Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 37: Κεφάλαιο 37

Η αποπλάνησις.

Όπως και αν έχη τούτο, είνε αληθές ότι ο Πλήθων υπήρξε και αυτός επί των ημερών του δεινός της χριστιανικής θρησκείας διώκτης. Υπήρχε μάλιστα γνώμη τις, ην φειδόμενος μέχρι τούδε δεν ανεκοίνωσα εις τους αναγνώστας, αλλά σκληρόν χρέος με βιάζει να πράξω τούτο σήμερον. Το πρόσωπον της Αϊμάς, οίον εν τοις χρονικοίς μνημονεύεται, εξελήφθη υπό τινων ως πρόσωπον αλληγορικόν, ως σκότιον της φαντασίας πλάσμα, μηδέποτε δυνάμενον να υπάρξη. Και αναφέρεται ρητώς ότι το πρόσωπον τούτο ήτο η προσωποποίησις αυτής της ιδέας ην κατεδίωκεν ο Πλήθων, ήτοι της θρησκείας του Χριστού!...Το επ' εμοί, δεν ασπάζομαι την γνώμην ταύτην. Αλλ' όμως οι κριτικοί των πραγμάτων του μεσαίωνος, οι σκληροί ούτοι περιτρώκται των μεμβρανών, και των κωδίκων, εμμένουσι μετά τινος πιθανότητος επί της αλλοκότου ταύτης ιδέας, ήτις και ορθή αν ήτο, τόσω το χειρότερον, θ' αφήρει παν διαφέρον από του μυθιστορήματος τούτου, και δεν ηδυνάμην διά τούτο να την παραδεχθώ. Απαγορεύεται εις τους γράφοντας διηγήματα να παρακολουθώσι πιστώς εις πάσας τας σκοτεινάς τρωγλοδυσίας αυτών τους τυμβωρύχους του μεσαίωνος. Οι μυθογράφοι δεν είνε κριτικοί.

Την ανωτέρω παράγραφον δύναται να θεωρήση ο αναγνώστης ως μη γραφείσαν.

Εν τούτοις ο Πλήθων, αν κατώρθωσε να εύρη οπαδούς διά την νεοφανή σχολήν, δεν δύναται να είπη τις ότι δεν υπήρξεν άξιος τούτου. Όπως επιτύχη τούτου εδέησε να εργασθή και ειργάσθη υπερανθρώπως. Ότε κατ' αρχάς έρριψεν εις το μέσον διά των συγγραμμάτων του την περί καταργήσεως του Χριστιανισμού ιδέαν, είχεν ήδη θέσιν κεκτημένην, φήμην εξόχου λογίου και φιλοσόφου. Το γόητρον αυτού είχεν ασκηθή ήδη παρά τοις συγχρόνοις. Πριν ή εύρη οπαδούς διά την θρησκευτικήν μεταρρύθμισιν, είχεν ήδη τοιούτους των φιλοσοφικών του δογμάτων. Αι δε αξιώσεις αυτού δεν ήσαν κατά τούτο μέτριαι. Ο Πλήθων παρίστα εαυτόν ουδέν ήττον ή νέον Πλάτωνα, μέλλοντα να διαδεχθή τον παλαιόν εις την ίθυνσιν της Ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Ο Πλήθων δεν ηνείχετο να καλήται νεοπλατωνικός, απεκήρυττε δε τα δόγματα πασών των νεωτέρων σχολών. Η δε παρ' αυτού εισαγομένη διδασκαλία ήτο μίγμα πλατωνικών δογμάτων και αριστοτελικών αποδείξεων. Το χάσμα το οποίον εφαντάζοντο πάντες υπάρχον μεταξύ του διδασκάλου και του μαθητού, ο Πλήθων ηξίου ότι ήτο ικανός να το ισοπεδώση. Επεχείρει να ιδρύση ζεύγμα τι μεταξύ της πλατωνικής εξάρσεως και της αριστοτελικής ερεύνης. Το βάθος του ετέρου των συστημάτων τούτων ήθελε να το αναπληρώση διά του ύψους του ετέρου. Και μετά πολλούς αγώνας κατώρθωσε να φθάση σύστημά τι ευπρόσωπον ως προς την τότε εποχήν, όπερ ηδύνατο ίσως να επαρκέση εις τας πνευματικάς των ευπαιδεύτων ανάγκας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο άνευ δυσχερειών και κινδύνων να πράξη τοσαύτα, το δε χείριστον ήτο ότι ηναγκάζετο να περιβάλλη τον βίον του με ζοφερόν τι μυστήριον. Γνωσταί είνε αι παρά τω λαώ διαδοθείσαι προλήψεις περί τον απαισίου της κατοικίας του και περί των αθεμίτων σχέσεων ας είχε συνάψει με τους πονηρούς δαίμονας. Τω 1448 επανειλημμένως σύστασις εγένετο εναντίον αυτού εν Σπάρτη. Ο λαός ηθέλησε να παραβιάση το άσυλον του φιλοσόφου, να καύση τον οίκον του και να ανατρέψη τα κωφά και αναίσθητα ξόανα, εις α προσέφερεν απηγορευμένην λατρείαν. Ερημίτης μοναχός, ασκητεύων υπό βράχον τινά, όχι μακράν του Πληθωνείου άντρου, εδέχετο ταπεινοφρόνως τα ελέη των ευλαβών χριστιανών. Νύκτα τινά ωνειρεύθη ότι έμελλε να καή απ' άκρου εις άκρον η άλλως άκαρπος και πετρώδης χώρα, αν δεν κατεστρέφετο εκ βάθρων η φωλεά εκείνη της λατρείας των δαιμόνων. Την δε πρωίαν ηυτήχησε να διηγηθή την οπτασίαν του εις τον πρώτον χοιροβοσκόν, ον συνήντησε παρά την ακρώρειαν. Ούτος δε καταλιπών τους χοίρους του εις τον ευλαβή ασκητήν, όπως ποιμάνη προσκαίρως αυτούς, επέστρεψεν εις το χωρίον και διηγήθη το πράγμα εις δύο τρεις άλλους. Ο ιερεύς του χωρίου, όστις από πολλού ηγωνίζετο να σκάψη υπονόμους εναντίον του Πλήθωνος ησθάνθη αγίαν πνευματικήν αγαλλίασιν, μαθών ότι και ο ευλαβής ασκητής, ο τρεφόμενος διά κερατίων, προσήλθεν αρωγός των ευσεβών προσπαθειών του, και ημίσεια δωδεκάς γραϊδίων, άτινα δεν ήτο δύσκολον να συναθροισθώσιν από των τεσσάρων άκρων του χωρίου και να ευρεθώσιν εγκαίρως πανταχού όπου συνέβαινε συνδιάλεξίς τις προσοχής αξία, έθεσαν ευθύς τας θρυαλλίδας. Ήτο ημέρα Σάββατον, μέχρι δε της εσπέρας το άγγελμα είχε διακωδωνισθή εις όλα τα περίχωρα. Την επαύριον κυριακήν οι αγρόται δεν είχον εργασίαν να κάμωσι, και συναθροισθέντες πανταχόθεν περί τους πεντήκοντα τον αριθμόν, μετά σκαπανών, πελέκεων, αξινών και πτύων, μετέβησαν εις το άντρον και ήρχισαν να πολιορκώσι το άσυλον του φιλοσόφου. Ο Πλήθων, αν και ουδέν είχε πληροφορηθή περί των χαλκευομένων, είχεν όμως πάντοτε μισθοφόρους υπηρετούντας αυτόν. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν αρκετοί τον αριθμόν, όπως σώσωσιν αυτόν από της μανίας του πλήθους. Την φοράν εκείνην η οργή του λαού ήτο έξαλλος, και ο κίνδυνος επέκειτο φοβερός. Ο Πλήθων ηναγκάσθη να εξέλθη διά της άνω εξόδου του άντρου, αγνώστου ούσης διά το κοινόν, και να κρυβή όπισθεν των απορρώγων βράχων, όπου ουδείς οφθαλμός ηδύνατο να τον ανακαλύψη. Αλλ' ο Θευδάς διαταχθείς να μείνη εκεί μέχρι τέλους, εμωλωπίσθη δεινώς υπό των επιδρομέων, και οι μισθοφόροι ηττηθέντες αφωπλίσθησαν και εδεσμεύθησαν. Αλλ' ευτυχώς κατέφθασεν εγκαίρως επικουρία εκ Σπάρτης, και αύτη κατώρθωσε να διασκορπίση το πλήθος και να σώση τα αγάλματα από της απειλουμένης καταστροφής.

Η μνήμη όμως του συμβάντος τούτου έμεινεν ανεξίτηλος εν τη διανοία του Πλατωνικού. Πικρία δέ τις υπελείφθη πάντοτε αλλοιούσα την άλλοτε άπλαστον φαιδρότητα, ήτις επεκράτει εν τω ήθει του φιλοσόφου. Και ούτοι δεν ήσαν οι μόνοι κίνδυνοι ούς ποτε εκινδύνευσε.

Κατά τινα χρόνον ο Πλήθων είχεν επιχειρήσει μακράν οδοιπορίαν ανά τας πόλεις και κώμας της Ανατολής. Επεσκέφθη πάσας σχεδόν τας πόλεις της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας. Έπλευσεν εις πάσας τας νήσους του Αιγαίου και του Ιονίου. Ο σκοπός της περιοδείας ταύτης δεν σαφηνίζεται αρκούντως εν ταις ιστορικαίς παραδόσεσι. Λέγεται όμως ότι η κυριωτέρα του φιλοσόφου πρόθεσις ήτο η διάδοσις των δογμάτων του νεοπαγούς θρησκεύματος παρά τω λαώ της Ελλάδος. Ο Πλήθων έγραψεν αυτός σχοινοτενή απομνημονεύματα της αποδημίας ταύτης, αλλά το σύγγραμμα τούτο δεν διεσώθη. Εν τούτοις η οδοιπορία δεν ηδύνατο να διεξαχθή άνευ πολλών δυσχερειών και μόχθων. Ο φιλόσοφος παρηκολουθείτο μέχρι τινός υπό του μαθητού αυτού Ανδρονίκου, ή Νικάνδρου, ως φέρεται διττώς το όνομά του εν τοις κειμένοις, αλλά μετ' ολίγον βαρυνθείς ούτος το τραχύ της πορείας εγκατέλιπε τον διδάσκαλον εις το ήμισυ της οδού και επανήλθεν οίκαδε. Η μακρά εκείνη πορεία του Πλατωνικού ήτο πάντη αλλόκοτος. Κατ' αρχάς είχε πόρους εις την διάθεσίν του, προερχομένους εκ της ελευθεριότητος των φίλων του αρχόντων της Πελοποννήσου. Αλλ' ύστερον τα χρήματα απέλιπον. Εν τούτοις ο Πλήθων εξηκολούθει επιμόνως την οδοιπορίαν. Όπως αποφεύγη τας ενοχλήσεις, επλάττετο άλλοτε ως Εβραίος πραγματευτής και άλλοτε ως αλήτης Αθίγγανος. Τούτο επήνεγκεν αυτώ πολλά δυσάρεστα. Αλλ' ο Πλήθων αντείχε και μόνον εν εσχάτη ανάγκη κατέφευγεν εις τα άκρα μέσα. Οσάκις άρχων τις εζήτει να τον φυλακίση, τότε επεδείκνυεν ο Πλήθων τα βασιλικά χρυσόβουλλα, άτινα έφερε μεθ' εαυτού. Οσάκις ο όχλος εζήτει να τον λιθοβολήση, τότε εδημηγόρει εκ του προχείρου περί ομονοίας και ειρήνης, και περί της εις τα θεία ευσεβείας. Εν τούτοις ο σκοπός του εβράδυνε να κατορθωθή, και το θάρρος ήρχισε να καταπίπτη. Νύκτα τινά, ενώ διήρχετο μόνος δάσος τι, και αι δυνάμεις του ήσαν εκλελυμέναι, καταιγίς εξερράγη, και εζήτησε να στεγασθή υπό δρυν τινα, αλλ' όμως ο όμβρος διεπέρα τους κλώνας και τον κατέβρεχεν. Ο Πλήθων την στιγμήν εκείνην ησθάνθη το άκρον άωτον της απογνώσεως, και κατηράτο ενδομύχως τον σκοπόν του. Αίφνης παρά την ρίζαν της δρυός βλέπει θύραν ανοικτήν, ήτις άδηλον πώς ευρέθη εκεί. Έπειτα οι τέσσαρες τοίχοι της οικοδομής εφάνησαν ως να εξήλθον εκ του στελέχους του δένδρου. Είτα φως έλαμψεν ένδοθεν του οικήματος και ο Πλήθων έκπληκτος εισήλθεν. Ήτο μικρόν οίκημα αρκούν ίνα σκεπάση κατά της καταιγίδος τον οδοιπόρον, αλλά δεν ήτο κτιστή οικία, ως το εξέλαβε κατ' αρχάς. Ήτο κοίλωμα εις την ρίζαν της δρυός, αιφνιδίως αυτοσχεδιασθέν διά θείας δυνάμεως. Και η λυχνία, ήτις έκαιε κρεμαμένη από της οροφής, και το ξύλινον βάθρον όπερ εύρεν ο Πλήθων ίνα καθίση, και η εκ πτερίδων και χλοερών φύλλων κλίνη, ήτις έκειτο παρά την γωνίαν όπως αναπαυθή ο οδοιπόρος; Πώς ευρέθησαν ταύτα πάντα; Ο Πλήθων εξέλαβε το δώρον ως παρά των θεών προερχόμενον, και ανέπεμψεν ένθερμον προσευχήν. Πριν ή τελειώση ταύτην, βλέπει μικρόν τρίπουν κείμενον ενώπιόν του, και επ' αυτού εφθά ωά αχνίζοντα, οπώρας και γάλα. Ο Πλήθων εδείπνησε σιωπηλός, και δεν ετόλμα να άρη την φωνήν προς ευχαριστίαν σεβόμενος της φιλοξένου θεάς το αόρατον. Ότε δε απεκοιμήθη επί της χλωράς κοιτίδος, τότε τω επεφάνη καθ' ύπνους η Δρυάς. Ήτο υψηλή και ωραία, η ξανθή κόμη της ήτο περιδεδεμένη με θαλλούς και με αστάχεις. Εφόρει εγκαρσίως περί την οσφύν και περί τας λαγόνας πρασινόχρουν οθόνιον, το δε λοιπόν του σώματος ήτο γυμνόν. Έφερε τον δάκτυλον εις τα χείλη, κατά το έθος όπερ ασκούσιν αι νύμφαι όταν θέλωσι να επιτάξωσιν εις τους θνητούς σιγήν, και αφού επράυνε την ψυχήν του Πλήθωνος διά των δώρων του ύπνου, ελκύσασα ακεραίαν την προσοχήν αυτού, τω είπε·

— Διατί, ω Πλήθων, εβαρυθύμησας εναντίον των θεών; Αγνοείς ότι η
ευδαιμονία απαιτεί μακράν οδόν, και οι θνητοί διά πόνων και μόχθων βραβεύονται παρά των αθανάτων; Ιδού ότι οι θεοί σε προώρισαν εις έργον, όπερ δεν ήτο παρεσκευασμένον δι' άλλον θνητόν. Αντί να σεμνύνεσαι δικαίως διά τούτο, οκνείς και βαρέως φέρεις; Τι θα είπωσιν οι Ολύμπιοι, όταν η Ίρις τοις κομίση το άγγελμα τούτο, ότι ο Πλήθων εδειλίασεν εις τον όμβρον και τον άνεμον; Χειμών και ευδία, θύελλα και καταιγίς, πάντα υπηρέται των θεών είνε. Η βροντή του υψιβρεμέτου Διός εκπέμπεται εκ του Ολύμπου, και ο αιθαλόεις κεραυνός διασχίζει μετά της αστραπής τον αιθέρα, απειλών τους ασεβείς και ανοσίους και φειδόμενος των αγαθών και θεοφιλών. Μη έχε φόβον τινά, κοιμήθητι εν ειρήνη. Είσαι υπό την στέγην της νύμφης των δρυμώνων. Ουδέν δύναται να σ' ενοχλήση. Ήδη, ότε ασυνήθης αίγλη ήρχισε να διαυγάζη εν τω αιθέρι, ότε οι ύμνοι των θεών ήρχισαν αύθις να πληρώσι τας ήχους, ότε τα αγάλματα μέλλουσι να επανιδρυθώσι και οι βωμοί να καπνίζωσιν, ήδη η ελπίς σου διεσείσθη και φόβος σε κατέλαβεν; Άνοιξον τους οφθαλμούς και τείνον τα ώτα.

Μόλις είχε προφέρει τας τελευταίας λέξεις η Δρυάς, και ο Πλήθων ήκουσε μακρόθεν θεσπεσίαν αοιδήν αντηχούσαν. Τας λέξεις του άσματος δεν ηδυνήθη να νοήση, και το μέλος επί μακρόν χρόνον προσεπάθει ακολούθως να ανασχηματίση εν εαυτώ, αλλ' υπήρξεν αδύνατον. Ήτο ουρανία φωνή άδουσα εξαίσιον μέλος, συνοδευομένη υπό θαυμασίων οργάνων. Κατά μικρόν ο ήχος προσήγγιζε. Τότε ηκούσθησαν βήματα αντηχούντα. Ο Πλήθων αυτομάτως ήνοιξε τους οφθαλμούς, ως τω είχεν ειπεί η Νύμφη, και είδε φαεινάς όψεις υπερφυείς, αστραπομόρφων ανδρών και γυναικών διερχομένων ενώπιον αυτού. Ο ηγέτης του θιάσου ήτο περικαλλής και λαμπρός νεανίας. Εκράτει χρυσήν λύραν εν τη δεξιά, και η όψις του ήτο φαιδρά και εξαισία. Ήτο ο Φοίβος Απόλλων. Εισήλθε διά της θύρας του άντρου, έστη επί μίαν στιγμήν προ του Πλήθωνος (όστις, ως τω εφαίνετο, ίστατο όρθιος μετά σεβασμού) και τω είπε: «Μη φοβού. Είμαι ο Φοίβος Απόλλων. Λάβε την δάφνην ταύτην, και θάρρει». Και έγεινεν ευθύς άφαντος διά του ορόφου, όστις είχεν εκλίπει, και ο αιθήρ εφαίνετο αναπεπταμένος ύπερθεν. Ακολούθως διέβη ενώπιον του Πλήθωνος θίασος εννέα περικαλλών παρθένων. Εκράτουν βαρβίτους, κιθάρας και φόρμιγγας, δι' ων έμελπον τους ύμνους των θεών. Ουδέποτε θνητός εφαντάσθη τηλικούτον κάλλος ευαρμοστούν μετά τοσαύτης σεμνότητος, οίαν ενέφαινον αι εννέα αύται αγλαόμορφοι αδελφαί, αίτινες ωμοίαζον προς αλλήλας κατά την λαμπρότητα, αλλ' άλλη άλλο είχεν αθάνατον δώρημα διακρίνον την μορφήν αυτής από πασών των λοιπών. Αύται παρήλθον αμοιβαδόν προ του εκπεπληγμένου φιλοσόφου και, αφού εθάμβουν αυτόν διά της ουρανίας αίγλης ην εξέπεμπον, εγίνοντο άφαντοι, αποτείνουσαι προς αυτόν έπος τι παραμυθητικόν. Και η μεν πρώτη αυτών, ήτις ήτο έξοχος το είδος και το μέγεθος, και εφαίνετο πρεσβυτάτη πασών, τω είπε: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το σεμνόν της αοιδής μου επί σοι». Η δε δευτέρα τω είπε: «Χαίρε. Το κλέος της φήμης παρά σοι». Η δε τρίτη είπε προς αυτόν: «Χαίρε. Το λιγύ του άσματος προς σε». Η τετάρτη: «Χαίρε. Το φαιδρόν της μολπής επί σε». Η πέμπτη: «Το σεμνόν του βίου μετά σου». Η έκτη: «Η χάρις και αρμονία παρά σοι». Η εβδόμη: «Το ερατεινόν του πόθου παρά σε». Η ογδόη: «Χαίρε. Ύμνος και σπονδή διά σου». Και η ενάτη: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το ύψος της γνώσεως παρά σοι». Και ούτως έγειναν άφαντοι. Ευθύς μετ' αυτάς εφάνη ευειδής νεανίας, μόλις χνοάζων την μορφήν, απαστράπτων δε φαιδρότητα εκ της όψεως. Έστη επί μίαν στιγμήν ενώπιον του Πλήθωνος, και επέθηκε περί τον τράχηλον αυτού στέμμα εκ κισσού, χωρίς μηδέν να είπη. Προέπεμπον δε αυτόν λυσίκομοι νεανίδες, βαστάζουσαι δάδας και ανακράζουσαι. Ευοί! Ευοί! Εν μέσω του χορού των νεανίδων τούτων εφέρετο γέρων τις επί όνου καθήμενος. Δύο των νεανίδων κρατούσαι φιάλας οίνου υπεβάσταζον τον γηραιόν, διότι μόλις ηδύνατο να κρατηθή επί του όνου, και η κεφαλή του αδιαλείπτως ένευεν. Ουδέποτε ο Πλήθων είδε θορυβωδεστέραν ουδέ φαιδροτέραν συνοδίαν ταύτης. Τα μειδιάματα των νεανίδων εκείνων επί πολύν χρόνον μετά ταύτα περιεπλανώντο υπό τας όψεις του φιλοσόφου, και η ακοή αυτού αντήχει απαύστως την φαιδράν ταύτην επιφώνησιν: &Ευοί! Ευοί!&

Εν τούτοις ο Πλήθων αφυπνίσθη, και επειδή η αυτοσχεδιασθείσα καλύβη όπου εκοιμήθη είχε γείνει άφαντος, ενόμισε καλόν να επαναλάβη την πορείαν του. Διήρκεσε δε η περιοδεία επί πολύν εισέτι χρόνον, και απεπερατώθη εις την βασιλεύουσαν πόλιν, όπου μείνας επί τινας εβδομάδας, επανήλθεν είτα εις το άντρον του.