Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 33: Κεφάλαιο 33

Νυξ εν τη ερημία.

Ο Πρωτόγυφτος, όστις είχε γείνει άφαντος από πολλών ημερών, δεν έμελλεν επί μακρόν χρόνον να μείνη αόρατος. Την νύκτα εκείνην και τας προλαβούσας είχε φιλοξενηθή παρά του Τρέκλα, και ευρέθη επικαίρως παρών όπως οδηγήση και προστατεύση την Αϊμάν. Αλλά πώς συνέβη τούτο; Ο Πρωτόγυφτος είχε λάβει από τινος χρόνου την έξιν του να παρέχη υπηρεσίας, όπως μη είνε παντελώς άχρηστος εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Γινώσκων λοιπόν πού ευρίσκετο η Αϊμά, ενόμισεν ότι ώφειλε να περιφοιτά τακτικώς εις τα μέρη εκείνα, και τούτο όπως μανθάνη εγκαίρως παν καινόν δυνάμενον να συμβή. Ηδύνατο δε λίαν επωφελώς, ως επίστευε, να αναγγέλλη τούτο εις τους περί τον Πλήθωνα, αν και ουδεμίαν παραγγελίαν είχε λάβει προς τούτο. Την ημέραν ο Πρωτόγυφτος ουδαμού εφαίνετο. Πιθανώς έμενε κεκρυμμένος έν τινι τρώγλη. Την δε νύκτα ανέβαινεν εις την επιφάνειαν και περιήρχετο ως πενθούσα σκιά περί τα τείχη του μοναστηρίου. Εις μάτην περιέμενε τον Βούγκον να έλθη να τον εύρη. Ο δυστυχής νέος δεν είχεν εννοήσει την παραγγελίαν του πρώτου των Γύφτων, και έμενεν αδρανής, προσπαθών να παρηγορήση την μητέρα του, ήτις έκλαιε καθ' εκάστην πρωίαν την στέρησιν του συζύγου. Την νύκτα εκείνην ο Πρωτόγυφτος ιδών το θυελλώδες του καιρού, ετόλμησε να ζητήση φιλοξενίαν παρά του Τρέκλα. Ότε δ' ευρίσκετο εις τον τρίτον και τελευταίον ύπνον, τον αφύπνισεν αποτόμως ο θόρυβος της συμπλοκής. Ο Πρωτόγυφτος ηγέρθη, έτριψε τους οφθαλμούς, επλησίασεν εις την θύραν και διασκελίσας τους δύο παλαίοντας, οίτινες έκειντο ο έτερος επί του ετέρου αποφράττοντες την είσοδον, εξήλθεν. Είδε τότε ορθίαν ενώπιον αυτού την Αϊμάν. Την ανεγνώρισε δε σχεδόν εξ ορμεμφύτου. Τη απέτεινε τον λόγον μετά δισταγμού, αλλ' εκ του ήχου της φωνής της, ότε αύτη απήντησε, την ανεγνώρισεν εντελώς. Η νεάνις παρεσύρθη υπ' αυτού μη έχουσα δύναμιν ίν' αντισταθή, και απεμακρύνθησαν.

Ο Γύφτος ωδήγησε την Αϊμάν εις λόχμην τινά, γνωστήν εις αυτόν, διότι κατά τας προλαβούσας ημέρας είχε κατοπτεύσει το έδαφος, και πολλά είχεν ανακαλύψει. Τη έδειξε κόγχην τινά υποκάτω ενός βράχου, και τη είπε να κοιμηθή. Η νέα συνεστάλη εντός του κοιλώματος εκείνου και ο Γύφτος εκάθισε πλησίον αυτής. Το μέρος ήτο υπήνεμον και εσκέπαζε την Αϊμάν από των σταγόνων της βροχής, ήτις κατά διαλείμματα έπιπτεν. Άνωθεν σκοτεινός αιθήρ επέκειτο, και αστραπαί διέσχιζαν τον αέρα. Η βροντή εμυκάτο και ο άνεμος εγόγγυζε διά μέσου των κλώνων των δένδρων. Η νέα περιετυλίχθη εντός του επενδύτου της, αλλά δεν είχε σκοπόν να κοιμηθή· εφοβείτο. Άγνωστα αισθήματα αποστροφής και οδύνης συνέθλιβον την καρδίαν της. Διετέλει εν αμηχανία και δεν είξευρε τι να σκεφθή περί του Γύφτου, ή τι να τω είπη. Ανεμιμνήσκετο ότι ο άνθρωπος ούτος την είχε πωλήσει. Η νέα είχεν εννοήσει καλώς τούτο. Και τώρα κατά παράδοξον της τύχης προδοσίαν έπιπτεν εκ νέου εις τους όνυχάς του. Η περίστασις ηδύνατο να χρησιμεύση διά τον Πρωτόγυφτον ως αφορμή όπως επιδείξη την εμπορικήν πίστιν και αρετήν αυτού, παραδίδων εκ δευτέρου την κόρην εις τας χείρας των αγοραστών. Πλην τούτου ηδύνατο να ελπίση και προσθέτου τιμήματος απολαβήν, αν έπραττε τούτο. Ήτο δε τοσούτω φοβερώτερος ο κίνδυνος ούτος, όσω η Αϊμά, ως πάντες, ηγνόει ποίοι τινες ήσαν οι αγορασταί και τις ο σκοπός των. Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος εκάθητο ήσυχος εγγύς αυτής, και ουδ' υποπτεύων υπό ποίων λογισμών κατείχετο η νέα. Δεν ησθάνετο την ανάγκην του ν' απολογηθή προς την Αϊμάν, αλλά τη έλεγεν ηρέμα·

— Τώρα πλέον θα πάμε 'στό σπήτι μας, Αϊμά.. .. χμ..· θα ζήσωμεν
ήσυχα από 'δώ κ' εμπρός. Κανένας δεν θα μας πειράξη. Πέρασες καλά αυταίς ταις ημέραις;

Η Αϊμά δεν απήντησε.

— Ο Βούγκος και ο Μάχτος, επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος, είνε καλά,
έμαθα, τα δύο μας παιδιά. Να δουλεύουν τάχα το αργαστήρι, ή μη το παράτησαν; Εκείνη η στρίγλα η μάννα τους τα φταίγει όλα. Συ δεν της μοιάζεις, είσαι καλό κορίτσι, Αϊμά.

— Ο Μάχτος, εψιθύρισεν η νέα. Αλήθεια πως δεν ήτον ο Μάχτος
αυτός;

— Ποίος;

— Εκείνος.

Και η Αϊμά εδείκνυε μόνον διά της χειρός την διεύθυνσιν προς ην έκειτο ο μύλος, όθεν είχον αναχωρήσει. Εφαίνετο δε μη έχουσα την δύναμιν να εξηγηθή διά λέξεων. Ο Πρωτόγυφτος απήντησε·

— Λέγεις εκείνους τους δύο που μάλωναν;

— Ναι.

— Δεν ήτον ο Μάχτος. Ποιος σου το είπε;

Ο Πρωτόγυφτος ηδύνατο εκ του διαλόγου τούτου να λάβη αφορμήν, όπως την ερωτήση πώς ευρέθη εκεί, και πώς κατώρθωσε να εξέλθη εκ του Μοναστηρίου, ακολουθήσασα τον άνθρωπον εκείνον. Αλλ' όμως δεν έπραξε τούτο. Ίσως επεθύμει ν' αποφύγη πάσαν αφορμήν προς εξήγησιν. Η Αϊμά τον ηρώτησε·

— Και ποιος ήτον;

— Δεν τον γνωρίζω.

Ο Γύφτος έλεγε την άλήθειαν. Δεν είχεν αναγνωρίσει τον Σκούνταν, άδηλον δε και αν τω ήτο εξ αρχής γνωστός.

Η Αϊμά δεν απηύθυνεν άλλην ερώτησιν.

— Κοιμήσου, της είπε και εκ δευτέρου ο Πρωτόγυφτος, και αύριον
πρωί θα πάμε εις το σπήτι μας.

Αλλ' η Αϊμά πολύ απείχε του να υπακούση εις την παρακέλευσιν ταύτην, και εβυθίσθη εις αντιφατικούς διαλογισμούς. Εσκέπτετο ότι εις τον άνθρωπον τούτον θα ώφειλεν επί τέλους σέβας και ευγνωμοσύνην, διότι εις τον οίκον αυτού ανετράφη και ηυξήθη τη ηλικία. Αλλ' όμως την επώλησεν. Ηδύνατο άρα η ευγνωμοσύνη να νικήση την αγανάκτησιν; Αλλ' όμως μετ' ολίγον απέκρουσε τους διαλογισμούς τούτους ως προώρους. Η νυν θέσις της δεν ήτο ασφαλής. Περιέμενε την πρωίαν ν' ανατείλη. Ηγνόει τι έμελλε να πράξη. Ηδύνατο εκουσίως ν' ακολουθήση τον Πρωτόγυφτον, ή διά της βίας θα τον ηκολούθει; Έπρεπε να επανέλθη εις την οικίαν αυτού, αφού παρεβίασε το ιερόν της στέγης και της εστίας διά της πωλήσεως; Και αν ηρνείτο να μεταβή εκείσε, πού είχε να καταφύγη; Τρομεραί αι απορίαι αύται διά την ατυχή νέαν. Ήλθε στιγμή τις καθ' ην μικρού δειν μετενόει διατί να φύγη εκ του μοναστηρίου. Διότι ουδέν τω όντι είχε καταφύγιον.

Ούτω παρήλθεν η νυξ εκείνη. Μετά τρεις ώρας υπέφωσκεν η ηώς. Η Αϊμά δεν είχε κλείσει τους οφθαλμούς, ο δε Πρωτόγυφτος απεκοιμήθη καθήμενος και έρρεγχεν. Εις την Αϊμάν είχεν επέλθει η ιδέα να σηκωθή και να φύγη εγκαταλείπουσα τον Πρωτόγυφτον, αλλά δεν είχε σθένος φυσικόν ή ηθικόν να πράξη ούτω. Ο κάματος, η έκλυσις των δυνάμεων, ο φόβος υφ' ου κατείχετο, το αμυδρόν αλλ' επίμονον αίσθημα της ερημίας και της ελλείψεως ασύλου την ημπόδιζον, αποτελούντα φραγμόν εις τα διαβήματα αυτής. Ότε η πρώτη ακτίς της ηούς εφάνη, διαφωτίσασα το βαθύ σκότος της θυελλώδους νυκτός, τότε ήνοιξε και ο Πρωτόγυφτος τους οφθαλμούς.

— Δεν εκοιμήθης, Αϊμά; τη είπεν.

— Εκοιμήθην, απήντησεν η νέα.

Ο Πρωτόγυφτος ανωρθώθη, περιήλθε δις ή τρις περί τον βράχον, και είτα τη είπε·

— Σηκώσου να πάμε.

Η Αϊμά υπήκουσε. Τότε ήρχισαν να οδοιπορώσι διά μέσου των δρυμώνων. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας οδούς και ηγνόει προς ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να μεταβώσι, και πού έκειτο η Μονεμβασία. Τον ηκολούθει δε μηχανικώς.

Ο Γύφτος εφαίνετο γνωρίζων κατά σπιθαμήν το έδαφος, την ωδήγει δε διά των πλαγίων ατραπών και των φαράγγων, αποφεύγων να συναντήση διαβάτην. Ήτο ήδη ημέρα. Ότε ήκουον μακρόθεν βήματα, ο Γύφτος την έσυρε προς απότομόν τι μέρος, και εκρύπτοντο εκεί. Είτα ο Πρωτόγυφτος την ηρώτα·

— Είσαι κουρασμένη;

— Όχι, απήντα η Αϊμά. Τω όντι δε τα μέλη του σώματος της
εφαίνοντο απολέσαντα την αίσθησιν του καμάτου.

— Αν είν' έτσι, πάμε, έλεγεν ο Γύφτος.

Και η Αϊμά ηγείρετο και τον ηκολούθει. Ότε έφθασαν εις λόφον τινά, ου αντικρύ εφαίνετο κώμη τις, ο Πρωτόγυφτος τη είπε·

— Πεινάς;

— Όχι, απήντησεν η Αϊμά. Ουδ' ησθάνετο δε την πείναν, αν και
ουδέν είχε φάγει από δύο ημερών.

— Δεν γίνεται, είπεν ο Γύφτος· κ' εγώ πεινώ. Περιμένεις εδώ, να
υπάγω αντικρύ να αγοράσω ψωμί;

— Περιμένω, είπεν η Αϊμά.

Εις τον Πρωτόγυφτον επήλθεν η ιδέα ότι η Αϊμά ηδύνατο ευκόλως να φύγη, αν την άφηνε μόνην. Μεταμεληθείς λοιπόν είπε·

— Ειμπορεί να φοβήσαι να σ' αφήσω μοναχήν. Καλλίτερα να έλθης
μαζή μου. Αυτοί οι χωριάταις δεν μας γνωρίζουν. Πάμε μαζή;

— Πάμε, είπε μετ' αδιαφορίας η Αϊμά.

Και καταβάντες τον λόφον, επλησίασαν εις τα πρόθυρα του χωρίου. Ουδείς παρετήρησεν αυτούς. Μία μόνον γυνή, ήτις εκάθητο υπό δένδρον τι παρά την θύραν της καλύβης της, κρατούσα ηλακάτην, έστρεψε το βλέμμα προς αυτούς.

— Από πού έρχεσθε; τους ηρώτησε.

— Από το χωριό μας, απήντησεν ο Γύφτος

— Και τι θέλετε;

— Περαστικοί είμασθε απ' εδώ.

— Και πού πάτε τάχατες;

— Στα χωράφια μας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Έχετε δω σιμά χωράφια; Εγώ δεν σας είδα άλλην φοράν.

— Τώρα γρήγορα ταγοράσαμε.

— Δεν μοιάζετε για χωραφάδες, είπεν η γυνή, παρατηρούσα το
μαυρισμένον πρόσωπον και τας μολυβδόχρους χείρας του Γύφτου.

— Σαν τι μοιάζομε;

— Φαίνεσθε σαν Ατσίγγανοι.

— Ειμπορεί να είμασθε κι' όλας, εμορμύρισε δυσμενώς ο
Πρωτόγυφτος. Σε πειράζει τούτο τίποτες;

— Όχι.

— Τότε γιατί ρωτάς;

— Και αυτή τι την έχεις; επανέλαβεν η γυνή δεικνύουσα την Αϊμάν.

— Είνε κόρη μου.

— Σαν άρρωστη μου φαίνεται, είπεν η φιλοπράγμων γυνή.

Ο Πρωτόγυφτος εμυρμύρισε·

— Πάμε, Αϊμά.

Και λαβών εκ της χειρός την νέαν προυχώρησεν, όπως αποφύγη τας φορτικάς ερωτήσεις της γυναικός εκείνης. Αύτη ηκολούθησεν αυτούς, ανυπόδητος και με την ηλακάτην όπως ήτο, βαδίζουσα τριάκοντα βήματα όπισθεν αυτών. Ο Γύφτος και η Αϊμά διευθύνθησαν εις το κέντρον του χωρίου, όπου ηγόρασαν τροφάς και εξήλθον εκείθεν σπεύδοντες. Η γυνή σταθείσα παρά τινα γωνίαν παρετήρει αυτούς μακρόθεν. Ιδούσα δε γειτόνισσάν τινα, την έκραξε·

— Βλέπεις εκεί;

— Ποίος είνε;

— Εκείνος ο άνθρωπος με το κορίτσι που σέρνει από το χέρι...

— Βλέπω.

— Μου φαίνεται παράξενο.

— Διατί;

— Σήμερα το πρωί επέρασ' απ' εδώ ένας άνθρωπος κουτσός.

— Ποίος;

— Ένας γνώριμος του ανδρός μου. Και μας είπεν ότι χθες βράδυ
έγεινεν άφαντη από το μοναστήρι των καλογραιών μία νέα γυφτοπούλα.

— Αι, και τι μ' αυτό;

— Λοιπόν αυτός ο γέρος εκεί είνε γύφτος, μου φαίνεται. Και η νέα
ειμπορεί να είνε εκείνη η γυφτοπούλα, όπου έφυγεν από το μοναστήρι.

— Αι, και τι μας μέλει;

— Δεν λέγω πως με μέλει, αλλά σου λέγω τάχατες διά να το ξεύρης
και συ.

— Ώρα καλή!

Και η γειτόνισσα στρέψασα τα νώτα απεμακρύνθη.

Εν τούτοις οι δύο οδοιπόροι εξήλθον εκ της κώμης, και επανέλαβον την πορείαν των. Ο Γύφτος δεν είπε πλέον προς την Αϊμάν να φάγη, αλλά την εβίαζε να σπεύδη το βήμα, η δε κόρη τον ηκολούθει αγογγύστως. Φαίνεται ότι αι επίπονοι εξετάσεις της χώρας εκείνης είχον εμποιήσει ανησυχίαν εις τον Πρωτόγυφτον. Ότε δε απεμακρύνθησαν παραπολύ, τότε μόνον τη επρότεινε να καθίσωσιν εις μέρος τι και να αριστήσωσιν.

Είτα δε τη είπε·

— Τώρα είνε ανάγκη να καθίσωμε 'δω, που είνε παράμερα. Κοντεύομε
να φθάσωμεν εις το χωριό μας. Δεν πρέπει να φανώμεν εκεί την ημέραν, μη μας ιδούν. Όταν νυχτώση, τότε θα πάμε.

Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' υπετάχθη σιωπηλώς. Έκλινε δε προς την δύσιν η ημέρα. Ότε επήλθεν η νυξ, τότε ο Πρωτόγυφτος τη λέγει·

— Σηκώσου τώρα. Είνε καιρός να πηγαίνωμε.

Και η νέα υπήκουσε. Διήλθον πολλών μιλίων οδόν. Η Αϊμά εβάδιζε μετ' απιστεύτου καρτερίας. Άλλως δε είχεν αναπαυθή κατά τον τελευταίον σταθμόν, και η λιτή τροφή, ην έλαβε, τη απέδωκε τας δυνάμεις της. Ήτο δε βαθύ σκότος. Ο καιρός είχε μεταβληθή από της πρωίας, και ήτο ευδία. Ο Γύφτος εγίνωσκε καλώς τας οδούς, και ωδήγει την Αϊμάν. Ότε όμως είχον αναβή εις απότομόν τινα ακρώρειαν του Ταϋγέτου, ο Γύφτος εστάθη αίφνης διστάζων. Εκύτταζε δεξιά και αριστερά, ως να διετέλει εν αμηχανία.

— Τι είνε; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Δεν ξέρω, μου φαίνεται σαν να έχασα τον δρόμο.

— Αλήθεια; Εγώ και πρωτήτερα θα σου το έλεγα, είπεν η Αϊμά.

— Πώς; γνωρίζεις εσύ τους δρόμους; είπε με σκληρόν τόνον ο
Πρωτόγυφτος.

— Δεν τους γνωρίζω, αλλά δεν ξέρω πώς μου εφάνη πως είμεθα πολύ
μακρυά από το χωριό μας.

— Α! έκαμε πτοηθείς ο Γύφτος. Και πώς εκατάλαβες ότι είμασθε
μακρυά;

— Έτσι μου εφάνη.

— Έχεις λάθος, πρωτήτερα επηγαίναμε πολύ καλά, κορίτσι μου. Τώρα
όμως . . .

— Τώρα;

— Δεν ξεύρω αν θα μείνωμε και άλλην μίαν βραδειά εις το βουνό να
ξενυχτίσωμεν.

— Ω!...

— Και εις αυτό το μέρος λέγουν πως είνε λύκοι.

— Λύκοι! είπε μετά τρόμου η Αϊμά.

— Σου λέγω, ο δρόμος μας είνε χαμένος, επανέλαβεν ο Γύφτος.

— Και τώρα τι να κάμωμεν; είπεν η Αϊμά συνάπτουσα τας χείρας.

Ο Γύφτος περιέβλεψεν εισέτι επί τινα χρόνον εξετάζων τα πέριξ, περιήλθε το μέρος, και επέστρεψε προς την Αϊμάν.

— Φαίνεται φως εκεί πέρα, είπε.

— Πού;

— Έλα να το ιδής αν θέλης.

Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εις στροφήν τινα της ατραπού, και είδε τω όντι φως λάμπον εν μέσω των θάμνων, εις χιλίων βημάτων απόστασιν.

— Και τώρα θέλεις να πάμε εκεί να τους παρακαλέσωμεν να μας
δεχθούν απόψε διά την νύκτα;

— Όπως θέλεις, απήντησεν η Αϊμά.

Επροχώρησαν. Το φως ήτον εις την ρίζαν ενός βράχου, και όσον επλησίαζον, τόσον ευκρινέστερον καθίστατο. Ότε ήλθον εγγύτερον, ο Πρωτόγυφτος είπε·

— Κάθησαι συ εδώ, να υπάγω εγώ μίαν στιγμήν να ιδώ τι άνθρωπος
είνε, και γυρίζω και σε παίρνω.

— Ας είνε, είπεν η Αϊμά.

Ήδη μόλις απείχον περί τα εκατόν βήματα. Ο Γύφτος καταλιπών την Αϊμάν, έσπευσε προς το μέρος εκείνο με ελαφρόν και σταθερόν βήμα, ως να ήτο εξωκοιωμένος από πολλού να βαδίζη επί του εδάφους τούτου. Έκρουσε δε ασφαλώς και μετά πολλού θάρρους την θύραν της κατοικίας εκείνης.

— Ποίος είνε; ηρώτησεν ένδοθεν.

— Εγώ ο Πρωτόγυφτος

Η θύρα ανεώχθη, και άνθρωπός τις επαρουσιάσθη εις το διάκενον.

— Πού ευρέθεις εδώ; ηρώτησε.

— Ήλθα να περάσω εδώ την νύκτα.

— Και εκείνη έφυγε! τω είπε μετά μεμπτικού τόνου ο άνθρωπος.

— Έφυγεν, αλλ' ήλθεν.

— Ήλθε;

— Βέβαια.

— Πού είνε;

— Εκεί.

— Αλήθεια;

— Αλήθεια.

— Δεν με γελάς;

— Ο Πρωτόγυφτος δεν λέγει ψεύματα.

— Και πώς έγεινε τούτο;

— Θα σοι το διηγηθώ άλλην φοράν.

— Και τώρα;

— Τώρα να φύγης απ' εδώ, και να μας παραχωρήσης την φωλεάν σου.

— Διατί;

— Διά να μη σε γνωρίση.

— Έχεις δίκαιον.

— Και ο αφέντης πού είνε; ηρώτησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Προ μιας ώρας ανεχώρησε διά την Σπάρτην.

— Λοιπόν θα υπάγης και συ εκεί;

— Αύριον πρωί.

— Ναι, αλλά φύγε απ' εδώ να μη σε ιδή.

Ο άνθρωπος εξελθών, εστράφη περί τον βράχον, και απεμακρύνθη ταχέως. Ο Γύφτος επανήλθε προς την Αϊμάν και τη είπε·

— Πάμε, κόρη μου.

— Μας δέχονται; ηρώτησεν η νέα.

— Μας δέχονται. Είνε καλοί άνθρωποι. Πολύ καλοί άνθρωποι.

Και προπορευομένου του Γύφτου, εισήλθεν η Αϊμά εις το ερημικόν εκείνο οίκημα.