Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 38: Κεφάλαιο 38

Ψήγματα ευτυχίας.

Ουδέποτε η Αϊμά ευρέθη εις τοσαύτην αμηχανίαν, όσην ησθάνθη ότε έστη αιφνιδίως αντιμέτωπος του Γεωργίου Γεμιστού. Ότε ο φιλόσοφος είχεν εξέλθει μετά την μακράν εκείνην προσευχήν ην απηύθυνε εις τους θεούς, είχε καθίσει έξω εγγύς της θύρας, και έπλεεν εις πέλαγος διανοημάτων και δισταγμών. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος, και η Αϊμά είχεν εξεγερθή. Τότε ο φιλόσοφος ήκουσε τον σφοδρόν εκείνον διάλογον μεταξύ της κόρης και του πρώτου των Γύφτων. Κατανυγείς την καρδίαν, έκρινεν επίκαιρον να εμφανισθή, και ανοίξας την θύραν, εισήλθε. Το πρώτον κίνημα όπερ έκαμεν, ήτο να νεύση προς τον Πρωτόγυφτον ίνα αποσυρθή. Ούτος δε αφορμήν περιέμενε, και εξήλθεν ευθύς, προτού η Αϊμά προλάβη να τον παρατηρήση. Αλλ' όμως έστρεψεν ακολούθως το όμμα και είδε την αφάνειαν του Γύφτου. Τότε περιέφερε μετά τρόμου το βλέμμα επί του προσώπου του Πλήθωνος. Ο φιλόσοφος ενέβλεπεν αύτη μετά πολλής ημερότητος, και η κόρη έλαβε μικρόν θάρρος.

— Μη φοβού, τη είπεν.

Η νέα, τρέμουσα τα γόνατα, κατέπεσε και εκάθισεν επί τινος βάθρου.

— Διατί τρέμεις, κόρη μου; επανέλαβεν ο Πλήθων. Μάθε ότι δεν
είμαι εχθρός σου, καθώς νομίζεις. Είμαι φίλος.

— Φίλος, επανέλαβε μηχανικώς η Αϊμά.

— Φίλος, και μάλιστα προστάτης. Ουδείς επί της γης σε αγαπά
πατρικώς, ως εγώ.

Η Αϊμά εσίγησεν. Αλλ' όμως το βλέμμα αυτής εξέφραζεν απορίαν.

— Και δύναμαι ν' αποδείξω τούτο. Ζήτησόν μου τι επιθυμείς, και θα
ίδης αν είμαι πρόθυμος να σοι το παραχωρήσω.

Η Αϊμά δεν ετόλμα να λαλήση. Ο φιλόσοφος έβλεπε τον δισταγμόν της διά μέσου των βλεφαρίδων της, αίτινες εσκέπαζον τους τεταπεινωμένους αυτής οφθαλμούς.

— Είνε αδύνατον να μη επιθυμής τι, επανέλαβεν ο Πλήθων. Δεν
υπάρχει ανθρώπινον πλάσμα, όπερ να μη φλογίζη η επιθυμία. Αλλά τούτο δεν απαγορεύουσιν οι θεοί. Αρκεί η τοιαύτη επιθυμία να είνε θεμιτή.

Η νέα εφάνη αποφασίσασα. Είπε δε διά ταπεινής φωνής·

— Ειπέ μοι τίνες είνε οι γονείς μου, και δεν επιθυμώ τίποτε άλλο.

Ο Πλήθων ανεσκίρτησεν. Ως φαίνεται δεν είχε προβλέψει εγγύθεν την τοιαύτην απαίτησιν.

— Τους γονείς σου; επανέλαβε. Μόνον αυτό ζητείς;

— Μόνον αυτό, είπεν η Αϊμά.

— Και τούτο υπόσχομαι να σοι το είπω, ω κόρη.

— Ειπέ μοι λοιπόν, είπεν υψώσασα το βλέμμα η Αϊμά.

— Όχι τώρα, είπεν ο φιλόσοφος.

— Διατί όχι τώρα; ηρώτησε μετά θάρρους η νέα.

— Εν καιρώ θα μάθης τούτο.

Η Αϊμά εφάνη λυπηθείσα.

— Διατί ανυπομονείς; είπεν ο Πλήθων. Όταν σοι λέγω ότι είμαι
φίλος, διστάζεις;

— Φίλος; επανέλαβε μετά πικρίας η Αϊμά. Και με καταδιώκεις!...

— Εγώ;

— Δέκα έτη και πλειότερον. Από τότε που ήμουν μικρή! Δεν με
έρριψες εις τον κρημνόν διά να αποθάνω;

Ο Πλήθων ανεσκίρτησε βιαίως. Ίσως δεν επίστευεν ότι τον ενεθυμείτο η νέα. Ενόμιζεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να τον αναγνωρίση εκ τόσον μακρού χρόνου.

— Ενθυμείσαι λοιπόν; είπεν.

— Ενόμιζες ότι το ελησμόνησα; είπεν η Αϊμά.

Ο Πλήθων σκεφθείς επ' ολίγον, είπε·

— Και όμως... όταν σοι είπω... πιστεύω ότι και εις τούτο θα μοι
αποδώσης το δίκαιον.

— Ειπέ μοι, διηγήσου μοι τούτο· και εγώ αυτό ζητώ, είπεν η Αϊμά.

— Τούτο αποτελεί ακριβώς την δυσκολίαν. Όταν σοι διηγηθώ τούτο,
θα σ' είπω όλην την ιστορίαν.

— Και δεν θέλεις να μοι την είπης;

— Δεν δύναμαι σήμερον.

— Διατί;

— Διά να σοι είπω το διατί, πρέπει να σοι διηγηθώ αυτό το πράγμα,
όπερ απαιτείς. Άκουσον, κόρη. Έχε υπομονήν. Θέλω να σοι είπω τα πάντα, πίστευσόν με. Και όχι μόνον θέλω, αλλ' οφείλω να σοι τα είπω. Διότι η ιστορία αύτη σοι ανήκει, είνε ιδιοκτησία σου, και εγώ είμαι θεματοφύλαξ αυτής. Είσαι ισχυρά εν τω δικαίω σου, και δεν πρέπει να καταχράσαι. Θα σοι τα είπω τάχιστα. Μη αδημονής.

— Αλλά πότε; είπεν η Αϊμά. Προσδιόρισε πότε θα μοι το είπης.

— Μετ' ολίγας ημέρας.

— Και εγώ τι θα κάμω εν τω μεταξύ;

— Θα περιμένης.

— Πού; Εδώ δεν θα μείνω.

— Διά της βίας δεν σε κρατώ. Αλλά σε παρακαλώ να μείνης.

Η Αϊμά εδίσταζεν. Ο Πλήθων επανέλαβε·

— Σοι είπα να μοι ζητήσης ό,τι επιθυμείς. Δεν επιθυμείς τι;

— Αλλά σοι είπα κ' εγώ τι επιθυμώ.

— Είνε το μόνον; ως νέα δεν έχεις επιθυμίαν τινά;

— Ποίαν επιθυμίαν να έχω; απήντησεν αφελώς η Αϊμά.

— Ήκουσα ότι...ειξεύρεις ότι ο Μάχτος δεν είνε αδελφός σου, είπεν
ο Πλήθων.

Η περίφρασις δε αύτη εσήμαινεν: «Ήκουσα ότι...αγαπάς τον Μάχτον».

— Ειξεύρω βεβαίως ότι δεν είνε αδελφός μου, είπεν η Αϊμά
ερμηνεύουσα κατά γράμμα την φράσιν.

— Λοιπόν... μήπως τυχόν θέλεις;...„

— Τι να θέλω; ηρώτησεν απορούσα η Αϊμά.

— Μήπως θέλεις να τον νυμφευθής;

— Εγώ; έκραξεν έκπληκτος η Αϊμά.

— Ούτω πρέπει να είνε, είπεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν ο Πλήθων,
εκλαβών την έκπληξιν της νεανίδος ως δισταγμόν εκ παρθενικής απορρέοντα δειλίας.

— Η Αϊμά εσίγα.

— Λοιπόν θα σας νυμφεύσω, επανέλαβε φαιδρώς ο φιλόσοφος. Ναι, από
πολλού επεθύμουν να συμπέση τοιαύτη περίστασις, προσέθηκε μάλλον μονολογών. Κατά τον χρόνον του ιερατικού μου σταδίου δεν ετέλεσα γάμον, ουδέ προσήνεγκον σπονδάς υπέρ νεονύμφων. Έθυσα θυσίας άλλας βιωτικάς και νεκρωσίμους, αλλ' υμέναιον ουδένα ετέλεσα. Και ήδη είνε καιρός να σπείσω την σπονδήν ταύτην. Ειξεύρεις, ω κόρη, ότι είμαι ιερεύς;

— Ιερεύς; επανέλαβεν η Αϊμά.

— Ναι, ιερεύς των θεών. Εγώ αυτός θα τελέσω τον γάμον σου μετά
του Μάχτου.

Και ταύτα λέγων επίστευεν ενδομύχως ο Πλήθων, ότι μεγίστην και αμύθητον προυξένει ευτυχίαν εις την Αϊμάν. Αλλ' οι θεοί, τοσαύτα απονείμαντες αυτώ δωρήματα, εφείσθησαν του μαντικού χαρίσματος, και δεν κατέστησαν αυτόν οιωνοσκόπον.

— Και ευθύς μετά τον γάμον, επανέλαβε, θα σοι δηγηθώ τέλος την
ιστορίαν εκείνην, δι' ην τοσούτον ανυπομονείς. Λέγουσιν, ότι οι θεοί δεν δωρούσι τέλειον το ευεργέτημα των αγαθών φρενών εις την κόρην προτού να καταστή αύτη γυνή. Περί σπουδαίων πραγμάτων δύναται ν' ακούση τις όταν είνε ήδη σύνευνος και μέλλει όσον ούπω να καταστή μήτηρ αγαθών τέκνων, βλαστών του υμεναίου. Αλλ' εις κόρην τίς δύναται να διηγηθή σοβαρά πράγματα; Η κόρη είνε κούφη ως το πτερόν, ελαφρά ως νεφέλη, ευαπάτητος και ευπαγίδευτος ως στρουθίον. Όταν αναφθώσιν αι δάδες του ιμέρου και αντηχήση ο ύμνος του υμεναίου, τότε το στρουθίον συνελήφθη εις την παγίδα, η κόρη υπερέβη τον ουδόν του βίου, και μετέστη από του προσκαίρου σταθμού εις την αληθή κονίστραν του εγκοσμίου αγώνος. Ήκουσάς ποτε, ω κόρη, υμέναιον αδόμενον;

— Όχι, είπεν η Αϊμά.

— Λοιπόν ευτύχημα, ότι ο πρώτος ον θ' ακούσης θα είνε ο εδικός
σου. Ειπέ, είσαι ευχαριστημένη;

Η Αϊμά ένευσε κάτω και ουδέν απήντησε.

— Παρθενική αιδώς, είπε μονολογών ο Πλήθων. Παν έαρ έχει τα ρόδα
του, και το μάλιστα ευώδες και εύχρουν ρόδον είνε το της παρθενίας, του καλλίστου τούτου έαρος. Δύσμοιρον γήρας, βαρύς και παγετώδης χειμών του βίου, όστις μόνον την ανάμνησιν της ευωδίας ταύτης διασώζεις! Και πάλιν ευτύχημα τούτο διά σε. Όταν τα ρόδα εξηράνθησαν, τα διατηρεί τις επιμελώς εξηραμμένα. Αν οι θεοί παράσχωσιν εις γέροντα τινα αγαθήν μέχρι τέλους συνείδησιν, και στρώσωσι διά των αποξηραμμένων τούτων ανθέων το προσκεφάλαιον αυτού, τούτο είνε η αρίστη εξόφλησις της απαραιτήτου ταύτης οφειλής, η καλλίστη συντέλεσις του μοχθηρού τούτου αγώνος, του επιβαλλομένου εις πάντας. Αλλ' η μεγίστη επιθυμία του γήρατος είνε το να δύναταί τις να δώση εις άλλους την ευτυχίαν, χωρίς να την έχη αυτός. Τι λέγω; Τούτο καθ' αυτό αποτελεί την μεγίστην ευτυχίαν. Μη φθόνει, ω θνητέ. Τούτο είνε θείον, διότι οι θεοί μόνοι δύνανται να καθιστώσιν ευτυχείς. Και ο Πλάτων ορίζει ούτω το θείον, παρέχων αυτώ γνωρίσματα τοιαύτα· « αγαθός, φθόνου εκτός ων». Όταν δύναται τις να είνε εκτός φθόνου, τότε αληθώς είνε υπεράνθρωπος, τότε εξαίρεται, τότε θεούται.

Η Αϊμά εθεώρει άφωνος τον παράδοξον τούτον άνθρωπον, και ήκουεν αυτόν μονολογούντα χωρίς να εννοή λέξιν.

— Λοιπόν, τη είπεν αίφνης ο φιλόσοφος, σύμφωνοι; Θα μείνης εδώ,
αύριον θα έλθη ο Μάχτος, και θα σας νυμφεύσω. Δεν έχει ούτω;

Η κόρη εδίσταζε.

— Δεν απαντάς; επανέλαβεν ο Πλήθων

— Ναι, είπεν η Αϊμά πεπνιγμένη τη φωνή.

Και ο Πλήθων εξήλθεν.