Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 39: Κεφάλαιο 39

Ουδέν καινόν.

Εκείνο όπερ ηνάγκασε την Αϊμάν να προφέρη το πεπνιγμένον τούτο ναι, ήτο η ελπίς και η προσδοκία της αποκαλύψεως ην τη υπεσχέθη ο Πλήθων. Άλλως δε η κόρη αύτη συνέλαβεν ένοχον σχέδιον. Ο σκοπός αυτής ήτο να μείνη, να υποστή τον γάμου τούτον ον τη επέβαλλεν ο Πλήθων, ν' ακούση αυθημερόν τας αποκαλύψεις αυτού, και ακολούθως.....να δραπετεύση.

Τις ήθελε το πιστεύσει ότι ηδύνατο να διανοηθή τοιαύτα το ήμερον τούτο πλάσμα; Και όμως είνε αληθές. Ο χρονογράφος διαβεβαιοί τούτο μεθ' όρκου, καίπερ συνειδώς ότι οφείλει να συνηγορήση υπέρ αυτής. Άλλως δε οι αναγνώσται ημών θ' αποδώσωσιν ημίν δικαιοσύνην, ότι δε περιπίπτομεν ως προς τούτο εις αντίφασιν. Ουδέποτε μέχρι τούδε είπομεν ότι η Αϊμά ηγάπα ερωτικώς τον Μάχτον, ουδ' υπηνίχθημεν τούτο. Η προς τον νέον στοργήν αυτής ήτο αδελφική, παρομαρτούσης και της ευγνωμοσύνης επί τη χρηστοτέρα φιλοφροσύνη, ην επεδείκνυεν ο νεαρός Αθίγγανος προς αυτήν. Και αυτού δε του Μάχτου το προς την Αϊμάν αίσθημα δεν ωνομάσαμεν ρητώς έρωτα, αν και ως τοιούτο απ' αρχής το ενοήσαμεν. Λυπηρόν ότι η φαντασία τινών των αναγνωστών προέδραμε της ημετέρας. Τούτο είνε δυστύχημα διά τον μυθιστοριογράφον ουχ ήττον ή διά τους αναγνώστας. Ενόμισάν τινες ότι η Αϊμά ώφειλε πάντως ν' αγαπά τον Μάχτον, και άλλως δεν ηδύνατο να γείνη το πράγμα.

Η προκατάληψις αύτη δεν κατέλαβε μόνους τους αναγνώστας, αλλ' επεξετάθη και αλλαχόσε. Φιλόμουσός τις κύριος ευαρεστηθείς να παραφράση ιταλιστήν την «Γυφτοπούλαν», έκρινεν εύλογον να αλλοιώση πολλά μέρη της αφηγήσεως, προσθείς ουδέν ήττον ή αφελών. Ότε είδον κατά τύχην έν φύλλον της εφημερίδος εν η δημοσιεύεται η μετάφρασις, δεν ανεγνώρισα πλέον την &«Γυφτοπούλαν»&. Ούτως εν τη σκηνή εκείνη του πρώτου μέρους, εν η εκφεύγει εκ του σιδηρουργείου διά μέσου των διωκτών της, εισάγεται η Αϊμά φοβουμένη και τρέμουσα ουχί υπέρ εαυτής, αλλ' υπέρ του Μάχτου. Τοιούτον μελοδραματικόν αίσθημα, το κατ' εμέ, δεν ηδυνάμην να δώσω εις την Αϊμάν, αφού δεν ήτο βέβαιον ότι η Αϊμά ηρωτεύετο τον Μάχτον. Και πώς η Αϊμά, αυτή κινδυνεύουσα, φοβείται διά τον Μάχτον, όστις δεν κινδυνεύει; Τούτο είνε δυσνόητον. Έπειτα ο Μάχτος κρατεί ακίνητον τον Πρωτόγυφτον επίτηδες, διά να δώση καιρόν εις την Αϊμάν να φύγη, ως να προϋπήρχε συνεννόησις μεταξύ των δύο περί της φυγής! Τρίτον η Αϊμά παραβάλλεται με Νεράιδα, «μίαν των ωραίων, πονηρών και τρομερών εκείνων νυμφών, δι' ων η φαντασία του ελληνικού λαού οικίζει μέχρι της σήμερον πάντα τα σπήλαια και τους δρυμώνας». Όσον λαμπρά και αν φαίνεται η παραβολή αύτη, κατ' εμέ, είνε άκαιρος και απροσφυής.

Είπομεν ότι η Αϊμά διενοήθη να υποκλέψη τας ομολογίας του Πλήθωνος και ακολούθως να φύγη. Οφείλομεν να είπωμεν και άλλο τι μάλλον επίπονον. Πού εστρέφετο η φαντασία της Αϊμάς, ταύτα μελετώσης; Έβλεπε πόρρωθεν τον πολικόν αστέρα της Ειμαρμένης φωτίζοντα τα διαβήματα αυτής; Επεθύμει να βαδίση εν τω σκότει, και είχε το προς τούτο θάρρος; Ποίαν μυστικήν ελπίδα είχε συλλάβει και ποίον μύχιον αίσθημα έτρεφε; Φευ! Ουδένα αστέρα έβλεπεν ανατέλλοντα. Εφοβείτο να βαδίση εν τω σκότει, και θάρρους εστερείτο παντελώς. Σπινθήρ τις μόνον έφεγγεν εις το βάθος της συνειδήσεως αυτής, αλλ' ούτος μηδέν εξαρκών να φωτίση, καθίστα το σκότος πυκνότερον έτι εις το βάθος της ψυχής της.

Η Αϊμά εν πρώτοις ησθάνετο ελέγχους συνειδήσεως μαστίζοντας αυτήν. Ηγνόει το φονικόν τέλος της νυκτερινής εκείνης πάλης μεταξύ του Σκούντα του άρπαγος και του Τρέκλα του υβρισθέντος συζύγου. Ο Πρωτόγυφτος είχεν απομακρύνει ταύτην ως τάχιστα εκ της σκηνής εκείνης αδρανώς έχουσαν και μήτε να σκεφθή μήτε ν' αντισταθή δυναμένην. Νυν δε αναπολούσα καθ' εαυτήν την σκηνήν εκείνην, έπασχε συνειδυία ότι δεν ηνάγκασε τον Πρωτόγυφτον να έλθη εις βοήθειαν του κινδυνεύοντος Σκούντα, ου επί του στήθους επάτει τον πόδα ο εχθρός του. Η ανάμνησις αυτής περιέβαλλε μετά τινος ευγνωμοσύνης το πρόσωπον του Σκούντα. Ίσως ο νέος εκείνος να μη είχε κακούς σκοπούς δι' αυτήν, και ηθέλησε να ελευθερώση αυτήν εκ φιλανθρωπίας. Εις τας όψεις αυτής η τολμηρά αύτη πράξις του ξένου εκείνου εφαίνετο ως ανδραγάθημα. Ήτο γυνή, και ήτο λίαν ευπτόητος. Τέλος δεν ηδύνατο να μη ευγνωμονή προς τον Σκούνταν. Ούτως ενόμιζεν: Αν εκείνος μετήλθεν απάτην, όπως πείση αυτήν να τον ακολουθήση, βεβαίως έπραξε τούτο επ' αγαθώ, διότι άλλως δεν θα τον ηκολούθει. Επειδή σπανιώτατα εύρεν εν τω βίω της ανθρώπους προς ους να ευγνωμονή, υπελάμβανεν ότι προς τον πρώτον τυχόν παρουσιασθέντα δεν έπρεπε να φείδηται της ευγνωμοσύνης της. Ησθάνετο λοιπόν τύψεις, και κατέκρινεν ενδομύχως την ιδίαν αυτής διαγωγήν. Αναπαρίστα εν τη μνήμη την εναγώνιον εκείνην σκηνήν. Ο απαγωγεύς αυτής εφαίνετο υψηλός και ρωμαλέος. Πώς ο άλλος εκείνος άνθρωπος κατώρθωσε να τον καταβάλη κατ' αρχάς, διότι το τέλος ηγνόει η Αϊμά. Το πράγμα συνέβη λίαν αιφνιδίως και ορμητικώς. Ο απαγωγεύς δεν έλαβε καιρόν ν' αντισταθή.

Αλλ' ημείς προς συμπλήρωσιν οφείλομεν να είπωμεν ότι ο Τρέκλας, άναλκις και θρασύδειλος ων, ενέδωκεν εις το πρώτον κίνημα της μανιώδους μνησικακίας, και ήρπασεν από του λαιμού τον εχθρόν του, ον καταχθόνιός τις Νέμεσις εφαίνετο παραπέμπουσα προς αυτόν, καθ' ην στιγμήν δεν τον περιέμενεν. Αλλ' αφού άπαξ τον συνέλαβεν, έσφιγξε τον βρόχθον αυτού λυσσωδώς, διότι αν τον απέλυεν, εφοβείτο μη καταστή θύμα αυτού. Δειλία λοιπόν και σκληρότης απαιτείται — και ουχί γενναία καρδία (!), κατά την άξεστον και χυδαίαν πρόληψιν — όπως φονεύση τις τον εχθρόν του, συντρεχούσης και της τύχης. Δειλία δε και σκληρότης είνε ανόμοια, ή το πολύ αντίθετα, αλλ' ουχί και αντιφατικά, και δύνανται να συνυπάρχωσι παρά τω αυτώ προσώπω.

Η άτυχης Αϊμά αγνοούσα, ως είπομεν, το τέλος της συμπλοκής εκείνης, επόνει μόνον διότι εγκατέλιπε κινδυνεύοντα τον νομιζόμενον παρ' αυτής ως ευεργέτην, χωρίς να αποδώση αυτώ την οφειλομένην χάριν. Και ίσως εν τω βάθει της συνειδήσεως αυτής ο στίλβων εκείνος σπινθήρ υπέφαινε την οδόν, ην ώφειλεν η κόρη να πορευθή όπως επανεύρη τον ευεργέτην εκείνον. Ίσως (τις οίδε;) το αίσθημα αυτής τούτο δεν απείχε πολύ απ' εκείνου όπερ δύναται να αισθανθή τρυφερώτατον και μυχιώτατον πάσα καρδία. Ουδέν το παράδοξον. Τα τοιαύτα αισθήματα γεννώνται συνήθως υπό αλλοκότους περιστάσεις. Λέγουσιν, ότι σπέρμα είδους τινός φυτού, αναρπαζόμενον υπό του ανέμου, δύναται να πέση εις οιανδήποτε γην και να παραγάγη την οικείαν βλάστησιν. Το δε σπέρμα του αισθήματος άδηλον εκ ποίας γης αναδίδεται, υπό ποίου ανέμου φέρεται και εις ποίον έδαφος πίπτει. Εν τούτοις είνε βέβαιον ότι η νεάνις επόθει διακαώς να επανίδη τον νέον εκείνον ον αποτόμως είχεν εγκαταλίπει.

Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος, αφού ενόμιζεν ότι κατέστησε την νέαν ευτυχή, και εσεμνύνετο διά τούτο, έπεμψε τον Θευδάν όπως προσκαλέση τον Μάχτον να έλθη. Ο φιλόσοφος, όσον και αν εβίαζεν εαυτόν, έπασχεν ενδομύχως, και δεν είχε την δύναμιν όπως διηγηθή από τούδε εις την Αϊμάν εκείνο όπερ υπεσχέθη αύτη. Ήλπιζε δε ότι μετά την τελετήν της θυσίας έμελλε ν' αναλάβη το ίδιον εφ' εαυτού κράτος, όπερ θα ενίσχυεν η εγκαρτέρησις, η συνήθως παρομαρτούσα μετά τα γεγονότα, η απελαύνουσα τους ενδοιασμούς ους παράγει πάσα εκκρεμής κατάστασις. Προσεδόκα δε μετά πολλής ανυπομονησίας την επάνοδον του θεράποντός του.

Παράδοξον δε ότι εφοβείτο μήπως ο Μάχτος δεν έλθη, μήπως ο Θευδάς δεν επιστρέψη, και καθ' όλου προέβλεπε πρόσκομμά τι εις την εκτέλεσιν της αποφάσεώς του. Διέκρινεν ως σκιάν τινα ορθίαν εν τω σκότει, απειλητικήν και ζητούσαν να ματαιώση τα σχέδιά του. Ο Πλήθων εκάθισεν επί σκοπιάς τινος, οπόθεν η οδός ήτο ορατή επί τινα στάδια, και έβλεπε μήπως εφαίνετο μακρόθεν ο Θευδάς επιστρέφων.

Ο δε Πρωτόγυφτος, άπαξ μόνον ανεφανίσθη μετά την συνδιάλεξιν του Πλήθωνος και της Αϊμάς. Ήτο περί το λυκαυγές. Ο λύχνος ο καίων υπό την εστίαν ημαυρώθη και απεσβέννυτο βραδέως, το ερυθρόφαιον φως της ηούς εφώτιζε την είσοδον του σπηλαίου, και οι γλυκείς ψιθυρισμοί της εξεγειρομένης φύσεως ηκούοντο εναρμονίως αντηχούντες περί τας φάραγγας και τους δρυμώνας. Ο Πρωτόγυφτος με το υψηλόν και άκαμπτον αυτού σώμα, με την βαρείαν στάσιν και το απηνθρακωμένον πρόσωπον είχεν ολισθήσει λαθραίως και επλησίασεν εις την θύραν. Ο Πλήθων εξερχόμενος είδεν αυτόν και τω έκαμεν έν νεύμα δι' ου τω επέταττε ν' απομακρυνθή. Ο Πρωτόγυφτος ιδών το νεύμα εκείνο, έγεινεν ευθύς άφαντος, και έκτοτε δεν εφάνη πλέον επί του προσώπου της γης.

Κεφάλαιον ιδιόγραφον.

Το κεφάλαιον τούτο απεσπάσθη εκ του επιλόγου του παρόντος μυθιστορήματος. Επειδή δεν ήτο πεπρωμένον να διηγηθή ο Πλήθων προς την Αϊμάν εκείνο, όπερ επεθύμει αύτη να μάθη, οφείλει η σειρά της διηγήσεως ν' αναπληρώση χάριν του αναγνώστου την έλλειψιν ταύτην. Το μυστήριον, όπερ εξ ανάγκης περιέβαλλε τας σχέσεις των δύο κυριωτέρων προσώπων του διηγήματος τούτου, άκοντος εμού, ηλέκτρισε παραδόξως των αναγνωστών τινας. Τούτο τη αληθεία ουδόλως εκολάκευσε την ημετέραν φιλαυτίαν, ως λογογράφου. Νομίζομεν ότι η ύπαρξις της περιεργείας είνε τεκμήριον της ελλείψεως παντός διαφέροντος. Πλανώνται δε οι συγχέοντες τα δύο ταύτα όλως διάφορα πράγματα. Ή εις την καρδίαν πρέπει ν' απευθύνεται διήγησίς τις ή εις την φαντασίαν, όστις δε στοχάζεται του ενός, εξ ανάγκης αστοχεί του ετέρου. Αλλ' όστις και του πρώτου αστοχεί και του δευτέρου αποτυγχάνει, είνε ατυχής συγγραφεύς, άξιος οίκτου. Ουδέποτε ηθέλομεν κατορθώσει να επαρκέσωμεν εις την απαίτησιν περί διαλύσεως του μυστηρίου, του περικαλύπτοντος την παράδοσιν ην επραγματεύθημεν.

Δεν επετρέπετο ημίν να πλάσωμεν απίθανα μυθεύματα προς εξήγησιν παραδόσεων απιθανωτέρων. Απηγορεύετο προσέτι ημίν να μηκύνωμεν επί πλέον την διήγησιν ταύτην, ήτις φόβος είνε μη κατέστη ήδη φορτική. Ευτυχώς εγκαίρως επήλθεν ημίν επίκουρος η ανακοίνωσις δύο ανεκδότων χειρογράφων, άτινα διηγούνται κατ' ίδιον όλως τρόπον τα περί της σχέσεως του Πλήθωνος προς την Αϊμάν. Το περιεχόμενον των δύο τούτων χρονικών επίσης μας φαίνεται απίθανον, και όπερ χείρον, αντιφάσκουσι προς άλληλα. Αλλά διά του μέσου τούτου μετριάζεται τουλάχιστον η ημετέρα ευθύνη. Εφεξής μάλιστα παρατίθεμεν αυτολεξεί τα δύο ταύτα ανέκδοτα χρονικά:

«Διήγησις λίαν ψυχωφελής διά τας μαγγανείας όπου εμεθοδεύθη ο κατάρατος Σατάν διά μέσου του γόητος Γεμιστού, και διά το θαύμα οπού ακολούθησεν.

Αρχή συν Θεώ αγίω. Εις τας ημέρας του πολυχρονεμένου βασιλέως Ιωάννου εζούσεν άνθρωπος ονόματι Γεώργιος Γεμιστός, αγγείον του Σατανά και γεμάτος από κάθε λογής γοητείαν και ασέβειαν. Ούτος γουν ο άθλιος, πηγαινάμενός ποτε καιρού εις την Αδριανούπολιν, πολιτείαν της Ρούμελης λίαν μεγάλην και θαυμαστήν, ευρίσκει εκεί έναν πραγματευτήν εβραίον, ονόματι Ελιέζερ, όπου εις το φαινόμενον ήτον πραγματευτής, κατ' αλήθειαν δε ήτον μάγος και ψεύστης. Ούτος γουν ο μισόχριστος εφιλιώθη με τον Γεμιστόν και παρέλαβεν αυτόν εις τον οίκον του, διά να τον έχη μαθητήν του, και από αυτόν τον διδάσκαλον της κακίας εδιδάχθη ο Γεώργιος Γεμιστός κάθε είδους πονηρίαν και ανομίαν, εις τόσον οπού ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους δεν εύρεν άλλο σκεύος εκλεκτότερον διά λόγου του, και τον έκαμε πιστόν φίλον και όργανόν του, διά να καταργήση — ω της θεοστυγούς ανομίας! ίλεως να είσαι εις ημάς, Κύριε! — την αμώμητον πίστιν του Χριστού και να φέρη εις τον κόσμον την άθεον ειδωλολατρείαν. Τέτοια εσοφίσθη ο παμπόνηρος ανθρωποκτόνος να κατορθώση διά μέσου του άφρονος Γεμιστού. Αμμή ο φιλάνθρωπος και πολυέλεος Κύριος, οπού προείπε διά την εκκλησίαν του ότι Πύλαι Άδου δεν ήτον βολετόν να την καταπονέσουν, δεν ηθέλησε να κάμη τέτοιαν εγκατάλειψιν εις το πλάσμα του και ηυδόκησε να κατασυντρίψη τας Πύλας αυτάς του Άδου, από τας οποίας εξεράσθη ο παράφρων Γεμιστός και οι όμοιοί του κακόφρονες, και ηλευθέρωσε τον περιούσιον λαόν του από το κράτος των πονηρών δαιμόνων. Αφόντις γουν εποτίσθη βαθέως ο Γεμιστός με τα κακόδοξα νάματα της εβραϊκής απονοίας, ήλθεν εις την βασιλεύουσαν πόλιν και έμεινεν εκεί χρόνους επτά διδάσκοντας εις το φανερόν τα ιερά γράμματα και την φιλοσοφίαν, αμμή εις το κρυφόν όσους ειμπορούσε να σαγηνεύση διά να τους κάμη ομόφρονάς του, τους εδίδασκε την κακόδοξον πλάνην του, και πολλούς από τους μαθητάς του εφαρμάκωσε με αυτόν τον τρόπον, φέρνοντάς τους εις την απώλειαν, ώστε να μη λατρεύουν πλέον τον αληθινόν Θεόν, αλλά να προσκυνούν — ω της απονοίας και αναισχυντίας! — κωφά και αναίσθητα ξόανα. Σιμά εις τούτο κατεγίνετο ο άθλιος και εις την μαγείαν, και εδίδασκε τους πιστούς του πώς να ομιλούν με τους δαίμονας, προσκαλώντας με ασεβή και ανόσια μηχανήματα από τα κατώτατα του Άδου τους πονηρούς δαίμονας, να παρουσιάζονται ολοφάνεροι εμπρός εις τα όμματά τους και να συνομιλούν αναμεταξύ τους ως πιστοί φίλοι. Και ό,τι μοχθηρόν και παράνομον θέλημα εζήτει ο Γεμιστός, τούτο εκτελούσε κατά θείαν παραχώρησιν ο μισόκαλος. Και κοντολογής δεν ήτον τρόπος και είδος κακίας και ανομίας οπού να μη το εδίδασκεν εις τους μαθητάς του ούτος ο δυσσεβής Γεμιστός, πολλαπλασιάζοντας μετά τόκου το χάρισμα οπού έλαβεν από τον διδάσκαλόν του τον μισόθεον Ελιέζερ, ή μάλλον από τους ακαθάρτους δαίμονας. Μίαν γουν ημέραν ο ανόσιος Γεμιστός, θέλοντας να δείξη την δύναμιν και εξουσίαν οπού είχε λάβει από τους καταράτους δαίμονας, ώστε να του κάμνωσιν όλα τα θελήματά του, λέγει εις έναν από τους μαθητάς του, ονόματι Νίκανδρον: «Γνωρίζεις πόσην εξουσίαν έχω. Όλα τα θελήματά μου τα εκτελούσιν οι θεοί» (θεούς ονομάζοντας τους ακαθάρτους δαίμονας). Λέγει του ο Νίκανδρος: «Γνωρίζω, διδάσκαλε, ότι έχεις μεγάλην εξουσίαν, αμμή πώς γίνεται να σου εκτελούσιν οι θεοί όλα τα θελήματά σου;» Λέγει του ο Γεμιστός: «Όλα, πίστευσόν μου, ω Νίκανδρε, ό,τι και αν επιθυμήσω, χωρίς αργοπορίαν το απολαμβάνω από τους θεούς». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ό,τι και αν επιθυμήσης, διδάσκαλε; Και αν επιθυμήσης ένα πράγμα, όπου να είνε φυσικά αδύνατον;» Και ο Γεμιστός: «Σώνει να μην είνε κατά πλάτος γενικόν και απεριόριστον, ήγουν αν ζητήσω την καταστροφήν της κτίσεως, δεν την εκτελούσιν οι θεοί. Αμμή αν είνε κατά βάθος μέγα το ζητούμενον, αγκαλά και να είνε αδύνατον κατά πράξιν, οι θεοί θα μου το εκτελέσουν». Και ο Νίκανδρος: «Ας είνε όσον μέγα και εξαίσιον;» Ο Γεμιστός: «Ας είνε όσον ενδέχεται εξαίσιον και θαυμάσιον». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Παράδοξα συντυχαίνεις, διδάσκαλε». Λέγει του ο Γεμιστός: «Διά να μη στοχασθής ότι είνε εις το μέσον καμμία απάτη, σου δίδω ελευθερίαν να προσδιορίσης εσύ το ζητούμενον, και εγώ να το ζητήσω από τους θεούς, ό,τι συ προσδιορίσης, και οι θεοί ευθύς θα μου το δώσουν». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ειμπορούν οι θεοί να πλάσουν νέαν πλάσιν;» Και ο Γεμιστός αποκριθείς είπε: «Είπαμεν ότι τέτοιαν απόφασιν δεν έχουν οι θεοί, ύστερα από τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος». Και ο Νίκανδρος: «Δεν θέλεις τους ζητήσει να πλάσουν νέαν δημιουργίαν εις όλον το πρόσωπον της γης· μόνον ένα δείγμα θέλεις τους ζητήσει». Και ο Γεμιστός είπε: «Τι λογής δείγμα;» Και ο Νίκανδρος: «Ωσάν ένα πλάσμα ανθρώπινον, οπού να μην είνε γεννημένον από γονείς κατά σάρκα.» Και ο Γεμιστός γελάσας είπε: «Το ευκολώτερον μου εζήτησες.» Λέγει του ο Νίκανδρος: «Δύνασαι να το απολαύσης τούτο»; Ο γουν Γεμιστός, χωρίς να του αποκριθή, εκλείσθη εις την μιαράν φωλεάν του και ήρχισε να επικαλήται τους πονηρούς δαίμονας, συντυχαίνοντας ολοφάνερα με αυτούς και λέγοντας: «Κάμετέ μου το θέλημα τούτο, ω αθάνατοι θεοί, διά να ίδη και ο Νίκανδρος να πιστεύση.» Μόλις γουν επρόφθασε να είπη τους λόγους τούτους, και ευθύς ο πονηρός δαίμων εμφανίζεται εν μορφή ευειδούς νέου ο μιαρός, με το σχήμα του θεού του Απόλλωνος, όπως τον παρίσταναν εις τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, κρατώντας εις την αγκάλην έν νήπιον θηλυκόν, κλαυθμυρίζον, και δίδοντάς το εις τον Γεμιστόν είπε: «Λάβε ταύτην, ω Πλήθων, και γείνε τροφός να την αναθρέψης, επειδή το εζήτησες.» Ο γουν Γεμιστός έλαβε το νήπιον εκείνο, και έδειξέ το εις τον μαθητήν του, λέγοντας: «Ιδού βλέπε, ω Νίκανδρε, οπού δεν το επίστευες». Αύτη γουν η μικρά κόρη ήτον αληθώς πλάσμα του διαβόλου, και δεν εγεννήθη κατά την ανθρωπίνην φύσιν εκ συνουσίας ανδρός και γυναικός, αλλ' εγεννήθη κατά τας μεθοδείας του πονηρού δαίμονος. Και ο Γεμιστός θέλοντας να υπακούση εις τα κελεύσματα του πατρός του, του βδελύου Σατάν, δεν την έδωκεν εις γυναίκα να την βυζάση, αλλά την ανέθρεψεν αυτός, τρέφοντάς την με το γάλα μιας αιγός ήγουν κατσίκας, και όταν εμίσευσεν από την βασιλεύουσαν πόλιν, την έφερε μαζή του, περιπλανώμενος εις την υφήλιον διά να εύρη και άλλους να σαγηνεύση εις την μιαράν και κακόδοξον πλάνην του. Οι γουν φίλοι και ομόφρονές του, έστωντας να μισεύση ο Γεμιστός από την βασιλεύουσαν, διέδωκαν ότι η παιδίσκη εκείνη ήτο εξ ιχώρος ήγουν θεογέννητος — ω της κακοδόξου πλάνης και αθεΐας! — γεννημένη από τον θεόν τον Απόλλωνα και από θνητήν γυναίκα. Και άλλοι πάλιν έλεγαν ότι ήτον εκ βασιλικού αίματος, αναφέροντας εις μαρτυρίαν ότι την ιδίαν ημέραν οπού έφερεν ο πονηρός Σατάν το κόριον εκείνο εις τον πιστόν του δούλον και θεράποντα Γεμιστόν, η νύμφη του βασιλέως Ιωάννου Ευδοκία είχε τέκει βρέφος θηλυκόν, οπού έγεινεν άφαντον ευθύς άμα εγεννήθη, και όσας ερεύνας και αν έκαμαν οι οφφικιάλοι και οι δορυφόροι του βασιλέως, εστάθη αδύνατον να ευρεθή. Είπαν γουν τινες ότι το πορφυρογέννητον εκείνο νήπιον το είχαν αρπάσει Αθίγγανοι και το ανέθρεψαν, και εμεγάλωσεν εις μέσον τους μη γνωρίζοντας τους γονείς του, και όλον τούτο έγεινε διά τας αμαρτίας του βασιλέως, διά να παιδευθή εις αυτόν τον πρόσκαιρον κόσμον, και ν' αποφύγη εις τον άλλον την αιώνιον κόλασιν, οπού υπήγε να προσκυνήση τον αντίθεον Πάπαν.

Άλλοι πάλιν λέγουσιν ότι το συμβάν τούτο ακολούθησεν εις τους ,αυλς' χρόνους προτού να υπάγη ο βασιλεύς εις την Ιταλίαν, και δεν ήτο πρέπον να παιδευθή δι' έν αμάρτημα όπου δεν είχε πέσει ακόμη. Αλλ' ως τόσον το αληθές είνε, ότι η κόρη που ανέθρεψεν ο Γεμιστός ήτο πλάσμα των πονηρών δαιμόνων. Έστωντας γουν να υπάγη εις την Ρόδον ο παμμίαρος ήρχισε να διδάσκη εις τας αγοράς και εις τας πλατείας των πόλεων την ασεβή καινοτομίαν του, και οι ευλαβείς προεστοί και ιερείς του τόπου, φοβούμενοι μήπως ακολουθήση ο λαός κατόπιν του, διά να προφυλάξωσι το ποίμνιον να μη γείνη βορά του μιαιφόνου λύκου, τον κατεδίωξαν και εζήτουν να τον φυλακώσωσιν. Αλλά το δαιμόνιον όπου είχε μέσα του του προανήγγειλε τον κίνδυνον όπου έτρεχε, και σηκωθείς διά νυκτός έφυγεν από την χώραν, τρέχοντας εις τα βουνά, και φέροντας μαζή και την δαιμονόπλαστον κόρην, όπου ήτον έως έξ χρόνων τότε. Αμμή οι στρατιώται έτρεχον κατόπιν του να τον φθάσουν, και επειδή η κόρη δεν ηδύνατο να περιπατήση, ο Γεμιστός την εβάστα εις τον κόλπον του, έως ότου απέκαμε να τρέχη, και ο ανίσχυρος Σατάν δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Τότε θυμωθείς ο Γεμιστός (διότι τέτοιαι είνε αι ανόσιοι αφοσιώσεις, ως τόσον μόνον ισχύουν τα παράνομα συμβόλαια, και τόση ήτον η λυκοφιλία του Σατάν με τον Γεμιστόν, όπου του υπεσχέθη να τον υπουργή εις αυτόν τον κόσμον, παίρνοντας εις αντάλλαγμα την ψυχήν του) ρίπτει την κόρην εις τον ποταμόν, και ελαφρωθείς, φεύγει διά να γλυτώση από την δίωξιν. Αλλ' η δαιμονογενής κόρη ούτε επνίγη ούτε εφονεύθη, διότι όπως η γέννησίς της ήτον παρά φύσιν, έτσι και ο θάνατός της δεν ηδύνατο να έλθη κατά φύσιν. Και ο μεν Γεμιστός έφυγε διά νυκτός από την Ρόδον και εγλύτωσε προς καιρόν από την δικαίαν παίδευσιν, όμως δεν ηδύνατο να σωθή και από την αιώνιον κόλασιν. Και πηγαινάμενος εις την Σπάρτην εκατοίκησεν εκεί, διδάσκοντας εις τους οπαδούς του τα ασεβή δόγματα. Αλλ' ο πονηρός Σατάν εβοήθησε το πλάσμα του, και η κόρη εγλύτωσεν από τον πνιγμόν. Αλλ' όμως εναντίον του Γεμιστού υπεκρίθη ο παμπόνηρος ότι έτρεφε μνησικακίαν διά την εγκατάλειψιν της κόρης, και παίρνοντας αυτήν εις τας χείρας του, την έφερεν αοράτως εις το σπήλαιον του Γεμιστού, και την παρέστησεν αιφνιδίως εις τας όψεις του. Ο γουν Γεμιστός απ' εκείνης της στιγμής ήρχισε να τρέφη προς την κόρην ακάθαρτον και σατανικόν έρωτα. Και διά να πειράξη ο παμπόνηρος τον δείλαιον Γεμιστόν, οπού ήτον ήδη εξήντα χρόνων γέροντας (ούτω γαρ ανταμείβει τους αυτόν δουλεύοντας), άναψε εις τα στήθη του φλόγα ερωτικήν λίαν χαλεπήν και άσβεστον, ως να ήτον είκοσι χρόνων νεανίσκος. Εις καιρόν γουν οπού ο άθλιος Γεμιστός τυφλωμένος από το απονενοημένον πάθος άπλωσε την χείρα διά να δρέψη τον καρπόν του έρωτος, (η γαρ δαιμονόπλαστος κόρη είχεν ηλικιωθή με τους χρόνους οπού επέρασαν), έξαφνα αυτή η αφύσικος παιδίσκη χάνεται απ' εμπρός των οφθαλμών του, και (ω του θαύματος!) μεταβάλλεται εις ένα σωρόν στάκτης, ώστε οπού το χέρι του Γεμιστού αντί ανθρωπίνης σαρκός έπιασε στάκτην. Διότι το δαιμονικόν τούτο πλάσμα, κατά παραχώρησιν Θεού γενόμενον, ήτον μόνον κατά φαντασίαν, και δεν υπήρχε κατ' ουσίαν άνθρωπος, αλλ' είχε μόνον τους χαρακτήρας έξωθεν, ώστε οπού δεν ηδύνατο να μείνη διά πάντα εις την ανθρωπίνην ύπαρξιν. Αφόντις γουν εξετέλεσεν ο πονηρός τον σκοπόν του, θέλοντας να καύση και εις αυτόν τον κόσμον τον παράνομον Γεμιστόν, όπως έμελλε να τον καίη αιωνίως εις τον μέλλοντα, (η γαρ φλόγα του έρωτος είνε πείρα και εικών και τύπος του αιωνίου πυρός της Κολάσεως), τότε ο Θεός ωργίσθη και δεν εσυγχώρησε να έλθη εις δαιμονόμικτον πείραν το πλάσμα του, αλλ' εδίωξε τους πονηρούς δαίμονας κατακρημνίζοντάς τους εις το πυρ το εξώτερον, καθώς λέγει ο ιερός λόγος. Έπονται και άλλαι τινές πληροφορίαι, αλλ' ημείς ευλαβούμενοι διακόπτομεν ενταύθα την δημοσίευσιν του ανωτέρω κειμένου, και μεταβαίνομεν εξής εις το δεύτερον:

«Τάδε γέγραπταί μοι Δομετίω τω ευλαβεί ιερομονάχω, εξ ων αυτός τε εώρακα και άλλων ακήκοα διαλεγομένων. Φημί δε πάσας τας ιστορίας ή προς σπουδήν ή προς τερπωλήν γεγράφθαι. Η μεταξύ δε τούτων λοιπή, είη δ' αν αύτη ή εφ' εκάτερα ή επ' ουδέτερα. Και τα μεν πρώτον είδος Θουκυδίδης μάλιστα ήσκησε, το δεύτερον δε Ηρόδοτος. Το δε τρίτον άλλοις τε καμοί πεπείραται. (Ενταύθα παραλείπονται πολλά χάριν συντομίας). Εγένετο δε τηνικαύτα ανήρ ω όνομα Γεώργιος ο Γεμιστός, μέγας τε και πολύς ούτος εν τοις Έλλησιν. Ούτος ουν άλλα τε πολλά κεκαινοτόμηκεν, έν δε και μέγιστον τόδε: Εβούλετο γαρ την επί των ειδώλων λατρείαν μεταστήσαι τους Έλληνας. Οι δ' έφασαν αυτόν τοις δαίμοσιν ομιλείν, και πονηρών πνευμάτων επιφοίτησιν υφίστασθαι. Ο δ' ου τοις δαίμοσιν αληθώς ωμίλει (φημί γαρ ουδενί ανθρώπων εξείναι το παράπαν) αλλά τοις θεοίς διαλέγεσθαι και άλλα τοιαύτα επλάττετο. Οι γαρ δαίμονες, είπερ αληθώς εισί τινες, δήλον ότι αόρατοι και άυλοι τυγχάνουσι. Πώς ουν αν τις σφίσιν ομιλοίη; (Πάλιν παραλείπονταί τινα χάριν των αναγνωστών). Έφασαν δ' αυτόν και νεάνιδά τινα ευνοία τη των δαιμόνων απολαβείν, ευχάς τούτοις και λιτάς αποδόντα. Εμοί δ' ου δοκεί παρά των δαιμόνων το δώρον τούτο δέξασθαι εξόν αυτώ παρά των ανθρώπων ευκοπώτερον της τοιαύτης ευνοίας τυχείν. Χρησμόν δέ τινα είναι έλεγον, ος αν ανθρώπων της κόρης ταύτης ως υπερφυούς τύχη, τούτω την ηγεμονίαν της Έω περιέσεσθαι. Οίμαι δε λήρους και ανοίας ανθρώπων τα τοιαύτα είναι, τα τε άλλα εική ειρήσθαι, και την βασιλεύουσαν πόλιν ει πέπτωκεν, ουχί μοίρα και αίση τινί θεία πεπτωκέναι, αλλά δι' ολιγωρίαν και ραστώνην την συμφοράν ταύτην επελθείν...»

Λυπούμεθα ότι ο χρόνος επείγει και δεν δυνάμεθα να παραθέσωμεν πλείονα τεμάχια του πολυτίμου τούτου δοκιμίου, όπερ ηδύνατο πολλά να διδάξη τους ημετέρους αναγνώστας. Το μέγιστον δυστύχημα είνε ότι κατ' ουδέν σχεδόν προήγαγον την ημετέραν ιστορίαν τα δύο ταύτα γραπτά μνημεία, και το ζήτημα περί των σχέσεων της Αϊμάς και του Πλήθωνος μένει σκοτεινόν ως προτού. Εν τούτοις ο αναγνώστης δύναται να κρίνη μεταξύ των δύο χρονικών, ων το μεν πρώτον διηγούμενον μύθους ουδεμιάς πίστεως είνε άξιον, το δε δεύτερον είνε άντικρυς σοφιστικόν και αρνητικόν. Το κατ' εμέ, απονίπτω τας χείρας. Εν τούτοις φρονώ ότι δύναμαι να εκφέρω γνώμην τινά, ως είς των αναγνωστών. Ο Πλήθων, ως μοι φαίνεται, είχε λάβει υπό την προστασίαν του κόρην τινά ορφανήν και την ανέθρεψε. Το μυστήριον όπερ περιέφερε πανταχόσε μεθ' εαυτού ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος, και η απαίσιος φήμη ην είχε παρά τω λαώ, περιέβαλε και την κόρην ταύτην. Και άλλοι μεν είπον ότι η παιδίσκη αύτη ήτο κόρη των δαιμόνων, άλλοι δε ότι είχεν αρπασθή διά σατανικών μαγγανειών εκ των ανακτόρων. Φαίνεται δε ότι θήλυ τι βρέφος βασιλικόν είχε γείνει ανάρπαστον εκ του λίκνου κατά τον αυτόν χρόνον, αγνοείται υπό τινος. Εννοείται ότι πολύ απέχω του να πιστεύσω ότι ο Πλήθων είχεν αποκομίσει το βρέφος τούτο εκ των ανακτόρων. Ο Πλήθων δεν ήτο τοιούτος, οίον τον παρίστων αι τότε παραδόσεις· ήτο θετικός ανήρ, και δεν ηδύνατο ν' ασχολήται εις ύποπτα, ουδέ να πιστεύη χρησμούς και μαντείας. Απελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Πλήθων έλαβε μεθ' εαυτού την παιδίσκην, και ανέτρεφεν αυτήν φιλοστόργως. Μεταβάς εις Ρόδον κατεδιώχθη είτε διά πολιτικούς λόγους παρά των φράγκων ιπποτών, είτε διά θρησκευτικούς παρά των εντοπίων. Ευρεθείς εις το έσχατον της ανάγκης ο φιλόσοφος έπαθε, φαίνεται, πρόσκαιρον των φρενών διατάραξιν, και έρριψε την μικράν εις τον καταρράκτην, πράξας τούτο ως ο αμυνόμενος υπέρ της ιδίας αυτού ζωής, και διότι δεν ήθελε, φαίνεται, ν' αφήση την μικράν κόρην εις χείρας των διωκτών του, ους εγίνωσκεν απανθρώπους και δυναμένους να εκδικηθώσι κατά της μικράς, όσω μάλλον αύτη εθεωρείτο παρά τω λαώ τέρας δαιμονόληπτον. Επίστευσεν ίσως ότι έπραττε φιλανθρωπίας έργον, απαλλάττων το αθώον εκείνο πλάσμα μακράς και φρικώδους βασάνου. Ακολούθως κρυβείς εν Ρόδω ο φιλόσοφος ήκουσε την περί της διασώσεως αυτής φήμην. Τότε κατενύγη την καρδίαν, και δελεάσας διά χρημάτων τους φρουρούς εισήλθε διά νυκτός εις το νοσοκομείον, όπου ευρίσκετο η μικρά, ελπίζων να πείση την νοσοκόμον όπως τω αποδώση αυτήν. Αποτυχών τούτου, κατώρθωσεν ύστερον δι' ισχυρών μέσων (διότι πανταχού και πάντοτε είχεν ισχυρά μέσα, παρά την καταδρομήν ης ήτο θύμα) ν' αρπάση αυτήν διά τρίτων και να φύγη εκ Ρόδου. Ελθών εις Μονεμβασίαν ενεπιστεύθη διά τρίτου πάλιν την κόρην εις τον Πρωτόγυφτον, διότι έτοιμος ων δι' άλλας αποδημίας, δεν ηδύνατο να την έχη αυτός πλησίον του. Ότε μετά τινα έτη επανήλθεν οριστικώς εκ των περιοδειών, ο Πρωτόγυφτος δεν ηθέλησεν οίκοθεν να τον αναγνωρίση ως θετόν πατέρα της νεανίδος, αλλά συνήνεσε μόνον να τω την πωλήση. Ο Πλήθων δεν ηθέλησε να ομιλήση εξ αρχής με την Αϊμάν απ' ευθείας, διότι κατά την συνάντησιν εκείνην, ην διηγήθημεν εν τω Α' μέρει του βιβλίου τούτου, ο φιλόσοφος είχεν εννοήσει ότι η Αϊμά δεν είχεν αποβάλει την ανάμνησιν της φρικώδους σκηνής, της εις τον καταρράκτην εκσφενδονίσεως, και έπασχεν είδος τρόμου επί παρουσία αυτού. Πλην τούτου και ο Πλήθων έπασχεν εκ τύψεων συνειδήσεως διά την πράξιν εκείνην. Ήτο δε ηναγκασμένος και να κρύπτη πάντοτε πάσαν αυτού ενέργειαν, διότι η περιβάλλουσα το όνομα αυτού απαίσιος φήμη εβόμβει εις τα ώτα του ως διηνεκής απειλή, και είχεν εξοικειωθή προς τον αλλόκοτον βίον ον διήγε. Διά τον αυτόν λόγον απέφυγε και να μετέλθει την βίαν, δι' ων μέσων είχεν, όπως αποσπάση εκ των ονύχων του Γύφτου την νεανίδα. Προς αποφυγήν δε σκανδάλου και θορύβου έπεμψεν αυτήν εις το μοναστήριον. Ίσως δε προώριζεν αυτήν ως ιέρειαν των ειδώλων· ούτος πρέπει να ήτο ο σκοπός του. Τελευταίον πρέπει να είπωμεν, ότι ο Πλήθων, καίπερ πρεσβύτης ήδη, συνέλαβεν ίσως επί μίαν στιγμήν όψιμόν τι αίσθημα, και εμελέτησε καθ' εαυτόν την μετά της Αϊμάς ένωσιν, αλλ' όμως απώθησεν ευθύς την ιδέαν ταύτην, φοβηθείς το γελοίον, και απεφάσισε να νυμφεύση την Αϊμάν, προικίζων αυτήν και τον Μάχτον, και καθιστών διά μιας χειρός δύο ευτυχείς. Ο δε λόγος δι' ον δεν ηθέλησε να είπη ευθύς προς την νεανίδα, όσα εκείνη επεθύμει να μάθη, αλλ' ανέβαλλε τούτο όσον το δυνατόν, προήρχετο εκ της συγκινήσεως υφ' ης κατείχετο ο πλατωνικός, και εκ των οξέων παλμών του υστερογενούς τούτου αισθήματος ίσως. Αύτη μοι φαίνεται η πιθανωτάτη γνώμη.