Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 35: Κεφάλαιο 35

Το πένθιμον τέλος.

Σκότος βαθύ εκάλυπτε πάσαν την γην, και η Αϊμά είχεν εισέλθει μετά του πατρός της εις το καταφύγιον εκείνο. Η νέα εξεπλάγη εκ του ασυνήθους τούτου εσωτερικού. Λύχνος έφεγγεν επί τινος εστίας, και υπεράνω αυτής έκειντο δυσδιάκριτα τινα αντικείμενα. Ήσαν ταύτα αγαλμάτια. Περαιτέρω εφαίνοντο όρθια μεγάλα αγάλματα θεών. Η Αϊμά αφήκε κραυγήν. Είχεν εκλάβει εκ πρώτης όψεως ταύτα ως ανθρώπους ζώντας. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος τη είπε·

— Δεν είνε τίποτε. Μη φοβείσαι.

Η Αϊμά εμάντευσε πού ευρίσκοντο. Εψιθύρισε δε κεκομμένη τη φωνή·

— Διατί μ' έφερες εδώ;

— Μη φοβείσαι, απήντησεν ο σκληρός Γύφτος. Αλλ' η φωνή του
έτρεμε.

Η Αϊμά παρετήρησεν ότι ήσαν μόνοι.

— Δεν είνε άνθρωποι εδώ; είπε.

— Τώρα θα έλθουν, απήντησεν ο ακάματος Πρωτόγυφτος.

— Καλλίτερα να μην έλθουν, εσκέφθη η Αϊμά. Μεγαλοφώνως δε είπε·

— Δεν θέλω να μείνω εδώ.

— Και πού θα υπάγης;

— Προτιμώ να φύγω.

— Για να σου πω, είπεν ο Γύφτος, εγώ είμαι κουρασμένος, θέλω να
κοιμηθώ. Αν θέλης να φύγης, φύγε. Τι σου ήλθεν;

Η Αϊμά διηυθύνθη προς την θύραν. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος ήτο διπλούς υποκριτής. Ένθεν μεν προσεποιείτο ότι την άφηνεν αδιαφόρως να φύγη, ένθεν δε ότι την εμπόδιζεν εκ διαφέροντος.

— Πού θα πάγης, κορίτσι μου; Είσαι στα καλά σου; Θέλεις να σε
φάνε οι λύκοι; Και πού θα πας τέτοιαν ώρα μοναχή σου; ολομόναχη;

Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' απεπειράθη να εξέλθη. Ο Γύφτος εστάθη έμπροσθεν της θύρας.

— Πίσω, της είπε. Μη τα κάμνης αυτά τα χωρατά.

— Χωρατά; είπε μετά πικρίας η νεάνις. Και ήρχισε να κλαίη.

Τότε ο Πρωτόγυφτος συνεκινήθη, και ικέτευεν αυτήν μειλιχίω τω τρόπω·

— Μείνε, κορίτσι μου. Εγώ ορκίζομαι ότι δεν θα πάθης κανένα κακό.
Δεν σ' έφερα διά κακό εδώ. Πού θα πας νύχτα μονάχη σου; Απόψε θα μείνωμε οι δυο μας εδώ. Εγώ είμαι ικανός να σε γλυτώσω, αν σε πειράξη κανείς. Αύριο πρωί σου υπόσχομαι άμα ξυπνήσωμε, να φύγωμε μαζή. Μείνε. Σου το υπόσχομαι.

— Διατί να με φέρης εδώ; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Δεν σ' έφερα διά κακόν σκοπόν, σου το ορκίζομαι.

— Και τίνος είνε αυτό το σπίτι;

— Είνε... ενός καλού ανθρώπου... αυτός σε αγαπά πολύ, αλλά δεν
θέλει στανικώς να σε πάρη. Αν θέλης να τον ακολουθήσης...

— Ω Θεέ μου! έκραξεν η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας. Σώσε με.

— Μη φοβείσαι.

Η Αϊμά εστάθη διστάζουσα επί μακρόν και βλέπουσα επιμόνως εις την θύραν. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος, βαρύς, σκληρός και ακίνητος ως ανδριάς δεν παρεμέριζεν εκ της παραστάδος.

— Στάσου να σου πω, Αϊμά, τη είπε. Να, αυτή η πόρτα κλείει από
μέσα. Συ η ιδία την κλειδόνεις, και έχεις το κλειδί απάνω σου, διά να μην υποπτεύεσαι τίποτε. Κοιμάσαι συ. Εγώ στέκω έξυπνος, και σε φυλάγω. Άμα φέξη, άμα εβγή ο αστέρας, άμα το πρώτο γλυκοχάραγμα φανή στον ουρανό, σ' εξυπνώ, ή ξυπνάς μοναχή σου, και φεύγομε. Θέλεις άλλο τίποτε; Δεν πιστεύεις εμένα; Εγώ είμαι πατέρας σου.

Η Αϊμά δεν ετόλμησε να επιμείνη, και ηναγκάσθη να δεχθή το μέσον τούτο. Ο Πρωτόγυφτος εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν, και τη έδωκε την κλείδα. Είτα εκάθισαν παρά την φέγγουσαν εστίαν.

Η Αϊμά είχεν απόφασιν να μη κοιμηθή, αλλ' ο κάματος και ο ύπνος ενίκησαν αυτήν. Έκυψε την κεφαλήν επί των γονάτων της και απεκοιμήθη. Ο δε Πρωτόγυφτος έμεινεν άγρυπνος. Μόνον περί όρθρον βαθύν, ότε ήκουσε κρότον τινά, ως να απεπειράτο τις ν' ανοίξη την θύραν έξωθεν, τότε παραδόξως έκλεισε τους οφθαλμούς και εφάνη ότι εκοιμάτο.

Φαίνεται δε ότι παρά πάσας τας διαβεβαιώσεις του Γύφτου, η θύρα είχε και άλλο μέσον δι' ου ηνοίγετο και έξωθεν, διότι ηνοίχθη τω όντι αύτη και εισήλθεν άνθρωπός τις. Ούτος επλησίασε μετά προφυλάξεως προς τους δύο κοιμωμένους, και έμεινεν επί πολύ όρθιος, παρατηρών την Αϊμάν, ήτις έκυπτε την κεφαλήν επί των γονάτων, και οι καστανοί πλόκαμοι της κόμης αυτής, διχή σχιζόμενοι όπισθεν της κεφαλής, άφηνον να φαίνεται ο ωχρός και στρογγύλος τράχηλος αυτής. Είτα ο ξένος με το αυτό ελαφρόν βήμα εστράφη προς το μέρος όπου ίσταντο τα αγάλματα.

Ήτο ανήρ εξηκοντούτης περίπου, μέτριος το ανάστημα, έχων μακράν μεσαιπόλιον την κόμην, και στρογγύλον λευκόν το γένειον. Ήτο ασκεπής την κεφαλήν, και το υψηλόν του μέτωπον εφαίνετο όλον συνεσταλμένον υπό των ρυτίδων. Εφόρει βραχύν χιτώνα, περιεσφιγμένον υπό στενής μεταξίνης ζώνης περί την οσφύν και κατερχόμενον υπεράνω των γονάτων. Αι κνήμαι του ήσαν σπειροειδώς περιδεδεμέναι με ερυθρούς ιμάντας, και εις τους πόδας εφόρει ελαφρά πέδιλα. Ότε εισήλθεν, έφερεν υπεράνω του χιτώνος κυανόχρουν ιμάτιον, αλλ' άμα εισελθών απέρριψεν αυτό επί τινος επίπλου. Εστάθη εν μέσω των αγαλμάτων και συνάψας τας χείρας εγονυπέτησεν. Ηκούσθη τότε εν τη σιγή της νυκτός και υπό το σκιόφως εκείνο της ημισβέστου λυχνίας ένθερμος προσευχή:

Θεοί παντεπόπται και αθάνατοι, θεοί ουρανίωνες και υποχθόνιοι, οικτείρατέ με. Υμείς μόνοι βουλεύεσθε σταθεράς βουλάς, υμείς γινώσκετε αυτάς και να εκτελήτε, τα δε των θνητών είνε άστατα και αβέβαια. Επί πολύν χρόνον ενόμιζον ότι ήμην βελτίων πάντων των θνητών, αλλ' ιδού σήμερον αναγνωρίζω την ιδίαν μου ασθένειαν. Επίστευον ότι ηδυνάμην να συλλάβω σκοπούς και να τους εκτελέσω, αλλ' ότε έφθασεν η στιγμή, δισταγμός με καταλαμβάνει και ουδέν δύναμαι να αποφασίσω. Κάκιστον είνε το να πιστεύη τις ότι έχει σκοπόν, ότι έχει σχέδιον κατηρτισμένον, και όταν έλθη η στιγμή της εκτελέσεως, ν' ανακαλύπτη αίφνης ότι ουδέν σχέδιον, ουδένα σκοπόν έχει. Ή αφαιρέσατέ μου τελείως τας φρένας, θεοί, ή δότε μοι τόλμην. Διατί, όπως δύναταί τις να κλείη τους οφθαλμούς, να βύη τα ώτα, διατί δεν δύναται να κοιμίζη προσκαίρως και την σκέψιν, διατί να είνε κατάδικος εις το να κυλινδρή τον λίθον του Σισύφου εν τη ιδία αυτού ψυχή; Διά να ομολογή την αδυναμίαν αυτού; Διά να εννοή το ανίσχυρον και ατελές της ανθρωπίνης φύσεως; Φευ! Είμεθα λοιπόν χείρονες και των θηρίων; Τα κτήνη είνε τέλεια εν τη ατελεία. Ο λέων είνε τέλειος εις την δύναμιν αυτού, η τίγρις είνε τελεία εις την αγριότητα αυτής, ο όφις είνε τέλειος εις την ερπετήν αυτού φύσιν. Μόνος ο άνθρωπος, νομίζων εαυτόν υπέρτερον, είνε ατελής εις την αρετήν, ατελής και εις την κακίαν. Αλλά τις δύναται να καταστή διαιτητής των ιδίων αυτού αξιώσεων; Το επ' εμοί ουδεμίαν γινώσκω άλλην υπεροχήν, ή την εκ των συμφορών ας υπέστην. Και πάλιν θα μοι ήτο λυσιτελής αύτη, αν εγίνωσκον να ωφεληθώ εξ αυτών. Αλλ' εις μάτην! Τα κύματα πλήττουσι και τον βράχον, πλήττουσι και τα ναυάγια. Ο μεν βράχος ανθίσταται, τα δε ναυάγια παρασύρονται· αύτη είνε η διαφορά. Και ο μεν βράχος κατά μικρόν φθείρεται, αι δε σανίδες εξαφανίζονται, αλλά δεν θραύονται. Και αύτη άλλη διαφορά. Ο άνθρωπος έρμαιον της ιδίας αυτού αδυναμίας, ην οι μεν θεοί ονομάζουσι Μωρίαν οι δε θνητοί καλούσι Μοίραν κατ' αναγραμματισμόν ίσως, παρασύρεται υπό της ακαθέκτου φοράς των παθών, μέχρις ου ο κρημνός τον κατασυντρίψη ή η άβυσσος τον καταπίη και ούτως επανέλθη εις το μηδέν. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον ευτύχημα. Αισθάνομαι ότι έγκειται εν τη ψυχή μου η νοσταλγία του μηδενός, ο πόθος της ανυπαρξίας. Μόνον η αναίσθητος φύσις δεν φοβείται την ανυπαρξίαν, διότι δεν αισθάνεται την ύπαρξιν. Τελειοποίησις άρα των όντων μη είνε η εις την ύλην επιστροφή; Επί τεσσαράκοντα έτη εθώπευσα επί της καρδίας μου τα δόγματα του θείου Πλάτωνος, ζητών παρ' αυτών αναψυχήν και παραμυθίαν. Αλλά και ούτος με ηπάτησεν. Αλλ' όμως Πλατωνικός εγώ, δεν δύναμαι να αποκηρύξω τα του Πλάτωνος. Τούτο θα ήτο τερατώδες. Εν τούτοις δεν ενθουσιώ πλέον. Το πυρ της διανοίας μου εσβέσθη, και έμεινε τέφρα και σποδός. Αισθάνομαι το κενόν περί εμέ, το κενόν και εν εμοί. Οποίος σαρκασμός διά το όνομα όπερ πομπωδώς ανέλαβον! Μετά τοσούτους δισταγμούς και ταλαντεύσεις επιθυμώ να επανέλθω εις τον κατά φύσιν άνθρωπον. Πιστεύω ότι οι αμαθείς είνε ευτυχέστεροι των σοφών. Να επανέλθη τις εις την αφορμήν, αφ' ης ανεχώρησε, τούτο δεν είνε το τέρμα πάσης αποδημίας; Και η ανθρωπότης μετά τοσαύτας περιπλανήσεις δυνατόν να επανέλθη ποτέ εις την αμάθειαν, προτιμώσα αυτήν της σοφίας, και εις την βαρβαρότητα, προκρίνουσα αυτήν του πολιτισμού.... Αλλά τι λέγω; Ληρείς, ω Πλήθων. Θεοί, σύγγνωτε! ελησμόνησα ότι ήλθον να ζητήσω βουλήν παρά των ιερών υμών βωμών, και εξετράπην εις αδολεσχίας. Και τώρα τι να πράξω, ω θεοί; Η ακμή του πάθους τούτου φλεγμαίνει εν εμοί, και σεις δεν μ' εμπνέετε; Ευδοκήσατε να μοι υποδείξητε την βουλήν σας. Από πολλού ουδένα οιωνόν είδον εις τον αέρα, ουδέν σημείον επί της γης. Υπαγορεύσατέ μοι διά σημείου μαντικού, δι' οιωνού ή και διά νυκτερινής όψεως την ευμενή υμών απόφασιν, μέχρι της ανατελλούσης ημέρας.

Και ταύτα ειπών ο Πλήθων ανωρθώθη. Επανήλθε προς την θύραν, χωρίς να ρίψη άλλο βλέμμα επί της κοιμωμένης Αϊμάς, έλαβε το ιμάτιόν του, και εξήλθε κλείσας την θύραν.

Ο Πρωτόγυφτος, όστις υπεκρίνετο ότι εκοιμάτο, ήνοιξε τους οφθαλμούς, και έβλεπεν αυτόν εξερχόμενον. Το βλέμμα του εξέφραζεν απορίαν. Διετύπωσε δε καθ' εαυτόν την επομένην σκέψιν, μη τολμών και να εκφράση αυτήν·

— Α! φεύγει. Τόσον καλλίτερα!

Όσον διά την Αϊμάν, αύτη εκοιμάτο ανήσυχον ύπνον. Και όχι μόνον εκοιμάτο, αλλά και ωνειρεύετο. Τούτο εδείκνυον τα κινήματα, άτινα ετάραττον αιφνιδίως το σώμα αυτής, και οι ελαφροί στεναγμοί, οι εξερχόμενοι εκ του στήθους της. Τη εφαίνετο ότι ευρέθη εις έρημον τόπον μη έχοντα βλάστην και φυτείαν και ήτο εκτεθειμένη εις το φλογερόν καύμα του ηλίου. Ήτο δε μόνη και ηγνόει την οδόν, ην έπρεπε να βαδίση όπως απομακρυνθή εκ του αυχμηρού εκείνου τόπου. Περιέβλεπεν εναγωνίως γύρω, αναζητούσα να ίδη ανθρωπίνην ψυχήν, όπως ερωτήση περί της οδού ην έπρεπε ν' ακολουθήση. Μετά πολλάς αναζητήσεις, εφάνη τέλος ως σκιά τις προσεγγίζουσα. Ότε προσήλθεν εγγύτερον αύτη, η Αϊμά εξεπλάγη αναγνωρίσασα την μυστηριώδη εκείνην γυναίκα, ήτις είχεν άλλοτε, κατ' όναρ, ή καθ' ύπαρ, (η Αϊμά ουδέποτε ενόησεν οριστικώς τούτο) εμφανισθή ήδη προς αυτήν. Η νέα την έβλεπεν έκπληκτος, και ηθέλησε να τη ομιλήση πρώτη. Αλλ' η ξένη ένευσεν επιτακτικώς να σιγήση, και ανοίξασα το στόμα τη είπε μυστηριωδώς: «Ζητείς να μάθης ποίον δρόμον θα βαδίσης; Έχε θάρρος. Βαδίζεις τον άριστον, τον δρόμου του μαρτυρίου». Η Αϊμά δεν ενόησε τι εσήμαινεν η φράσις αύτη: ο δρόμος του μαρτυρίου. Η ξένη επανέλαβε: «Μικρόν εισέτι και θα φθάσης εις το τέρμα. Σοι απόκειται της δικαιοσύνης στέφανος». Η Αϊμά δεν είχεν αναγνώσει τας επιστολάς του θείου Παύλου, και ηγνόει ποίος τις ήτο ο στέφανος της δικαιοσύνης, αν και η λέξις αύτη, στέφανος, ήρεσκεν αυτή, αναμιμνήσκων τον έρημον κήπον της, ον μετά τόσης εκαλλιέργει ποτέ στοργής. Τέλος η γυνή τη είπεν εκ τρίτου: «Δεν πρέπει να με καταισχύνης. Τα τέκνα μου είνε προωρισμένα εις τον σκληρότατον αγώνα. Δείξον καρτερίαν και θα σωθής». Η τελευταία αύτη παρακέλευσις ήτο εις την Αϊμάν μάλλον ακατανόητος ή αι προ αυτής δύο. Τέλος η ξένη έγεινε παραδόξως άφαντος, ή μάλλον, όπερ παραδοξότερον, μετεμορφώθη έμπροσθεν των οφθαλμών της Αϊμάς. Αλλ' η τοιαύτη μεταμόρφωσις πολύ απείχε του να είνε ευάρεστος. Η ξένη, οία εφαίνετο εξ αρχής, είχε συμπαθή την μορφήν και μειλίχιον τον λόγον. Το δε ανάστημά της ήτο ορθόν και ευθυτενές. Αλλ' υπό την νέαν μεταμόρφωσίν της, η μεν όψις κατέστη ρικνή και απεχθής, το δε ανάστημα εκάμφθη, και δύο ογκώδεις ύβοι εσχηματίσθησαν επί της ράχεώς της. Εκράτει εις την αριστεράν χείρα οζώδη ράβδον, και φυτευθείσα ακίνητος επί του εδάφους εθεώρει την Αϊμάν μετά σατανικού σαρκασμού και φαρμακερού μίσους. Τέλος όλοι οι χαρακτήρες της ωμοίαζον με τους της Εφταλουτρούς, της στυγεράς εκείνης γραίας. Αφού επί πολύ εθεώρησε χαιρεκάκως την τρέμουσαν Αϊμάν, ήρχισε να τη λέγη: «Εδώ είσαι, Γυφτοπούλεζα; Κ' εγώ σ' έχασα τόσον καιρόν, και δεν σ' έβλεπα; Να χαθή το χνάρι σου, να μη σε βλέπω! Τι έγεινες τόσον καιρόν και δεν εφάνης πουθενά, γυφτοκόνισμα; Καλά είσαι εδώ, καλά σ' έχω. Κοιμάσαι; Κοιμήσου, που να μη ξυπνήσης!» Η Αϊμά εν τούτοις εξύπνησε τεταραγμένη, και όλη ασπαίρουσα. Ήτο μίαν στιγμήν μετά την έξοδον του Πλήθωνος. Ιδρώς αγωνίας περιέβρεχε το μέτωπον αυτής, και στραφείσα προς τον Πρωτόγυφτον, όστις είχε ανοικτούς τους οφθαλμούς, τω είπε·

— Σηκώσου γρήγορα να πάμε.

Ο Γύφτος τρίψας τους οφθαλμούς απήντησε προς αυτήν·

— Πού θέλεις να πάμε;

— Να φύγωμε απ' εδώ! είπεν η Αϊμά ανορθωθείσα.

— Τι σου ήλθε πάλι; είπε ψυχρώς ο Πρωτόγυφτος. Έπαθες τίποτε μες
τον ύπνον σου;

— Σηκώσου, πατέρα, ή θα φύγω.

— Φύγε.

Η Αϊμά μετέβη εις την θύραν, αλλ' αύτη ήτο κλειστή.

Τότε ενεθυμήθη ότι είχε αυτή την κλείδα, και ερευνήσασα εις το ένδυμά της την εύρε.

Προσήρμοσεν εις το κλείθρον την κλείδα, απώθησε τον μοχλόν. Ο μοχλός απεσύρθη και το κλείθρον ηνοίχθη. Αλλ' η θύρα έμενε κλειστή.

Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος δεν εκινείτο, και ίσως θα είξευρεν ότι δεν ηδύνατο ν' ανοιχθή η θύρα.

Η Αϊμά στραφείσα, εύρε κατάραν τινά να εκφράση, και τω είπε·

— Δαίμονα! μ' επρόδωσες.

— Εγώ; είπεν ο Γύφτος.

— Εσύ.

— Γιατί;

— Η πόρτα δεν ανοίγει.

— Και τι φταίω εγώ; . .

— Μου είχες υποσχεθή . . ., ήρχισε να λέγη η Αϊμά, και ο λόγος
της εκόπη. Κύμα αγανακτήσεως πλημμυρήσαν έπνιγε την φωνήν εν τω λάγυγγι αυτής.

Την φοράν ταύτην ο Πρωτόγυφτος ηναγκάσθη ν' απολογηθή, αλλ' όπως συμβαίνει εις πάντας τους μη κατέχοντας την τέχνην του ήττονος λόγου, τους ανεπιτηδείους, έμελλε να καταστήση τα πράγματα χείρονα διά της απολογίας του.

— Και τι σου φταίω εγώ, αφού συ αγαπάς τον ύπνον, είπε μετά
σαρκασμού. Δεν αγροίκησες τον άνθρωπον οπού εμβήκε τώρα εδώ μέσα;

— Άνθρωπος εμβήκε; Τι λέγεις;

— Άνθρωπος, ναι. Κ' εγώ εφοβήθην άμα τον είδα. Έμεινε μισήν ώραν,
και έφυγεν. Αυτός μας εκλείδωσεν απ' έξω.

— Ω Σατανά! είπεν η νέα, και η οργή εκόχλαζεν εις τα στήθη της.

— Φώναζε όσον θέλεις, είπεν αμέριμνος ο Πρωτόγυφτος. Εγώ θα πέσω
να κοιμηθώ. Δεν έφεξε ακόμα καλά.

Και τυλιχθείς με την κάπαν του ο Πρωτόγυφτος εξηπλώθη ανέτως επί του χαλικοστρώτου εδάφους, θεις και τα πέδιλά του ως προσκεφάλαιον.

Ενώ δε η Αϊμά συνήπτε τας χείρας και διετέλει εν τη εσχάτη εκείνη της απογνώσεως στιγμή, εφ' ης η αρχαία ποίησις και τέχνη δεν εύρεν άλλο κορύφωμα να επιθέση ή την απολίθωσιν, αίφνης κρότος ηκούσθη, η θύρα έτριξεν επί των στροφίγγων της και εισήλθεν ο Πλήθων.

Η Αϊμά έμεινε με το στόμα κεχηνός θεωρούσα αυτόν, άναυδος και κατάπληκτος. Ο φιλόσοφος έθηκε την χείρα επί του στόματος όπως επιτάξη σιγήν, και προέβη μετά σοβαρότητος προς την νεάνιδα.