Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 5: Κεφάλαιο 5

Η μαντεία.

Ήρκει να παρατηρήση αυτήν πόρρωθεν, και κύπτουσα προς την γην, εξ ης η ρις της δεν απείχε πολύ, ελάμβανε λίθον και εξεσφενδόνιζεν αυτόν κατά της νέας κόρης, κράζουσα·

— Εδώ είσαι, άπιστη; Εδώ είσαι, άθεη; Πάντα εσένα θα βλέπω; Πάντα
εμπροστά 'στά ' μάτια μου 'βρίσκεσαι; Δεν πάγεις εις καμμίαν τρύπαν να χωθής, να μη σε βλέπω!

Η Αϊμά δεν ησθάνθη ποτέ πικρίαν εξ ουδενός πράγματος. Όλα έβλεπε μειδιώντα πέριξ της, ουχί ότι εμειδίων δι αυτήν, διότι δεν είχε ζηλευτήν τύχην, αλλά δύναμαι να είπω ότι η νέα τοις εδάνειζε το μειδίαμα τούτο, επιστρέφον και αντανακλώμενον επ' αυτήν, και εις αυτήν μόνην ορατόν. Αλλά δεν ηδυνήθη ποτέ να εννοήση και την μοχθηρίαν της γραίας ταύτης. Έλεγεν αφελώς·

— Τι σου έκαμα;...

Τούτο δε υπήρξεν η πρώτη σταγών χολής η εγχυθείσα εις την καρδίαν της, και εγέννησεν απαισίους λογισμούς. Ήτο άρα μοχθηρά η ανθρωπότης, ή αύτη η κόρη ήτο αξία μίσους; Αλλά διατί;

Εν τούτοις το παρηγορήσαν αυτήν ήτο ότι δεν ήσαν πάσαι αι γραίαι εξ ίσου κακαί. Τουλάχιστον ημέραν τινά απήντησε μίαν, ήτις έδειξε προς αυτήν μεγίστην αγαθότητα. Αλλ' όμως το πράγμα, όπως συνέβη, ηδύνατο να το εκλάβη ως απατηλήν οπτασίαν, διότι η γραία εκείνη πρώτην και τελευταίαν φοράν ώφθη, ουδ' είξευρέ τις πόθεν ήρχετο και πού διηυθύνετο, ουδέ την είδεν έκτοτε ανθρώπινον όμμα είτε παρά την ακτήν, είτε εις την κώμην, είτε παρά την συνοικίαν των αλιέων. Εφόρει δε αλλόκοτον εσθήτα, ασυνήθη εις τον τόπον, και ελθούσα Κυριακήν τινα πρωί έκρουσε την θύραν της καλύβης. Η Αϊμά ήτο μόνη. Η μήτηρ Αθιγγανίς είχεν ακολουθήσει τους δύο υιούς της και τον άνδρα της εις την συνήθη εκδρομήν. Εγερθέντες λίαν πρωί εφορτώθησαν πυράγρας, εσχάρας, καρφία και άλλα τεχνήματα, και απήλθον ίνα τα πωλήσωσιν εις τα περίχωρα. Η δε Αϊμά μόλις είχεν εγερθή και ενεδύετο. Διενοείτο δε ότι, επειδή ήτο Κυριακή, οι χριστιανοί θα ήσαν εις την λειτουργίαν, και θα προσηύχοντο. Αύτη δεν είξευρε να δεηθή, διότι δεν την είχον διδάξει καμμίαν θρησκείαν. Και όμως πολλάκις ησθάνετο την ανάγκην να ψιθυρίζη αυτοσχεδίους δεήσεις. Περί τούτου ηρώτησε τον πατέρα της, τον Πρωτόγυφτον (ούτως ωνομάζετο υπό των περιοίκων, αγνοούντων αν είχε κύριον τι όνομα), αν είνε καλόν να φοιτά εις την εκκλησίαν και να προσεύχηται. Ο γέρων απήντησε διά του συνήθους αυτώ γρυσμού, όστις αν είχεν έννοιάν τινα, θα εσήμαινε βεβαίως ότι «οι γύφτοι δεν έχουν εκκλησίαν».

— Διατί, πατέρα: είπεν η Αϊμά.

— Δεν ειξεύρω.

— Δεν τους δέχονται μέσα;

— Δεν υπήγα ποτέ, είπεν ο γέρων, αλλ' αν επήγαινα θα μ' έδιωχναν.

— Είνε λοιπόν εμποδισμένον;

— Δεν ειξεύρω.

— Και δεν είμεθα ημείς βαπτισμένοι;

— Δι' αυτό ερώτα την μητέρα σου.

Η Αϊμά έσπευσε να ερωτήση την μητέρα Γύφτισσαν, τρέψασα την ερώτησιν επί το ατομικώτερον.

— Μητέρα, είμ' εγώ βαπτισμένη;

— Δεν ειξεύρω, απήντησεν αδιστάκτως η Γύφτισσα.

Βεβαίως δε, αν ηδύνατο να σκεφθή, ήθελε μετανοήσει διότι έσπευσε ν' απαντήση ούτω. Η απάντησις αύτη έκαμε την Αϊμάν να πεισθή περί όσων αμφέβαλλε. Δεν είξευρεν αν η κόρη της ήτο βαπτισμένη. Δεν ήτο άρα η μήτηρ της.

Περί τούτου εσκέπτετο καθ' εκάστην η Αϊμά. Πλην της αναμνήσεως, ήτις έλαμπεν ως λύχνος ανημμένος εν τη συνειδήσει, υπήρχον και άλλαι ενδόμυχοι νύξεις, υπήρχε φωνή τις ήτις εψιθύριζε λίαν ηρέμα, ώστε να μη ανατέλλη μηδεμία κακή εντύπωσις επί του προσώπου της κόρης, αλλ' αρκούντως μεγαλοφώνως ώστε ν' ακούηται υπό της καρδίας αυτής, υπήρχε φωνή ψελλίζουσα ότι δεν ήτο η Αϊμά γνησία κόρη της οικογενείας εκείνης. Αλλ' η γραία γύφτισσα οσάκις ηρωτάτο περί τούτου υπό των περιέργων και των οχληρών, εκήρυττε μεγαλοφώνως και εβεβαίου μεθ' όρκου ότι, η Αϊμά ήτο θυγάτηρ της. Ίσως δε και αυτή επί τέλους κατήντησε να το πιστεύση.

Η ξένη έκρουσεν, ως είπομεν, την θύραν. Η Αϊμα έκραξε·

— Ποίος είνε;

— Άνοιξε, Αϊμά.

Η φωνή αυτή προυξένησεν απορίαν εις την νέαν. Πλην των μελών της οικογενείας, ουδείς άλλος εκάλει αυτήν ονομαστί. Οι άλλοι την ωνόμαζον Γυφτοπούλαν. Αλλά τώρα ήτο γυναικεία φωνή, φωνή εύηχος και μειλιχία, ήτις κατ' ουδέν ωμοίαζε με την βραγχνήν φωνήν της μητρός της. Τις άρα ηδύνατο να είνε;

Η Αϊμά εβράδυνεν ολίγον να μεταβή προς την θύραν. Η ξένη επανέλαβεν·

— Άνοιξε, σε παρακαλώ, Αϊμά.

Η κόρη, χωρίς να αισθανθή φόβον, ελθούσα ήνοιξεν. Εισήλθε δε γυνή υψηλή, εύσωμος, φέρουσα τα σημεία του γήρως επί της μορφής. Αλλά το γήρας τούτο ήτο ιλαρόν και εύχαρι. Υπό τον λευκόν κρήδεμνον, όστις εκάλυπτε την κεφαλήν, εφαίνοντο οι πολιοί βόστρυχοι της κόμης, στιλπνοί και οιονεί επάργυροι. Εφόρει δε ποδήρη εσθήτα φαιάν και κιτρινοβαφή. Η Αϊμά την παρετήρησε μετά περιέργειας. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έβλεπε την γυναίκα ταύτην.

Η ξένη προέβη εις τα έσω της καλύβης και περιειργάζετο μετά πολλού διαφέροντος πάντα όσα έβλεπεν. Ηρεμαία τις απόχρωσις λύπης και οίκτου εσκίασε την μορφήν της. Το λεπτόν τούτο νέφος παρετήρησεν η Αϊμά. Ησθάνθη δε ευθύς συμπάθειαν προς την ξένην, και ουδεμία κακή ιδέα διέβη διά της φαντασίας της.

— Δος μοι έν κάθισμα, διότι είμαι πολύ κουρασμένη, Αϊμά,

Η νέα έσπευσε να προσφέρη αυτή τον μόνον σκίμποδα, όστις ευρίσκετο εν τη καλύβη. Καθίσασα η ξένη έρριψε παρατεταμένον βλέμμα επί της κόρης. Αύτη ησθάνθη ηλεκτρικήν την επίδρασιν του βλέμματος τούτου, και εταπείνωσε τους οφθαλμούς.

— Αϊμά, σε λυπούμαι, κόρη μου, είπεν η ξένη.

— Διατί με λυπείσθε; είπεν Αϊμά.

— Διότι σε αγαπώ, απήντησεν η ξένη.

— Και πώς με γνωρίζετε;

— Ω, σε γνωρίζω πάντοτε, σε γνωρίζω από του λίκνου σου, Αϊμά.

— Αληθώς; είπεν η νέα, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.

— Σε γνωρίζω από της μήτρας, σε γνωρίζω και προ της συλλήψεως

Η Αϊμά δεν ενόει πλέον.

— Προτού να γεννηθής και να συλληφθής σ' εγνώριζον.

— Αλλά γίνεται τούτο; ηρώτησεν αφελώς η νεάνις.

— Εις την ανθρωπίνην φύσιν είνε αδύνατον.

Η Αϊμά ουδέν είπεν.

— Εις την υπεράνθρωπον όμως είνε δυνατόν, επανέλαβεν η ξένη.

— Δεν εννοώ, είπεν η Αϊμά.

— Και σε λυπούμαι πολύ, κόρη μου.

Η Αϊμά δεν απήντησεν. Ήτο έκπληκτος.

— Έχεις εχθρούς, έχεις διώκτας. Το πεπρωμένον σε αδικεί. Τα πάντα
συνώμοσαν εναντίον σου. Και όμως είσαι τόσον συμπαθής, και τόσον καλή!

— Ειπέτε καθαρώτερα, κυρία, εψέλλισεν η Αϊμά.

— Και εις τι ήμαρτες, ταλαίπωρον πλάσμα! Εις τι ηδύνασο να
παροργίσης τον Θεόν; Είσαι αθώα και αγνή, ως τα ουράνια πλάσματα. Και όμως πάντες σε καταδιώκουσι. Πάντες σε αδικούσιν. Ουδείς σε υπερασπίζει.

— Και τίνες είνε αυτοί οι εχθροί; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Όλη η ανθρωπότης, απήντησεν η ξένη.

— Τι τους έκαμα;

— Εις ουδέν έπταισες. Αλλ' είνε ανάγκη να πληρωθή το πεπρωμένον.
Μεγάλας δυστυχίας υπέστης, αλλ' ήσο ανήλικος, και δεν ηδύνασο να τας αισθανθής. Του λοιπού όμως τις οίδεν; ίσως σοι επιφυλάττονται μεγαλείτεραι. Πρέπει να οπλισθής με καρτερίαν, Αϊμά.

Η νέα δεν ηδυνήθη να κρατηθή και ήρχισε να κλαίη. Έκυψε την κεφαλήν και απέμασσε τα δάκρυα εκ των παρειών της.

— Μη κλαίης, μη κλαίης, είπεν η ξένη. Δεν είσαι συ μόνη δυστυχής.
Υπάρχουν και άλλοι δυστυχέστεροι. Με βλέπεις εμέ; είπε φέρουσα την χείρα επί του στήθους, όπως ελκύση την προσοχήν της νεανίδος.

Η Αϊμά την εκύτταζε με τους οφθαμούς πλήρεις δακρύων.

— Με βλέπεις; Είμαι πολύ δυστυχεστέρα σου.

— Δυστυχεστέρα; εψιθύρισεν η κόρη.

— Παραπολύ, ασυγκρίτως.

— Διατί;

— Διότι κ' εγώ έχω εχθρούς, κ' εγώ καταδιώκομαι.

— Από ποίους;

— Καταδιώκομαι και πολιορκούμαι ήδη, επανέλαβεν η ξένη.

— Πολιορκείσθε;

— Πολιορκούμαι, Αϊμά, και μέχρι τέλους δεν θα σωθώ.

— Δεν θα σωθήτε! είπεν η Αϊμά συμπονούσα.

— Δεν θα σωθώ. Οι εχθροί μου είνε ισχυροί, και έχουσι πολλούς
συμμάχους.

Η Αϊμά δεν ενόει.

— Και ίσως μετά ένα μήνα θα φύγω διά παντός.

— Θα φύγετε;

— Θα φύγω από την οικίαν μου.

— Και διά πού; ηρώτησεν η Αϊμά, υποπτεύσασα ότι η γυνή αύτη
παρεφρόνει.

— Δι' αγνώστους τόπους, απήντησεν η ξένη.

Η Αϊμά δεν απήντησεν.

— Ήλθα να σ' αποχαιρετίσω διά τελευταίαν φοράν, κόρη μου. Έλα να
σε φιλήσω.

Και ορθωθείσα έσυρε την κόρην προς εαυτήν και ενετύπωσεν επί των χειλέων της ένθερμον φίλημα. Η Αϊμά συνέλαβεν ιδέαν τινά.

— Μήπως είνε η μήτηρ μου; είπε καθ' εαυτήν. Και νέα δάκρυα,
ανέβλυσαν εκ των οφθαλμών της.

Ήθελε, να την ερωτήση και δεν ετόλμα. Τέλος εσχημάτισε το ερώτημα εις τρόπον πλάγιον, διότι τη εφαίνετο απότομον να την ερωτήση απ' ευθείας αν είνε μήτηρ της.

— Κυρία, είπεν, ειξεύρετε πού είνε η μήτηρ μου;

— Η μήτηρ σου; Η μήτηρ σου, Αϊμά, δεν ζη πλέον.

— Απέθανεν! εψέλλισε θλιβερώς η Αϊμά.

— Αλλ' όμως είσαι έν των τέκνων μου.

— Σεις λοιπόν;...

Η Αϊμά δεν ετόλμα να συμπληρώση το συμπέρασμα τούτο.

— Όχι, ένευσεν η ξένη. Τα τέκνα μου είνε αναρίθμητα. Και εκινήθη
προς την θύραν, όπως εξέλθη.

— Πού θα υπάγητε, ηρώτησεν η Αϊμά.

— Θα υπάγω εις την οικίαν μου, οπόθεν ήλθα.

— Και πού ευρίσκεται η οικία σας;

— Είνε πολύ μακράν απ' εδώ.

Η Αϊμά την ηκολούθησεν έξω της θύρας. Είδεν αυτήν λαβούσαν την οδόν, ήτις περιέκαμπτε τον λόφον, και γενομένην άφαντον όπισθεν της πρώτης καμπής. Είτα έτρεξε κατόπιν της. Είχε περιέργειαν να ίδη πού θα διηυθύνετο η ξένη. Φθάσασα η νέα εις το σύμπλεγμα των βράχων, ων όπισθεν είχε κρυβή από των όψεων αυτής η ξένη, παρετήρησε, και είδε, πράγμα παράδοξον, ότι αύτη δεν ήτο ορατή πλέον, καθ' όλον το μήκος της οδού. Κάτωθεν εσχηματίζετο πεδιάς, το μέρος δ' εφ' ου ίστατο η Αϊμά, ήτο υψηλότερον και ουδέν απεκρύπτετο από των οφθαλμών του εκείθεν θεωμένου. Πού λοιπόν εκρύβη η ξένη; Η Αϊμά παρετήρησε γύρω εις όλα τα μέρη τα ύποπτα, εις όλα τα κοιλώματα, όπου ηδύνατο να κρυβή προσκαίρως άνθρωπος. Ούδαμού εύρεν ουδέ ίχνος της ξένης. Παρέτεινε τας ερεύνας της επί πολλήν ώραν. Ουδαμού. Η ξένη είχε γείνει άφαντος.

Τότε η Αϊμά ησθάνθη φόβον και επέστρεψε σύννους εις την καλύβην. Εις μάτην εβασάνιζε τον νουν της. Δεν ηδύνατο να λύση το αίνιγμα τούτο. Επί πολύν χρόνον έμελλε να σκέπτεται εις μάτην περί τούτου. Η ανάμνησις της οπτασίας έμενεν εσαεί εις την φαντασίαν της. Ησθάνετο δε και τα χείλη της καίοντα εκ του φιλήματος εκείνου. Δεν είχε δε συνείδησιν, αν κατ' όναρ ή καθ' ύπαρ είδε την όψιν ταύτην.