν του ο Μάχτος ησθάνθη παράδοξον και άγνωστον τέως αίσθημα οδύνης και σπαραγμού)... Ο Μάχτος επεφυλάχθη και ώμοσε προς εαυτόν να εξακριβώση το πράγμα και να βεβαιωθή. Συνεφώνησε με την συνείδησίν του να μεταχειρισθή προς τούτο παν μέσον, διότι ησθάνετο εαυτόν πολύ δυστυχή. Περιέμενε δε ανυπομόνως πρόσφορον στιγμήν να βάλη εις πράξιν τα μέσα, άτινα είχε, τουτέστι την ατομικήν του ενέργειαν.

Εσπέραν τινά, ότε το πρώτον σκότος διεχύνετο υπέρ την γην, ο ξένος, ον από πολλών ημερών κατεσκόπευεν ο Μάχτος, ένευσε προς τον Πρωτόγυφτον να τον ακολουθήση, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι της καλύβης. Βαδίσαντες επί πολύ έφθασαν εις μέρος τι και εκάθισαν. Ο Μάχτος τους παρηκολούθησεν ησύχως. Έρπων, συνέχων την αναπνοήν, και προσπαθών να καλυφθή υπό του σκότους και να συγχέηται προς αυτό, έφθασεν όπισθεν του βράχου εφ' ου είχον καθίσει ο ξένος και ο Πρωτόγυφτος. Έκυψε προς την γην, έπεσεν απίστομα παρά την ρίζαν τον βράχου και ηγωνίσθη να κρυβή υπ' αυτόν, προσκολληθείς εις το έδαφος. Η καρδία του πάλλετε δεινώς. Ο Μάχτος είξευρεν ότι η πράξις του ήτο κακή, αλλά δεν ηδύνατο να την παραλίπη. Είχεν ανάγκην να μάθη τι έλεγεν εις τον πατέρα του ο ξένος. Άλλως δεν ηδύνατο να ησυχάση.

Η υπόνοια, ην είχε συλλάβει ο Μάχτος, ας είπωμεν τούτο, ήτο περίπου τοιαύτη. Ο νέος υπώπτευσεν ότι ο ξένος ούτος ηράτο της Αϊμάς, και ήθελε να την νυμφευθή. Προς τούτο λοιπόν διεπραγματεύετο με τον πατέρα του. Αλλά διατί ο Μάχτος ησθάνθη τόσην λύπην επί τούτω; Ούτε είξευρε διατί, ούτε είχεν υποπτεύσει πρότερον τοιούτον πράγμα, ούτε ηδύνατο να είπη ποίαν σημασίαν είχεν. Αλλ' όμως ησθάνθη σφοδρότατον άλγος, ότε το πρώτον εφαντάσθη το ενδεχόμενον τούτο.

Ο Μάχτος έτεινε το ους και ηκροάσθη. Οι δύο ομιληταί έλεγον προς αλλήλους τα εξής·

— Και λέγεις να είνε αυτό; είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Τι άλλο θέλεις να είνε; απήντησεν ο ξένος.

— Δεν ειμπορώ να καταλάβω απ' αυτά, είπεν αύθις ο Γύφτος.

— Και ποίος ειμπορεί να καταλάβη;

— Είνε άλλοι οπού καταλαβαίνουν.

— Δεν βαρύνεσαι!

— Λοιπόν ουδέ συ δεν ειξεύρεις τίποτε;

— Τι ειμπορώ να ειξεύρω;

— Αφού είσαι μέσα.

— Πού μέσα;

— Μέσα στα πράγματα.

— Ε, απ' έξω απ' έξω.

— Πώς απ' έξω;

— Δεν ειξεύρω τα μυστικά.

— Διατί;

— Δεν μ' εμβάζουν μέσα.

— Λοιπόν δεν σ' εμπιστεύονται;

— Φαίνεται.

— Και δεν βλέπεις τίποτε;

— Από πού;

— Από καμμίαν τρύπαν.

— Δεν έχει τρύπαν.

— Δεν ακούεις τουλάχιστον;

— Τι ν' ακούσω;

— Τι λέγουν.

— Δεν ακούεται.

— Δεν μυρίζεσαι τον αέρα, δεν έχει τίποτε σημάδια;

— Τι σημάδια;

— Τίποτε οπού να μπορή να καταλάβη κανείς;

— Τίποτε.

— Κρίμα!

— Διατί;

— Διότι είνε καλά να ειξεύρη κανείς απ' όλα.

— Έχεις συ, μάστορη, τόσην περιέργειαν;

— Δεν λέγω.

— Αλλά τι;

— Αν ήμουν εις την θέσιν σου...

— Ε;

— Και ανεκατονόμουν μ' αυτούς τους διαβόλους...

— Καλά, ύστερα;

— Και ήμουν μέσα εις τα πράγματα, καθώς εσύ...

— Αλλά σου είπα, δεν είμαι μέσα.

— Ας είνε.

— Λοιπόν λέγε.

— Εγώ θα ήμουν μέσα, αν ήμουν εις την θέσιν σου.

— Πιστεύω.

— Και δεν θα με διέφευγεν ό,τι και αν εγίνετο.

— Ας είνε. Λέγε τώρα, τι θέλεις να πης;

— Το είπα.

— Τι είπες;

— Αυτό οπού είπα ίσα ίσα.

— Ήγουν;

— Ότι, αν ήμουν εις την θέσιν σου...

— Ε, και τι;

— Θα τα είξευρα όλα.

— Πιστεύεις;

— Και δεν θα μου διέφευγε τίποτε.

— Αλλά πώς θέλεις να το κατορθώσω εγώ αυτό;

— Δεν ειξεύρω.

— Τότε μη λέγης.

— Διαφέρει, αν ήμουν εγώ.

— Θα το κατώρθωνες;

— Βέβαια.

— Με ποίαν τέχνην;

— Δεν ειξεύρω.

— Αλλ' όμως;

— Αν ήτο τρόπος να ευρεθώ...

— Πού;

— Εις την θέσιν οπού ευρίσκεσαι.

— E, λοιπόν;

— Θα εύρισκα τότε μέσον.

— Λέγεις;

— Πιστεύω.

— Πολύ εύκολα το πιστεύεις.

— Διατί;

— Διότι απ' έξω όταν είνε κανείς ...

— Καθώς συ;

— Καθώς συ.

— Δεν εκατάλαβα.

— Μακράν των πραγμάτων,

— Ναι, αλλ' είχες ειπή ότι και συ ήσο έξω.

— Άλλο πράγμα.

— Λοιπόν;

— Λέγω, όταν είνε κανείς μακράν... Ύστερα του φαίνονται όλα εύκολα.

— Αυτό;

— Όταν όμως είνε πλησίον...

— Τότε;

— Τα βλέπει όλα ζερβοδίμιτα;

— Ζερβοδίμιτα; είπεν ο Γύφτος. Τι θα πη;

— Ζερβανάποδα, ήθελε να πω.

— Α!

— Και μάλιστα εις εσέ...

— Τι;

— Θα εφαίνοντο πλέον ζερβά και πλέον ανάποδα..

— Ε, δα.

— Παρά εις κάθε άλλον.

— Διατί αυτό;

— Διότι θα τα ενόμιζες...

— Θα τα ενόμιζα;...

— Διά μαγείαν.

— Έτσι;

— Βέβαια.

— Πώς τούτο;

— Διότι αυτό λέγουν.

— Ποίοι το λέγουν;

— Ο κόσμος.

— Ε, και θα επίστευα εγώ τούτο.

— Ίσως.

— Αλλά τότε δεν θα είχα ανάγκην να ψάξω.

— Πώς;

— Διά να βεβαιωθώ με τα μάτια μου.

— Ε;...

— Έσωνε να παραδεχθώ τι λέγει ο κόσμος.

— Και ύστερα;

— Και δεν θα εζητούσα πληροφορίας.

— Λέγεις;

— Ούτε σε θα ερωτούσα.

— Όχι δα.

— Ούτε θα έλεγα τίποτε.

— Μη δα.

— Ούτε θα επιθυμούσα να είμαι στην θέσιν σου.

— Αυτά;

— Ούτε θα σου το έλεγα.

— Αλλά τι θάκαμνες;

— Θα εκύτταζα την δουλειά μου.

— Μήπως τώρα;

— Και δεν θα έβγαζα λόγον.

— Αλλά;

— Θα εσιωπούσα.

— Ναι;

— Και θα δάγκανα την γλώσσαν μου.

— Υπομονή.

— Και θα έσφιγγα τα δόντια μου.

— Ε, δα...

— Τι;

— Και θα το έκαμνες αυτό;

— Βέβαια.

— Στο Θεό σου;

— Αλήθεια.

— Αλλά... ξέχασα...

— Τι;

— Με συγχωρείς.

— Διά ποίον πράγμα;

— Είπα, &'στό θεό σου&.

— Ε, και σαν είπες;

— Εξέχασα.

— Τι;

— Ότι σεις οι Γύφτοι δεν έχετε.

— Τι πράγμα;

— Θεόν.

— Ε δα, μη, &τζάνουμ&..

— Πώς;

— Μη το λέγης αυτό, να σε χαρώ.

— Διατί;

— Μην ακούης τι λέγει ο κόσμος.

— Λοιπόν έχετε Θεόν;

— Βέβαια.

— Τότε έσφαλα.

Και ενταύθα ο διάλογος διεκόπη. Ο Μάχτος, όστις ήτο κολλημένος κάτω εις το έδαφος δεν ενόησε μεν ουδέν πλέον των ημετέρων αναγνωστών εκ της ανωτέρω συνδιαλέξεως, αλλ' ησθάνθη αμέτρητον ευτυχίαν. Ο πατήρ του και ο ξένος ωμίλουν περί άλλων πραγμάτων, και δεν διεπραγματεύοντο περί εκδόσεως της Αϊμάς εις γάμον, όπως είχεν υποπτεύσει ο νέος. Όθεν ανωρθώθη ηρέμα, προνοών και φειδόμενος μη καταλάβωσιν αυτόν ωτακουστήν επ' αυτοφώρω, εβώβανε τον κρότον των βημάτων του και απεμακρύνθη. Άλλως δε ήτο ανυπόδητος και το βήμα του ήτο φύσει ελαφρόν, πλειότερον δε ηδύνατο ν' ακουσθή η αναπνοή του ή τα βήματά του.