Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 36: Κεφάλαιο 36

Η παραμονή.

Η επανατέλλουσα ημέρα ήτο η προτεραία της κθ' Μαΐου 'αυνγ'. Οποίον ρίγος έπρεπε να διατρέχη τας φλέβας των Ελλήνων!

Αλλά τις εγίνωσκεν ότι η υστεραία έμελλε να είνε τοιούτων γεγονότων πρόξενος; Τις ηδύνατο να προείπη ότι έμελλεν αύτη να σημειωθή διά μελανών γραμμάτων εις τας δέλτους της ιστορίας;

Τις ηδύνατο; Και όμως αν θεωρήσωμεν ανεπίδεκτον πάσης αμφιλογίας την αξιοπιστίαν των συγχρόνων παραδόσεων και χρονικών προεσημάνθη η ημέρα αύτη, ουχί βεβαίως παρά των ανθρώπων. Τις ήθελε πιστεύσει τούτο; Αλλά τα στοιχεία προεσήμαινον αυτήν. Τουλάχιστον όλα τα γραΐδια των πέριξ χωρίων, εν τη σκηνή της ιστορίας, ημών Λακωνική, ή και αλλαχού, εσταυροκοπούντο εκτενώς από πολλών ημερών. Και εν πρώτοις έκτακτος πλημμύρα είχε συμβή εις την παραλίαν της Οιτύλου, συνοδευομένη μετά πατάγου και υπογείου βοής, ότε δ' επήλθεν η άμπωτις αιφνίδια και αύτη, μυριάδων ιχθύων και άλλων κατοίκων της θαλάσσης έμειναν τα τεθνεώτα σώματα σηπόμενα υπό τας ακτίνας του ηλίου.

Έπειτα η Σελήνη εφαίνετο επί ημέρας εστεμμένη με είδος τι ξιφοειδούς τόξου ερυθρού. Οι γέροντες από εβδομήκοντα ετών και ενωτέρω δεν ετήρουν εν τη μνήμη των εκ μακρών χρόνων το τέρας τούτο.

Τρίτον, καθ' όλον τον μήνα Μάιον σεισμοί σενέβαινον πολλαχού της Πελοποννήσου. Πολλών χωρίων οι κάτοικοι δεν ετόλμων να κατακλιθώσι τας νύκτας υπόστεγοι, ετρύπονον δε υπό τους σχοίνους ή κατεσκεύαζον προχείρους σκηνάς και καλύβας όπως κοιμηθώσι την νύκτα.

Ιερεύς τις εφημερεύων είς τινα κώμην, ηγέρθη περί την εβδόμην ώραν της νυκτός (ήτοι την πρώτην μετά τα μεσάνυκτα, κατά τους νεωτέρους) όπως μεταβή εις την εκκλησίαν του και τον όρθρον. Δεν ήτο η συνήθης ώρα, αλλ' ο ατυχής ρασοφόρος είχεν απατηθή. Και ουδέν παράδοξον, διότι εις τον ύπνον του τω εφάνη ότι ήκουσε σφοδρόν κρότον κώδωνος. Ο δυστυχής ιερεύς ενόμισε φυσικώ τω λόγω ότι ο συνεφημέριός του, προς ον αντεφέρετο αμοιβαίως, είχε προλάβει αυτόν, και ιδών ότι δεν ηδύνατο να αποσπασθή ευκόλως εκ της αγκάλης του ύπνου, ωφελήθη εκ της ευκαιρίας όπως δυσφημήση αυτόν παρά τοις ενορίταις του ως οκνηρόν. Ο ιερεύς εγείρεται, αναπηδά, περιβάλλεται ταχέως το ράσον, φορεί την μίαν κάλτσαν, υποδένεται τα πέδιλα, και τρέχει. Ότε έφθασεν εις τον ναόν, ψυχή. Ίσως ο συνάδελφος του εσήμανε τον κώδωνα, και έφυγεν, αλλ' η εικασία αύτη ήτο απίθανος. Ίσως θορυβοποιοί τινες ή κωμασταί αγρυπνούντες ηθέλησαν να παίξωσι την παιδιάν ταύτην. Αλλ' η κώμη ήτο ήσυχος, ούτε άσμα ούτε βήμα ηκούετο. Ο αγαθός ιερεύς επίστευσε μικρού δειν ότι συνέβη υπερφυσικόν τι, και αόρατα πνεύματα ενησμενίσθησαν να κρούσωσι τον κώδωνα του ναού όπως πειράξωσι τον ευλαβή ιερέα. Κατ' αρχάς εσκέφθη να επιστρέψη εις την εισέτι θερμήν κλίνην του, όπως συνεχίση την τόσον ευάρεστον εκείνην ανάπαυσιν, εξ ης αποτόμως είχεν αποσπασθή. Αλλά την ιδέαν ταύτην έκρινεν απορριπτέαν. Ανέσυρεν εκ της ζώνης την κλείδα, και ανοίξας την θύραν του ναού εισήλθε. Τι είδε τότε; Δυστυχώς έμεινε βωβός έκτοτε, και δεν ηδύνατο να το διηγηθή. Δυστυχέστερος του Ζαχαρίου, πατρός του Προδρόμου, δεν ελύθη την γλώσσαν μετ' εννέα μήνας από του συμβάντος τούτου, και ουδέν διηγήθη προφορικώς προς τους ενορίτας του. Έτι δυστυχέστερος του αυτού Ζαχαρίου, εγίνωσκε μεν ναναγινώσκη τας Ώρας και τας ευχάς, ήτο, καθώς λέγει ο Ραβελαί, «λαμπρός ξεχαλινωτής των λειτουργιών και ξελασπωτής των παννυχίδων», αλλά τόσον μόνον και ουδέν πλέον. Να γράφη δεν είξευρε. Και πάλιν είνε αμφίβολον αν, ότε έλεγε τας Ώρας, τας ανεγίνωσκεν έσωθεν, ή μάλλον εκ μνήμης απήγγελλε τους ψαλμούς, και ας έβλεπεν εντός του βιβλίου. Ο αγαθός ιερεύς ουδέν εις ουδένα κατώρθωσε να διηγηθή περί του συμβάντος. Έκαμνε μόνον προς τους ερωτώντας αυτόν φρικώδεις χειρονομίας και φοβερά νεύματα, δι' ων απαίσια τινα ήθελε να σημάνη. Αλλ' ουδείς ηδύνατο να εννοήση ουδέν των νευμάτων και χειρονομιών, ουδ' εκ του ανάρθρου γρυσμού όστις απέμεινεν εις το βάθος του ουρανίσκου του ως ίχνος της πάλαι ανθρωπίνης φωνής. Πολλοί όμως ύστερον επίστευσαν και διέδωκαν μύθον τινα, οίος ο εξής: Ο ατυχής κληρικός είχεν ιδεί παραδοξότατα πράγματα εντός του ναού την νύκτα εκείνην, και ευλόγως κατέστη άλαλος. Τέσσαρες λευκοχίτωνες δερβίσαι ωρχούντο μανιωδώς περί το ιερόν Θυσιαστήριον, πλήττοντες τα στήθη και εκβάλλοντες αφρούς εκ του στόματος. Περί την Ωραίαν Πύλην ιμάμαι είχον στρώσει ψιάθους και τάπητας επί του εδάφους και γονυπετείς επ' αυτών ανέπεμπον τας αλλοθρόους και βαρβαροφώνους αυτών προσευχάς. Οι θόλοι του ναού αντήχουν εκ των αήθων τούτων φθόγγων, και ήθελε τις νομίσει ότι ακούει μελαγχολικώς επαναλαμβανόμενον εκεί τον στίχον του ψαλμωδού: «ο Θεός, ήλασαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου...»

Πού ευρέθησαν εκεί οι δερβίσαι και οι ιμάμαι ούτοι; Υπήρχον ήδη τοιούτοι εν τη μικρά της Πελοποννήσου κώμη; Ουχί. Αναμφιβόλως η εμφάνισις ήτο υπερφυσική, και υπήρχε λόγος όπως απομείνη τις βωβός διά βίου.

Τοιαύτα σημεία επεφάνησαν τότε, κατά τας οικείας παραδόσεις, προάγγελα της επικειμένης εσχάτης συμφοράς.

Η βασιλίς των πόλεων, η πόλις της Θεοτόκου, η λατρευτή Κωνσταντινούπολις, έμελλε να πέση εις τας χείρας των αλλοπίστων. Προσκυνήσατε πάντες οι Έλληνες την ανάμνησιν ταύτην, ενόσω αύτη δεν εξηλείφθη ακόμη. Διότι είνε ανάμνησις μόνον και ουχί πλέον ελπίς. Δεν ενθυμούμαι τίνος λαού παροιμία λέγει: «Η ελπίς ήτο καλή, αλλ' ο όνος την έφαγεν». Αγνοώ ποίος όνος έφαγε την ελπίδα των Ελλήνων. Όπως και αν έχη τούτο, πταίουσιν οι Έλληνες, οίτινες επέτρεψαν εις τον όνον να την φάγη. Αλλά ταύτα περιττά.

Είπομεν ότι οι χωρικοί εσταυροκοπούντο, μη έχοντες άλλο πρόχειρον μέσον όπως δείξωσι την απορίαν των. Κατά τα περίχωρα της Σπάρτης είχον συμβή συνεχείς σεισμοί τας ημέρας εκείνας. Γραία τις διηγείτο την οπτασίαν ην είδε. Χάριν συντομίας παραλείπομεν την αφήγησιν ταύτην. Αλλά το συμπέρασμα αυτής απέβη εναντίον προς τα πράγματα, διότι αύτη διετείνετο ότι η βασιλίς των πόλεων δεν έμελλέ ποτε να πέση. Και τις ηδύνατο να προεικάση το εναντίον; Οι λαοί οι ζώντες υπό το κράτος της προλήψεως υπόκεινται, ως γνωστόν, εις αΐδιον πλάνην. Ολίγιστοι άνθρωποι ευρίσκοντο τότε εν Ελλάδι μη βεβυθισμένοι μέχρι της κορυφής εις την ιλύν της προλήψεως. Άλλως δε, όστις ηδύνατο ν' απαλλαχθή, δυνάμει της ιδίας υπεροχής, της γενικής ταύτης επηρείας, υπέπιπτεν εις άλλον χείρονα τούτου παραλογισμόν. Και παράδειγμα ο Γεώργιος Γεμιστός, όστις ηθέλησε να παίξη κατά τον χρόνον τούτον την παιδιάν του Εωσφόρου. Αλλ' η παιδιά αύτη υπήρξε πάντοτε κινδυνωδεστάτη και δεν ωφέλησε πολύ τους αποπειραθέντας αυτής. Μάρτυρες τούτου αυτός ο Εωσφόρος, ο Ήφαιστος, ο Σαλμωνεύς και τόσοι άλλοι, ων αμνημονούμεν τα ονόματα.

Ημέραν τινά ο Γεώργιος Γεμιστός (τούτο συνέβη είκοσιν έτη προ του χρόνου, καθ' ον συμβαίνουσι τα τη εν παρούση ιστορία) διηγήθη εις ένα των μαθητών του μύθον τινα, όστις δεν ηδύνατο να εύρη πολλούς τους δυναμένους να τον πιστεύσωσιν. Ο Γεώργιος Γεμιστός παραδόξως εφαίνετο την ημέραν εκείνην φοιβόληπτος. Ήτο νέος τότε. Κατ' εκείνον τον χρόνον συνέλαβε, φαίνεται, πρώτην φοράν την ιδέαν του να παραστήση το πρόσωπον του αναμορφωτού. Από πολλού είχε καταληφθή υπό παραδόξου οργασμού, και ήτο προφανής η κυριεύουσα αυτού έξαψις. Συχνοί αϋπνίαι, άτακτος δίαιτα, αλλόκοτοι λόγοι, μονήρεις περίπατοι, ταύτα ήσαν τα συμπτώματα, τα ελέγχοντα τον παροξυσμόν αυτού. Ο Γεώργιος Γεμιστός εύρε τον φίλον του εν τη αγορά Σπάρτης, όπου κατά μίμησιν των αρχαίων φιλοσόφων περιεπάτει ενίοτε. Εκάλεσεν αυτόν κατά μέρος και τω είπε: «Παράδοξόν τι μοι συνέβη την παρελθούσαν νύκτα. Είδον καθ' ύπνους την Αθηνάν, αυτήν την Παλλάδα Αθηνάν». Ο ακροατής του αφήκε κραυγήν εκπλήξεως και απιστίας. Ο Πλήθων ατάραχος επανέλαβε: «Ήτο τοιαύτη οποία παρίσταται εις το Άλφα της Ιλιάδος, οποίαν παρέστησεν αυτήν ο Φειδίας και οι άλλοι μαρμαροξόοι. Εφόρει απαστράπτον κράνος επί της κεφαλής, τον θώρακα μετά της αιγίδος επί του στήθους. Εκράτει το δόρυ με την δεξιάν, και οι οφθαλμοί αυτής εφαίνοντο δεινοί την όψιν. Έστη εγγύς εμού κοιμωμένου. Με ήγγισε με την άκραν του δόρατός της, και με αφύπνισεν. Εθαύμασα και μετετράπην. Ευθύς δ' εγνώρισα την Παλλάδα Αθηνάν, οίαν σοι την περιέγραψα προ μικρού». Ο ομιλητής υπέλαβε κατ' αρχάς ότι ο Πλήθων είχεν ιδεί την Αθηνάν πριν ή αφυπνισθή, αλλ' ύστερον ενόησεν ότι το σχήμα, όπερ μετήλθεν ο διδάσκαλος εις την διήγησίν του, ήτο πρωθύστερον και ούτως ησύχασεν. Ο Πλήθων επανέλαβε: «Μοι ωμίλησε με την λαμπράν φωνήν της. Έμεινα κατάπληκτος ακούων τους ουρανίους εκείνους φθόγγους, ων παραπλήσιοι από μακρού χρόνου δεν αντήχησαν εις ώτα θνητών. Μοι είπε δε·

— Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τους βωμούς,
ανάστησον τα αγάλματα, και επανόρθωσον την λατρείαν των θεών. Από μακρών αιώνων, οίτινες εις τους οφθαλμούς των θεών φαίνονται ως μία ημέρα, αλλ' εις τα όμματα των ανθρώπων αποτελούσιν αμέτρητον χρόνον, από αιώνων έπαυσαν οι βωμοί να καπνίζωσιν, έπαυσαν οι ναοί να προσκυνούνται, και η ιερά λύρα δεν μελωδεί πλέον τους ύμνους των θεών. Υστερείται λατρεία οφειλομένη, απρακτεί οσία καλλιέρησις, αποδημεί νεμεσητή θυσία. Μη οι θνητοί απέβαλον την συνείδησιν της ιεράς οφειλής, και ελησμόνησαν τα προς τους θεούς νόμιμα; Η χλόη κατεκάλυψε τους ιερούς ουδούς, και η αράχνη υφαίνει τους ιστούς αυτής επί των σεπτών φλιών. Ιώθη το φάσγανον του θύτου, έρημα αναθημάτων απέμειναν τα περιζώματα, εξέλιπον τα εναγίσματα και αι σπονδαί, υστέρησαν οι δαδούχοι και αι κανηφόροι. Περιηρέθη η αειθαλής κόμη των ελαιών, η ποθεινή μύρτος έκρυψεν υπό αισχύνης τα άνθη της και η γεραρά δάφνη έκλινε τους σεμνούς κλώνας προς την γην απαξιούσα να στέψη κορυφάς αδόξους. Πού η αλκή και η ρώμη; πού οι άθλοι και οι αγώνες; Ώχετο το κράτος και η δύναμις, «απόλωλεν ανδρός αρετά», &το κάλλιστον θήραμα του βίου&. Εις τους νυν Έλληνας λυσιτελεί &τεθνάναι μάλλον ή ζην&, κατά την συμβουλήν του θείου Πλάτωνος. Εγέρθητι, ω Πλήθων, και τήρησον τας παραδόσεις αυτού, εγέρθητι και δείξον συ, ότι &ζην μάλλον ή τεθνάναι.& Πάρασχε σαυτόν πρόθυμον εις τα υπ' εμού κελευόμενα, παρασκεύασον την σαυτού ψυχήν ως ταμείον των σοφών τούτων υποθηκών και δογμάτων. Η οικουμένη μετεβλήθη την όψιν, λαοί και βασιλείς οπλίζονται, βάρβαροι αμφισβητούσι προς τους έλληνας το γέρας της νίκης. Φορά βαρβαρική κατέκλυσε την Ελλάδα, βέβηλοι πόδες μολύνουσι τα ιερά εδάφη, βαρβαρόφωνοι φθόγγοι μιαίνουσι τας ηχούς. Απεσβέσθησαν της σοφίας τα νάματα, εξηράνθησαν αι πηγαί της γνώσεως, εσίγησαν οι μινυρισμοί της εμμούσου αηδόνος και ο Φοίβος αφηρέθη την αινετήν λύραν και την μαντικήν δάφνην. Έκθαψον τους τεθαμμένους θησαυρούς, περισύλλεξον τα εσκορπισμένα κειμήλια, εισποίησον τα απωσμένα τίμια σκεύη και μετάδος αυτών εις τας επερχομένας γενεάς. Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τα αγάλματα των θεών!

«Ταύτα και άλλα έτι μοι είπεν η θεά. Έμεινα έκθαμβος και ιλιγγιών προ της απίστου όψεως, και της ανηκούστου εντολής. Επεθύμουν να παραστήσω προς την θεάν την αναξιότητα εμού διά το τηλικούτον έργον. Αλλ' η θεά, ιδούσα με ενδοιάζοντα, διέγνω τα διανοήματά μου και μοι είπεν·

— Ουχί παρ' ανθρώπων αλλά παρά των θεών η τοιαύτη βουλή
προέρχεται. Οι θεοί θα γείνωσι συναρωγοί και του έργου. Μη όκνει. Τάχιστα θα ίδης την παρά των θεών βοήθειαν επερχομένην.

»Ταύτα ειπούσα, προέβη ενώπιον των οφθαλμών μου, όλη δι' ενός κινήματος, χωρίς να φαίνεται κινούσα τους πόδας, μηδέ πατούσα επί του εδάφους. Τότε εθάρρησα να τη είπω·

— Πού βαίνεις, ω θεά;

— Εις τον οίκον μου, απήντησεν εκείνη.

»Και το μεν πρώτον υπέλαβον ότι έβαινεν εις τον Όλυμπον. Αλλ' ευθύς ύστερον ενόησα ότι οίκον αυτής ενόει την Ακρόπολιν και τον Παρθενώνα. Διότι δεν ανήλθεν εις τα άνω, αλλά κατηυθύνθη προς άρκτον, γείτων της γης, μόλις υπερέχουσα του εδάφους. Αλλά πλην τούτου μοι είπε το τελευταίον·

— Απέρχομαι ίνα καθάρω τον ναόν μου από των συμβούλων της
βαρβαρότητος, και ίνα καταλάβω αυτόν ως ανήκοντα εις εμέ μόνην.

»Ήδη δε εβεβαιώθην ότι απήρχετο εις τον Παρθενώνα. Έμεινα επί πολύ, βλέπων αυτήν ατενώς, επί νεφέλης πατούσαν και βαίνουσαν διά των ακρωρειών του Ταϋγέτου, μέχρις ου έγεινεν άφαντος από των οφθαλμών μου, απευθύνασά μοι τελευταίον νεύμα διά της αμβροσίας αυτής χειρός. Τη δε υστάτη στιγμή εφάνη πάλλουσα το δόρυ, κινούσα την ασπίδα, και δεινή αστραπή κατέλαβε τον Ταΰγετον, ο δε αήρ επλήσθη αμβροσίας οσμής. Έμεινα επί πολλήν ώραν έκπληκτος, ανασκοπών εν εμαυτώ την οπτασίαν ταύτην. Εγερθείς δε, εύρον εμαυτόν αλλοίος ή οίος ήμην πρότερον. Το βήμα μου κατέστη ως υπόπτερον, και η διάνοιά μου ήτο διαυγής, ως να κατωπτρίζετο εν εαυτή η περικαλλής μορφή της θεάς. Σήμερον δε συναντιλήπτορας μόνον ζητώ, όπως εκτελέσω την επιτραπείσαν μοι εντολήν. Διότι βουλής ουδεμιάς έχρηζον, αφού είχε διαλεχθή προς εμέ αύτη η πηγή της αληθούς βουλής και συνέσεως».

Ο Πλήθων, εις το αυτό πάντοτε συμπέρασμα καταφθάνων, διηγήθη το μύθευμα τούτο εις πολλούς άλλους κατόπιν, και προς πάντας έλεγε: «Συναντιλήπτορας μόνον ζητώ», ως να έλεγεν:

«Έχω ανάγκην οπαδών, όπως επεχειρήσω την μεταρρύθμισιν ταύτην». Εύρε δε ουκ ολίγους οπαδούς, ως είνε γνωστόν. Αλλ' όσοι και αν ήσαν ούτοι, ήσαν ανεπαρκείς. Και ασυγκρίτως δε αν ήσαν πολυαριθμότεροι, βεβαίως ουδέν ηδύνατο ο Πλήθων να κατορθώση. Οι πλείστοι των λογίων του καιρού εκείνου υπήρξαν ομιληταί του Πλήθωνος, εκ δε των λογίων των καταφυγόντων εις Ιταλίαν άμα τη αλώσει, πολλοί ήσαν οπαδοί των δογμάτων αυτού. Αλλ' η διδασκαλία του Πλήθωνος, μηδέν θετικόν δυναμένη να δημιουργήση, ήτο βεβαίως αρνητική και ανατρεπτική, ούτω δε προελείανε μόνον την οδόν του εκλατινισμού των τοιούτων λογίων. Διότι αποβαλόντες οίκοι πάσαν χριστιανικήν πεποίθησιν, ευρέθησαν έτοιμοι να δεχθώσιν εν τη αλλοδαπή, εμπορίας χάριν, πάσαν άλλην, ην ήθελε προτείνει τις εις αυτούς. Τα δόγματα άρα του Πλήθωνος, αδυνάτου όντος να ιδρυθώσιν επί εδραίας βάσεως εν Ελλάδι, συνετέλεσαν μόνον εις το να διασαλεύσωσιν ου μικρόν τα θεμέλια της Ανατολικής Εκκλησίας.