Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 6: Κεφάλαιο 6

Αι παραγγελίαι.

Η Αϊμά κατέστη σύννους και σκυθρωπή. Αδιαλείπτως εβόμβουν περί τα ώτα της αι εν ονείρω προρρήσεις της αγνώστου. Είχε λοιπόν εχθρούς και έμελλε να υποφέρη! Δεν ηδύνατο να πιστεύση τούτο. Αυτή η τόσον ταπεινή, η τόσον πενιχρώς ζώσα, είχεν εχθρούς; Και υπήρχε τις, όστις ηδύνατο να φθονήση το ευτελές του βίου της; Και τι πλειότερον ηδύνατο να υποφέρη, ειμή την ένδειαν και τας περιφρονήσεις ας καθ' εκάστην υπέφερεν;

Δεν ηδύνατο εν τούτοις ν' αποφύγη την επίδρασιν των προρρήσεων εκείνων. Ησθάνετο ήδη ανησυχίαν προς πάσαν εμφάνισιν ανθρώπου. Εφαντάζετο ότι ηδύνατο να είνε είς των διωκτών της, περί ων είχεν ειπεί η άγνωστος. Έμελλε δε ταχέως να λάβη αφορμήν, όπως αποδεχθή μετά μείζονος δεισιδαιμονίας την ορθότητα των προρρήσεων.

Τούτο συνέβη εσπέραν τινά, ολίγας ημέρας μετά την οπτασίαν. Ο γέρων Πρωτόγυφτος είχεν επανέλθει αρτίως εκ της εκδρομής και εκάθητο έξωθεν της καλύβης. Η Αϊμά ήτο εν τω κήπω. Οι δύο νεαροί Γύφτοι ήσαν εν τη καλύβη και διηυθέτουν τα εργαλεία, Ηκούετο ο συριγμός του Μάχτου, και το άσμα του Βούγκου «Εσύ πεθαίνεις, μάστορη». Η γραία γύφτισσα εκάθητο αντικρύ του συζύγου της, όστις ηκούετο γογγύζων.

— Τι να φάμε απόψε; έλεγεν η γραία.

— Εμένα ρωτάς; εγόγγυζεν ο γέρος. Γμου!... Γρου!...

— Δεν έχομε τίποτα, είπεν αύθις η γυφτισσα.

— Εγώ είμαι κουρασμένος. Γκρου! Χρου!...

— Να βράσω ολίγα λάχανα;

— Τάντερά σου να βράσης, έγρυζεν ο γέρος. Γκου!.,.

Την στιγμήν εκείνην εφάνη καλπάζων ιππεύς, όστις ήρχετο προς την καλύβην. Ηκολουθείτο δε υπό πεζού θεράποντος. Πριν ή φθάση εις την καλύβην, ο ιππεύς επέζευσε και εκάθισεν επί όχθου τινός της οδού. Απείχε δε περί τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά είδεν εκ του κήπου τους δυο οδοιπόρους, και έμενεν εμβλέπουσα ατενώς προς αυτούς.

Ο πεζός θεράπων διηυθύνθη προς την καλύβην. Πλησιάσας, εχαιρέτισε τους δύο συζύγους. Η Αϊμά παρετήρει προσεκτικώς, και έλεγε καθ' εαυτήν ότι κάπου είχεν ιδή τον άνθρωπον τούτον. Του άλλου, όστις είχε καταβή εκ του ίππου, οι χαρακτήρες του δεν διεκρίνοντο καλώς. Ήτο ήδη εσπερινή αμφιλύκη.

Ο οδοιπόρος εκάθισε και ήρχισεν ασήμαντον συνδιάλεξιν με τον γέροντα.

— Πώς πάγουν η δουλειαίς;

— Πώς θέλεις να πάγουν;

— Πάγουν καλά;

— Στραβά και ανάποδα, απήντησεν ο Γύφτος. Γμ..

— Δεν έχετε πολλή δουλειά; ..

— Τίποτα.

— Δεν κερδίζετε πολλά;...

— Κεσσάτια, είπεν ο Γύφτος.

— Το έχουν η χρονιαίς, φαίνεται.

— Λόγια. Εγώ δεν θυμάμαι καμμία διαφορά από χρονιά εις χρονιά...

— Όλο τα ίδια;

— Εκτός εις το χειρότερο, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος. Γρ...

— Και δουλεύεις μόνος σου;

— Έχω τον Βούγκον και τον Μάχτον.

— Ποίοι είν' αυτοί;

— Είνε οι γυιοί μου.

— Και πού ευρίσκονται;

— Μέσα, είπε, δείξας την καλύβην.

— Και κατοικείτε πάντοτε εδώ;

— Ναι.

— Είνε πολλά χρόνια;

— Είνε καθώς εγεννήθηκα. Γκμρ...

Ο ξένος, ενώ ελάλει, έρριπτε συνάμα λαθραία βλέμματα προς τον κήπον, όπου ευρίσκετο η Αϊμά. Αύτη παρετήρησε την πολυπραγμοσύνην ταύτην του οδοιπόρου. Ο γέρων ουδέν είδε.

— Θα μου κάμης μερικαίς παραγγελίαις; επανέλαβεν ο ξένος.

— Τι παραγγελίαις;

— Της τέχνης σου.

— Σαν τι;

— Από πολλά είδη.

— Λέγε.

— Κάμνεις σύρταις και μάνδαλα διά ταις πόρταις;

— Κάμνω.

— Σιδηροσιαίς διά θεμέλια;

— Κάμνω.

— Λωστούς, δικέλλια, φτυάρια;

— Κάμνω.

— Κλειδαριές, καρφιά, ρεζέδες;

— Κάμνω απ' όλα, είπεν ανυπομόνως ο Γύφτος.

— Τότε θα μου κάμης.

— Θα σου κάμω.

— Και εις πόσον καιρόν;

— Τι πράγμα;

— Πότε ειμπορείς να τελειώσης την παραγγελίαν μου;

— Δεν μου την είπες. Ειπέ μου πρώτα.

— Τι να σ' είπω;

— Την παραγγελία σου.

— Αλλά σου την είπα, μοι φαίνεται.

— Πώς;

— Απ' όλα αυτά μου χρειάζονται.

— Ποία όλα;

— Όλα όσα κάμνεις.

— Θέλεις κάθε λογής πράγματα;

— Ναι.

— Τότε πρέπει να μ' είπης...

— Τι;

— Να μ' είπης και από πόσα.

— Συ προσδιόρισε την πληρωμήν.

— Όχι την πληρωμήν, να μ' είπης από πόσα σου χρειάζονται από κάθε
είδος.

Ο Γύφτος ησθάνετο στενοχωρίαν διότι τον εβίαζεν ο ξένος, να ομιλή παραπολλά. Από μακρού ήδη χρόνου δεν είχεν εκπέμψει τόσους φθόγγους ανθρωπίνους εκ του λάρυγγος. Έλεγε καθ' εαυτόν ότι παρόμοιον &μουστερήν& ποτέ δεν είχεν ιδεί, και καλλίτερον ήτο να έλειπε και αυτός και το &αλεσβερίσι& του. Εις επίμετρον δεν ηδύνατο, βιαζόμενος υπό της προς τον πελάτην εξηναγκασμένης φιλοφροσύνης, να εκβάλη εκ του στόματος προς ανακούφισιν ούτε &γρου&, ούτε &χμου&, ούτε κανέν των επιφωνημάτων εκείνων, δι' ων κατεμυκτήριζε την ανθρωπίνην λαλιάν, ως όλως άσκοπον και ανόητον.

Ο ξένος απήντησεν εις την τελευταίαν παρατήρησιν του Γύφτου.

— Φτειάσε μου, όσα θέλεις, και βάλε τα δυνατά σου.

— Όσα θέλω;

— Βέβαια.

— Μη τα έχης χαμένα; είπεν ο Γύφτος μη δυνηθείς να κρατηθή.

— Διατί; είπεν ο ξένος, χωρίς να φανή δυσαρεστηθείς.

— Οι μουστερήδες που κάμνουν παραγγελιαίς, ξεύρω 'γώ, εμυρμύρισεν
ο Γύφτος, λέγουν σωστά πράγματα, πόσα τους χρειάζονται.

— Κάμε μου τότε από μίαν δωδεκάδα από όλα, είπεν ο ξένος.

— Από τα χονδρά, ναι. Μα από τα ψιλά;

— Τα ψιλά πώς λογαριάζονται, με το καντάρι;

— Με το κοντάρι.

— Κάμε λοιπόν από ένα καντάρι.

— Πάγει καλά. Και πότε τα θέλεις;

— Οπόταν ειμπορέσης, είπεν ο ξένος.

— Και την πληρωμήν; ηρώτησεν ο Γύφτος.

— Την πληρωμήν όρισέ την, απήντησεν ο ξένος.

Ο Γύφτος ελογάριασε με τας χείρας επί τινα ώραν, κρατών τους δακτύλους της αριστεράς εκτεταμένους, και μεταφέρων επ' αυτούς αμοιβαδόν τον δείκτην της δεξιάς. Είτα συνέπτυξε την χείρα και συνήγαγε το άθροισμα επί των αρμών των δακτύλων, διά του αυτού δείκτου. Μετά τούτο εξήγγειλε το αποτέλεσμα προς τον πελάτην, όστις τον εθεώρει μετά περιεργείας.

— Δεκαοχτώ φλωριά διά το σίδερον, είπε, και εικοσιπέντε διά την
δουλειά.

— Καλά.

— Το σίδερο εδικό σου θα είνε;

— Όχι, εδικό σου.

— Τότε θα μου πληρώσης τη σερμαγιά, είπεν ο Γύφτος.

Ο ξένος εξέβαλεν εκ της ζώνης το βαλάντιον και τω έδωκε ποσόν τι φλωρίων. Ο Γύφτος εφαιδρύνθη εκ της θέας και της ψαύσεως του χρυσού.

— Και πότε θέλεις να είνε έτοιμα; ηρώτησεν.

— Οπόταν ειμπορείς. Σιγά σιγά.

— Παράξενος μουστερής! διενοήθη ο Γύφτος.

— Εγώ θα είμαι εδώ σιμά, είπεν ο ξένος, και θα έρχωμαι να βλέπω
πώς πάγει η εργασία. Πειράζει τούτο;

— Όχι.

— Και εν τω μεταξύ θα γνωρισθώμεν καλλίτερα.

— Πιστεύω. Αφού είσαι τόσον καλοπληρωτής.

— Έχω συνήθειαν να πληρόνω καλά, είπεν ο ξένος. Φρονώ ότι η
εργασία πρέπει ν' ανταμείβηται.

— Βέβαια, βέβαια, είπεν ο Πρωτόγυφτος, μη ελθών από πολλού χρόνου
εις τοιαύτην εύθυμον διάθεσιν.

— Και μάλιστα εις τους καλούς τεχνίτας, προσέθηκεν ο ξένος.

— Σωστά.

— Έχεις πολλήν υπόληψιν εις την τέχνην, είπεν ο ξένος. Αλήθεια
ότι σε ονομάζουν όλοι Πρωτόγυφτον;

— Αλήθεια.

— Και δικαίως, φρονώ.

— Κ' εγώ αυτό λέγω.

Ο ξένος εσηκώθη και ητοιμάζετο ίνα απέλθη. Περιέφερε και αύθις το βλέμμα προς τον κήπον, όπου ευρίσκετο εισέτι η Αϊμά.

— Πώς βιάζεσαι τόσον, είπεν ο Γύφτος. Δεν θα σε φιλεύσωμεν κάτι;

— Ευχαριστώ.

— Ύπαγε, μωρή, να φέρης την φιάλην με το κρασί να κεράσωμεν τον
μουστερήν, είπεν ο Γύφτος προς την γυναίκα του. Αλλ' ας είνε, κάθισε, πηγαίνω εγώ.

Η δευτέρα αύτη σκέψις προήλθεν εκ της επιθυμίας ην είχεν όπως κρύψη τα χρήματα χωρίς να τον ίδη η γυνή, εντός της καλύβης, κατά την στιγμήν ταύτην, καθ' ην αύτη ήτο ηναγκασμένη να κρατήση συντροφίαν εις τον ξένον. Όσον διά τους δύο νεαρούς Γύφτους, ούτοι ευρίσκοντο εισέτι εν τη καλύβη. Ο γέρος εισελθών είπε προς αυτούς·

— Σύρτε να ιδήτε ένα παράξενο πράγμα έξω.

— Τι παράξενο; είπεν ο Μάχτος.

— Ευρέθη μουστερής δι' όλον τον χρόνον.

— Αλήθεια;

— Αλήθεια. Τρέξατε.

Ο Μάχτος μετέβη προς την θύραν. Ο Βούγκος έμενεν έτι εντός, και ησχολείτο, κεκυφώς εις το έδαφος, εις την τοποθέτησιν εργαλείου τινός.

— Πηγαίνετε λοιπόν γρήγορα, τρέξε, Βούγκο! Η μάννα σου φοβούμαι
μη μας τον χαλάση με την ανοησίαν της. Σύρτε να του κρατήσετε συντροφιά.

Ώθησε δε τον Βούγκον προς την θύραν και εβίασε αυτόν να εξέλθη, μηδέν εννοούντα.

Αφού εξήλθε και ούτος, έσπευσεν ο Πρωτόγυφτος ν' αποσπάση μίαν πλίνθον εκ της καμίνου, ης το μυστικόν ήτο εις αυτόν μόνον γνωστόν, και έκρυψεν εκεί τα αστράπτοντα φλωρία. Είτα έλαβε την φιάλην του οίνου μετά του ποτηρίου και εξήλθε.

Καθ' ην στιγμήν είχεν εισέλθει ο Γύφτος εις την καλύβην και προτού να εξέλθωσιν οι δύο νέοι εξ αυτής, ο ξένος ήρχισε συνδιάλεξιν με την Γύφτισσαν.

— Δεν μου λες, μαστόρισσα, εκείνη εκεί...

Και έδειξε την Αϊμάν.

— Τι; είπεν η Γύφτισσα.

— Εκείνη η κόρη, επανέλαβεν ο ξένος.

— Ε;

— Ποία είνε;

— Ποία είνε;

— Ναι.

— Είνε η Αϊμά.

— Αϊμά;

— Ναι.

— Είνε το όνομά της;

— Βέβαια.

— Και τι όνομα είνε αυτό;

— Όνομα.

— Βαπτιστικόν της;

Η Γύφτισσα εκίνησε τους ώμους.

— Και τι κάμνει εκεί; επανέλαβεν ο ξένος.

— Τι κάμνει;

— Ναι.

— Δουλεύει.

— Τι δουλεύει;

— Τον κήπον της.

— Και πού κατοικεί;

— Πού κατοικεί;

— Ναι.

— Εδώ.

— Πού;

— Εις το σπίτι μου.

— Την έχεις εις το σπίτι σου;

— Βέβαια.

— Διατί;

— Διατί;

— Ναι.

— Μα πού θέλεις να την έχω;

— Δεν έχει αυτή σπίτι;

— Αυτή σπίτι;

— Ναι.

— Πού να το βρη;

— Είνε λοιπόν ορφανή;

— Ορφανή είπες;

— Βέβαια.

— Μα όχι.

— Έχει γονείς;

— Βέβαια έχει.

— Και πού ευρίσκονται;

— Πού θέλεις να ευρίσκωνται; Δεν μας βλέπεις;

— Σας βλέπω. Και τι μ' αυτό;

— Εγώ και ο γέρος μου.

— Ε;

— Είμεθα ζωντανοί;

— Βέβαια.

— Θα ειπή πως δεν απεθάναμεν.

— Σωστά.

— Και η Αϊμά...

— Η Αϊμά...

— Ζουν οι γονείς της...

— Ζουν;

— Ζουν, αφού ημείς ζώμεν.

— Εννοώ...

— Εννοείς βέβαια.

— Θέλεις να πης...

— Τι;

— Ότι την έχετε ψυχοκόρην.

— Ψυχοκόρην;

— Ναι.

— Ποίαν;

— Την Αϊμάν.

— Θεός φυλάξοι!

— Διατί;

— Διότι είνε κόρη μας.

— Κόρη σας;

— Εγκαρδιακή.

— Με τα σωστά σου;

— Παίρνω όρκον.

— Όρκον;

— Βέβαια.

— Εις τι πράγμα;

— Εις ό,τι θέλεις.

Και η Γύφτισσα ως να ήτο χριστιανή, διότι δεν είχε περί τούτου σαφή συνείδησιν αν ήτο ή όχι, ήνωσε τους λιχανούς εκατέρας των χειρών εις σχήμα σταυρού, και έφερε το σημείον τούτο εις τα χείλη της. Ο ξένος εμειδίασε σαρκαστικώς.

— Ποίος ειμπορεί ν' αμφιβάλλη τώρα; είπε.

— Είνε κόρη μου, επανέλαβεν η Γύφτισσα με τραγικόν ήθος. Κόρη
μου, από τα σπλάχνα μου και από τα σωθικά μου.

— Και διά πολύν καιρόν; είπεν ο ξένος.

— Τι, διά πολύν καιρόν;

— Εννοώ, διά πόσον καιρόν είνε κόρη σου;

— Δεν αγροικώ, είπεν η Γύφτισσα.

— Δεν αγροικάς;

— Ναι. Τι θέλεις να πης;

— Έχεις δίκαιον.

— Αμμή;...

— Άλλο ήθελα να είπω.

— Τι άλλο;

— Διά πόσα χρήματα;

— Χρήματα;

— Ναι.

— Τι θα πη;

— Άσπρα.

— Ε, και τι;

— Διά πόσα άσπρα είνε κόρη σας;

— Πάλιν δεν &αγροίκησα&, είπεν η Γύφτισσα. Την στιγμήν εκείνην
εξήλθον εκ της καλύβης εξωσθέντες παρά του πατρός των, ο Μάχτος και κατόπιν ο Βούγκος. Ο Μάχτος εσύριζε το σύνηθες αυτώ σφύριγμα. Ο ξένος ηναγκάσθη να παύση την συνδιάλεξιν.