Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 34: Κεφάλαιο 34

Κατόπιν εορτής.

Την εσπέραν της αυτής εκείνης ημέρας, καθ' ην ο Τρέκλας είχε κομίσει εις τον Πλήθωνα το άγγελμα της αποδράσεως της Αϊμάς, ο φιλόσοφος είχεν αναχωρήσει εκ του άντρου και μετέβη εις Σπάρτην. Ο αναχωρητής ούτος περιεσπάτο υπό πολλών φροντίδων. Μία τούτων ήτο η περί της στρατολογίας των επικούρων... Φευ! οψέ, λίαν οψέ, εμερίμνων εν Ελλάδι προς εκπλήρωσιν της ιεράς ταύτης οφειλής. Ήτο ήδη περί το τρίτον δεκαήμερον του Μαΐου του έτους ,αυνγ'. Και η βασιλεύουσα μετ' ολίγας ημέρας... Την επαύριον της ημέρας εκείνης συνέβη εν Σπάρτη η στρατολογία εκείνη και η χρηματική διανομή, ην περιεγράψαμεν διά βραχέων εν τοις προηγουμένοις. Μεταξύ των αυτοκλήτων ή αιρετών αρχηγών του κινήματος τούτου υπήρχον βεβαίως άνθρωποι μικρού άξιοι, κερδοσκοπούντες επί της δεινής εκείνης ανάγκης. Αλλ' υπήρχον και χρηστοί άνδρες, δυνάμενοι να συντελέσωσιν εις αγαθόν τι υπέρ του προκειμένου τότε αγώνος, αν η κίνησις εγίνετο δύο ή τρεις μήνας πρότερον. Ονόματά τινα αναφέρονται εν τοις χρονικοίς τα εξής: Ιωάννης Κομνηνός, όστις ήλθεν εκ της βασιλευούσης έχων παρά του βασιλέως εντολήν προς στρατολογίαν. Κωνσταντίνος ο Βεράτιος, ανήρ πολλάκις πολεμήσας και διαπρέψας. Ούτος εστρατολόγησεν εκ Μεσσηνίας πλείονας των διακοσίων ανδρών. Γεώργιος ο Πύλιος, πολεμήσας προς τους Βενετούς κατά θάλασσαν. Ο Αλβανός Ματθαίος Αρκουλάς, όστις ελάμβανεν εξ υπαμοιβής το άροτρον και την σπάθην, και εθέρισεν εκ των αγρών τόσους μεδίμνους σίτου, όσα σώματα εχθρών εν τοις στρατοπέδοις της Αλβανίας και της Βορείου Μακεδονίας. Είχε δ' εξορισθή εις Πελοπόννησον ένεκα μηχανορραφίας των εχθρών του εναντίον αυτού. Τέλος ο Αννίβας Βελμίννης, περί ου διηγούνται παράδοξα οι σύγχρονοι. Ούτος είχε γεννηθή εν Κεφαλληνία εκ πατρός Βενετού. Παις ων, ημέραν τινά ενώ ηλίευε παρά τας ακτάς της Ακαρνανίας είχεν αιχμαλωτισθή υπό των Βαρβαρέζων, οίτινες κατέστησαν αυτόν πιστόν Μουσουλμάνον και τολμηρόν πειρατήν. Είτα εφόνευσε τον κύριόν του και εδραπέτευσεν. Αλλ' επειδή ευκόλως δεν ηδύνατο ν' απομάθη την τέχνην ην είχε διδαχθή, κατώρθωσε να οπλίση, ή κατ' άλλους ν' αρπάση έκ τινος ναυστάθμου, πλοίον εσκευασμένον και έτοιμον καθ' όλα, και μετήρχετο την πειρατείαν δι' ίδιον λογαριασμόν. Και εν όσω μεν η τύχη τον ευνόει και εύρισκε λείαν δι' εαυτόν και τους συντρόφους του, καλώς είχε το πράγμα. Αλλ' έν έτος συνέβη να επέλθη αφορία κατά θάλασσαν, ή μάλλον απραξία εμπορική, και ο Βελμίννης δεν είχε να πληρώση τους μισθούς των συντρόφων του. Τότε και εκείνοι, οίτινες από πολλού αφορμήν μόνον εζήτουν όπως στασιάσωσι, τον έδεσαν οπισθάγκωνα επί του ιστού, και γυμνώσαντες το πλοίον απήλον διά της λέμβου. Εις μάτην ο δυστυχής Βελμίννης έκραζεν επικαλούμενος έλεος, λέγων ότι καλλίτερον ήτο να τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν ν' αποθάνη τον οικείον εις τους ναυτικούς θάνατον, αλλά τα θηρία τον άφησαν δέσμιον και απήλθον. Το πλοίον εφέρετο επί των κυμάτων εική, όπου το ώθουν οι άνεμοι, ψυχή άλλη δεν υπήρχεν επ' αυτού, και ο Βελμίννης δέσμιος επί του ιστού δεν είχε τουλάχιστον την παρηγορίαν του να αποθάνη ελεύθερος και αγωνιζόμενος τον υπέρ της ζωής αγώνα.

Ο δεσμώτης ελύσσα, εφρύαττεν, έδακνε τας αλύσεις, αλλά δεν είχεν υπεράνθρωπον δύναμιν όπως διαρρήξη αυτάς. Τα κύματα έπληττον προκλητικώς τας πλευράς του σκάφους, ως να ενέπαιζον σκληρώς την αγωνίαν και απόγνωσιν του δυστυχούς τούτου. Είχε περιέλθει εις το έσχατον σημείον της απογνώσεως, και θαύμα μόνον ηδύνατο να τον σώση. Και το θαύμα τούτο συνέβη πράγματι. Τουλάχιστον ο Βελμίννης διηγείτο τούτο, και εφαίνετο πιστεύων εν πεποιθήσει ότι είχε συμβή. Ο ανήρ ούτος είχε καταστή οπαδός της νέας παλαιάς θρησκείας, της εγκαινισθείσης υπό του Γεωργίου Γεμιστού, και είτε επίστευεν αυτός είτε όχι τα θαύματα των επανιδρυθέντων θεών, επεθύμει όμως να κάμη τους άλλους να τα πιστεύσωσι.

Λοιπόν, ενώ ο Αννίβας Βελμίννης διετέλει εις την τρομεράν εκείνην θέσιν, αίφνης ακούει λείον κρότον, ως ολισθηρού σώματος αναβαίνοντος την πλευράν του σκάφους. Στρέφεται. Τι να ίδη; Περικαλλής κόρη ανέβη εις το κατάστρωμα, αλλά δεν ήτο όλη κόρη. Από της οσφύος και κάτω ήτο ιχθύς. Ο Αννίβας εξέστη προς το θέαμα τούτο. Αι Σειρήνες λοιπόν, ή Γοργόνες κατά τους ημετέρους ναύτας, αι μυθολογούμεναι αύται θαλάσσιαι νύμφαι, υπήρχον πραγματικώς, δεν ήσαν της φαντασίας πλάσματα! Ιδού ο Βελμίννης έβλεπε τούτο ιδίοις οφθαλμοίς. Και δεν εφοβήθη, δεν υπέστη το ζοφερόν εκείνο αίσθημα της δεισιδαιμονίας, το ιδιάζον εις τας τοιαύτας παραλόγους πίστεις. Ησθάνθη μόνον θάμβος και κατάνυξιν. Ηθέλησε να τη αποτείνη τον λόγον, να απαγγείλη προσευχήν προ της εμφανίσεως ταύτης. Αλλ' η γλώσσα του έμεινεν ακίνητος. Η θαλασσία νύμφη επλησίασεν ηρέμα, δι' ομαλού κινήματος, προ τον δεσμώτην, και κτυπήσασα διά της ουράς τας αλύσεις, τας διέρρηξεν. Ο Αννίβας ευρέθη όρθιος και ελεύθερος εν ακαρεί. Εγονυπέτησεν αυτομάτως. Αλλ' η νύμφη διολισθήσασα ταχέως επήδησεν εις την θάλασσαν, περιρραίνουσα το κατάστρωμα δι' ύδατος και έγεινεν άφαντος. Ο Βελμίννης έμεινε κατάπληκτος, διαπορών μη ήτο όνειρον το συμβάν τούτο. Αλλ' όμως ήτο αληθές. Αι αισθήσεις του δεν ηδύναντο να απατήσωσιν αυτόν, ουδ' αυτός ηδύνατο ναπατήση τους άλλους. Ότε συνήλθεν εκ της εκπλήξεως, το δεσπόζον αυτού αίσθημα ήτο η επιθυμία. Επόθει να επανίδη την άγνωστον εκείνην θεότητα, την διφυή εκείνην νύμφην, ήτις είχεν ευεργετήσει αυτόν τοσούτον επικαίρως. Αλλ' όμως ταχέως συνησθάνθη ότι, καίπερ απαλλαχθείς του κυριωτάτου κινδύνου, όμως είχεν εισέτι να εργασθή όπως σώση το σκάφος και εαυτόν. Ήτο μόνος επί του πλοίου. Η επαφή της ουράς εκείνης τω είχε δώσει δεκαπλασίαν δύναμιν. Εξετέλεσε πάντας τους αναγκαίους χειρισμούς των ιστίων, ίθυνε το πηδάλιον, και μετ' ολίγον προσωρμίζετο εις τον εγγύτατον λιμένα. Επώλησεν αντί ευτελούς τιμής το σκάφος και τον εξαρτισμόν, και αγοράσας λέμβον κατέστη εκ νέου αλιεύς, ως και κατά τους παλαιούς χρόνους. Αλλά σήμερον ο σκοπός του δεν ήτο μόνον όπως αλιεύη. Ο Βελμίννης ήτο ερωτόληπτος με την θαλασσίαν νύμφην. Ήλπιζεν εις την τύχην ότι ηδύνατο και πάλιν να την επανίδη, την ευεργετικήν εκείνην κόρην, την περικαλλή Σειρήνα, ης το πρόσωπον, το στήθος και ο κορμός ήσαν τόσον περικαλλή, όσον δεν ενδέχεται εις την θνητήν φύσιν. Το δε κατωτέρω της οσφύος τεράστιον ο Αννίβας ευκόλως συνεχώρει, λογικώς σκεπτόμενος ότι δεν ήτο δυνατόν να ζη εν τοις ύδασιν, αν δεν είχε την ουράν του δελφίνος προσηρτημένην εις το θελκτικόν σώμα αυτής. Εν τούτοις ο ερωτόληπτος αλιεύς, επιβάς της λέμβου του, ην είχε κοσμήσει και ευτρεπίσει λίαν φιλοκάλως, περιέπλεεν από κολπίσκου εις κολπίσκον, και από υφάλου εις ύφαλον, ερευνών όλα τα σπήλαια, όλας τας ακτάς και τους όρμους, και ελπίζων νανακαλύψη ημέραν τινά την κατοικίαν της θαλασσίας νύμφης. Είχε λάβει μεθ' εαυτού μίαν κιθάραν, το απαραίτητον τούτο εφόδιον όλων των ερωτευμένων, και κατά πάσαν νύκτα υπό το φέγγος της Σελήνης εξήγειρε τας θαλασσίας ηχούς διηγούμενος τον πόνον του εις τας ποντιάδας αύρας και εις τας απογείους. Το μονότονον άσμα ανεμίγνυτο με τον συριγμόν του ανέμου και το πορφυρούν κύμα εφλοίσφιζε περί την τρόπιν του ακατίου, αλλ' η θαλασσία νύμφη δεν συνήνεσεν ουδέ μίαν νύκτα να τονίση και αυτή την θεσπεσίαν μολπήν της, δι' ης ηδύνατο να βωβάνη τους γλυκείς εκείνους ήχους. Τέλος βαθείαν τινα πρωίαν, άμα τη ανατολή της κροκοπέπλου ηούς, ο αλιεύς επίστευσεν ότι έφθασεν εις το τέρμα των αγώνων. Μεμακρυσμένη τις και ασθενής φωνή ηκούσθη άδουσα, αλλά μόλις ηκούετο. Όσον ο Βελμίννης έτεινε τα ώτα, τόσον η φωνή καθίστατο ασθενεστέρα. Με σφοδρούς παλμούς καρδίας ήρπασεν ο αλιεύς τας κώπας και ήλασε προς το μέρος οπόθεν τω εφαίνετο ερχομένη η ηχώ της φωνής. Αλλ' εις μάτην. Όσον η λέμβος επλησίαζε, τόσον το άσμα απεμακρύνετο, εωσού τελείως απεσβέσθη και εσίγησεν. Ο Αννίβας ησθάνθη εαυτόν ειπέρποτε δυστυχέστερον. Αλλ' όμως δεν ήθελε ναποβάλη την παράφρονα ελπίδα, ουδέ να παύση τας επιμόνους ερεύνας. Νύκτα τινά ο πατήρ των ανέμων προσεποιήθη ότι ήτο ωργισμένος εναντίον του αυθάδους και καλέσας τους δύο κραταιούς υιούς του, τον Βορέαν και τον Αργέστην, διέταξεν αυτούς να οργώσωσι τα κύματα.

Οι δύο άνεμοι μόνον αφορμήν περιέμενον, όπως δοθώσιν εις την παιδιάν ταύτην, και ενώσαντας τας δύο ισχυράς πνοάς των εις μίαν και μόνην, ήρχισαν ευθύς να φυσώσι μανιωδώς. Τότε συνέβη φοβερά αλλοίωσις επί του προσώπου της θαλάσσης. Τα κύματα ήρχισαν ευθύς να πυργώνται, και απετέλεσαν κορυφάς, αίτινες ωρχούντο, ανέβαινον, κατέπιπτον, εσχίζοντο, διερρήγνυντο αφρίζουσαι, και ημιλλώντο να φθάσωσιν εις το ύψος τας προεξοχάς των απορρώγων ακτών.

Η θάλασσα μη ευχαριστουμένη να φαίνεται λεία και ομαλή, και να παραβάλληται υπό των ποιητών με κάτοπτρον, εφάνη ως να ήθελε να δείξη ότι έχει και αυτή όρη και κοιλάδας, αλλ' υγρά όρη και ρευστάς κοιλάδας. Τότε πού να φανή το ακάτιον του δυστυχούς ερωτολήπτου; Ισοβαρές με φύλλον, ομοιόσχημον με κέλυφος, είχεν εκσφενδονισθή επί της πρώτης τυχούσης σπιλάδος, και κατασυνετρίβη εις μυρία τεμάχια. Ο δε Αννίβας ο δυστυχής είχεν ακολουθήσει και αυτός τον αυτόν δρόμον, αλλά κατ' ευτυχίαν έν κύμα, μειλιχιώτερον των λοιπών, τον ευσπλαγχνίσθη, και απέθηκεν αυτόν ηρέμα επί της άμμου. Ο αλιεύς, αν και ιλιγγία και ήλγει την κεφαλήν εκ του τρομερού εκείνου κτύπου, υπηγέρθη ησύχως, και τετραποδίζων επί της άμμου κατώρθωσε να φθάση εις μέρος τι, όπου δεν τον έφθανον τα κύματα. Εκεί δε απηυδηκώς και εκλελυμένος υπό των παθημάτων απεκοιμήθη μέχρι της πρωίας. Αλλ' ότε αφυπνίσθη δεν ευρέθη πλέον εις το αυτό μέρος. Ήτο εντός σπηλαίου τινός. Εκ της οροφής εκρέμαντο σταλακτίται λάμποντες υπό των ακτίνων του ηλίου, εισερχομένων διά στενής θύρας, αι δε πλευραί του άντρου ήσαν κεκοσμημέναι με μαργαρίτας, πορφύρας και κοράλια. Η κλίνη του συνέκειτο εξ υγρών βρύων και αλμυρίδων, παρά τους πόδας του έκειντο κογχύλαι και άλλα θαλάσσια προϊόντα. Ο αήρ ήτο ελαφρός και ευώδης, και η καρδία του ησθάνετο ευδαιμονίαν. Πού ήτο; Δεν ετόλμα να συμπεράνη. Τέλος στρέψας το βλέμμα προς τα δεξιά βλέπει.....την θαλασσίαν νύμφην καθημένην ενώπιον αυτού! Ο Αννίβας εξέπεμψε κραυγήν. Εκείνη τω ένευσε να σιωπήση. Εκάθητο πλησίον του, και το ήμισυ του σώματός της το ιχθυοειδές ήτο κεκρυμμένον εντός του ύδατος, διότι το έδαφος του άντρου απετέλει η θάλασσα. Το δ' έτερον ήμισυ, το περικαλλές και θεσπέσιον, προέκυπτεν υπεράνω του κύματος εις τας εκπεπληγμένας όψεις του εραστού. Ο Αννίβας δεν είξευρε τι να πιστεύση. Η πρώτη σκέψις του υπήρξε: Με αγαπά! Αλλά το βλέμμα της νύμφης, καίπερ μειδιών, δεν έλεγε τούτο· εξέφραζε μάλλον οίκτον εκ συγκαταβάσεως και χαρίεσσαν περιφρόνησιν. Μετ' ολίγον δε τω είπε και διά λέξεων τα αυτά περίπου. Η φωνή της ήτο γλυκεία και συμπαθής. Ο Αννίβας ήκουεν αυτήν απλήστως, προσέχων μάλλον εις τον ήχον ή εις την έννοιαν των λέξεων.

— Νέε θνητέ, τω είπε, βλέπεις ότι σε θεωρώ μετ' οίκτου; Οφείλω να
σοι είπω την αλήθειαν. Χείλη Νύμφης δεν πρέπει να ψεύδωνται. Παραφροσύνη είνε ο έρως, ον έχεις συλλάβει δι' εμέ. Η φύσις των θνητών ανθρώπων ομοιάζει με το ξύλινον εκείνον κέλυφος, όπερ οι αδελφοί μου Βορέας και Αργέστης συνέτριψαν προ μικρού επί τινος βράχου, εξ ης καταστροφής εγώ συνήνεσα εξ οίκτου προσκαίρως να σωθής. Παρήλθε πλέον προ πολλού ο χρόνος, καθ' ον οι θνητοί ετόλμων ν' αποβλέπωσι μετ' επιθυμίας προς τας θεαίνας, αύται δε συγκατέβαινον ενίοτε εις τα παράβολα ταύτα ορμήματα, ων η επιτυχία ήτο χείρων δι' αυτούς, διότι ήσαν προωρισμένοι μόνον εις δεινοτέραν συμφοράν και σκληρότερον θάνατον. Η θνητή φύσις δεν προσδέχεται την μετά της αθανάτου επιμιξίαν, όπως δεν στέργει το πυρ της Στυγός, όπως δεν δύναται να υποστή του κεραυνού την φλογώδη επαφήν. Και τι καλόν ήθελε προέλθει εκ της μετ' εμού ενώσεώς σου; Ουδέν και του ουδενός έλασσον. Άλλοτε η ένοχος συγκατάβασις των θεαινών είχε μίαν δικαιολογίαν, ότι οι θνητοί μας ελάτρευον, και προτού να καταστώσιν ερασταί, ήσαν ταπεινοί λάτρεις των ημετέρων αγαλμάτων. Τώρα όμως προ πολλού τα ολοκαυτώματα έπαυσαν να καπνίζωσιν επί των βωμών, το φάσγανον δεν τέμνει πλέον τους λαιμούς των σφαγίων, και η ιερά του τερασκόπου τέχνη δεν ερευνά πλέον τα σπλάγχνα των αμνών. Ηρημώθησαν τα τεμένη, εγκατελείφθησαν τα ηρώα, κατηδαφίσθησαν οι ναοί. Το πυρ δεν καίει πλέον εις τας εστίας, και αι εικόνες των εφεστίων δεν κοσμούσι πλέον τα μέλαθρα. Τα στέμματα αφηρέθησαν από των μετώπων ημών, και ό,τι πρότερον ελατρεύετο, σήμερον εμποιεί αποστροφήν και φρίκην. Εκείνο όπερ το πάλαι ήτο θρησκεία, κατέστη νυν δεισιδαιμονία, και οι άνθρωποι ήλλαξαν ως και τα ονόματα ημών, και μας αποκαλούσιν ακαθάρτους δαίμονας. Μισούσι και βδελύττονται πάσαν ανάμνησιν ην κατελίπομεν επί του εδάφους εκείνου, και αποστρέφουσιν αφ' ημών τας όψεις πιστεύοντες ότι είμεθα φθοροποιά και απαίσια πνεύματα. Ω, η γενεά αύτη είνε γενεά αγροίκων. Και συ εξ εκείνων είσαι, ω νέε θνητέ. Ποίος είσαι συ ο αυθάδης, όστις ετόλμησας να υψώσης τους οφθαλμούς επ' εμέ μετά τοσαύτης αναιδείας και θρασύτητος; Δεν ηρκέσθης ότι σ' ευηργέτησα, σώσασά σε εκ βεβαίου και σκληρού θανάτου, ότε οι σύντροφοί σου σε είχον δεσμεύσει επί του ιστού, αλλά τολμάς να ατενίζης μετ' επιθυμίας προς την υπερήφανον των θαλασσών Νύμφην, και να υβρίζης την εκπεσούσαν δόξαν και μεγαλειότητα; ..

Ταύτα είπεν η Νύμφη μετ' αγερώχου και προκλητικού ήθους, και εσίγησεν. Ήτο ευπλόκαμος, ξανθή, γλαυκή τους οφθαλμούς και χαριεστάτη. Ο αλιεύς ητένιζε προς αυτήν όλος μεθύων, και τω εφαίνετο ότι ήλλαζεν όψεις από στιγμής εις στιγμήν. Οτέ μεν χείμαρρος πυρός εξήρχετο εκ των οφθαλμών της, οτέ δε ευώδη ρόδα εξεχύνοντο εκ των χειλέων της. Ο ερωτόληπτος την εθεώρει έξαλλος. Αλλά δεν υπώπτευσεν ότι η οργή αυτής ήτο προσποιητός. Ουδ' είχε παρατηρήσει ότι εφρόντιζεν εκείνη να κρύπτη το ήμισυ του σώματός της, το δελφινοειδές, εντός των κυμάτων. Τούτο προσεκτικός παρατηρητής ήθελεν εκλάβει ως φιλαρέσκειαν. Αλλά δεν επιτρέπεται εις τους θνητούς να τηρώσι την αταραξίαν αυτών επί παρουσία των αθανάτων, και άνευ αταραξίας δεν δύναταί τις να είνε παρατηρητής.

Διά τούτο τα βουλεύματα των θεών μένουσι πάντοτε κεκρυμμένα από της όψεως των ανθρώπων, ενώ τούτων τα διανοήματα πάντοτε φανερά εις το βλέμμα εκείνων πρόκεινται. Ο Αννίβας τεθορυβημένος και αμηχανών, ηθέλησε να ψελλίση λέξεις τινάς εις απολογίαν του, αλλ' η Νύμφη τω επέβαλεν εκ δευτέρου διά του νεύματος σιγήν. Τω είπε να φάγη κογχύλας και καραβίδας, αν επείνα, και αίφνης εγένετο άφαντος καταλιπούσα αυτόν μόνον.

Τότε ήρχισεν ούτος να σκέπτηται μακρόν χρόνον περί του συμβάντος τούτου, όπερ δεν τω εφαίνετο ως όνειρον, αλλ' όμως μετά πολλάς σκέψεις έφθασεν εις το συμπέρασμα ότι ηδύνατο να μη συμβή όπως συνέβη. Προσέτι ηπόρει και δι' άλλο τι. Αν και ήτο τέχνη θαλάσσιος, ήτο όμως φύσει χερσαίος, και δεν ηδύνατο να καταστή υδρόβιος. Και όμως αν και η κλίνη, εφ' ης κατέκειτο ήτο όλη υγρά, δεν ηνόχλει αυτόν η τοιαύτη υγρότης. Μη άρα μετέβαλεν αιφνιδίως φύσιν; Τότε ενεθυμήθη και την τελευταίαν εντολήν της Νύμφης, ειπούσης αυτώ να φάγη, και συλλέξας κογχύλας, γαρίδας και καρκίνους ηρίστησε μετά πολλής ορέξεως. Μόλις είχεν αποφάγει, και καταληφθείς υπό ακαθέκτου νυσταγμού, απεκοιμήθη πάλιν. Αλλ' η εκ του δευτέρου τούτου ύπνου εξέγερσις δεν υπήρξεν ευάρεστος ως η προλαβούσα. Ότε αφυπνίσθη, έκειτο επί της άμμου παρά τον αιγιαλόν, το δε σπήλαιον της Νύμφης είχε γείνει άφαντον, ως ήτο επόμενον.

Ο Αννίβας επιστρέψας εις τον λιμένα του εφρόντισε να οπλίση νέαν λέμβον διά τας αλιευτικάς εκδρομάς του. Λέγεται δε ότι η θαλασία Νύμφη δεν έμεινε μέχρι τέλους άτεγκτος και συνήνεσε να είνε ορατή άπαξ του μηνός εις τον λατρευτόν της. Εις αμοιβήν της ευνοίας ταύτης ο Αννίβας κατέστη ένθερμος κήρυξ και απόστολος της παλιμψήστου θρησκείας του Πλήθωνος.

Το ανωτέρω διήγημα ετύγχανε πολλής πίστεως περί τα μέσα της ιε' εκατονταετηρίδος. Μοι είπον δε ότι αι θαλάσσιοι Γοργόνες, δι' ων χθες και πρώην έστιζον κατ' έθος τα στήθη και τας ωλένας πολλοί των ημετέρων ναυτικών, έχουσι την αρχήν εκ του διηγήματος τούτου.