Δύο εχθροί.
Πάλη τότε τρομερά συνέβη εν τω σκότει μεταξύ των δύο τούτων ανθρώπων. Πάλη θηριώδης και αδιάλλακτος. Σύγχυσις, ταραχή, κραυγαί και κρότος. Η Αϊμά έμεινε με το στόμα ανοικτόν, και δεν ηδύνατο να εννοήση τι συνέβη. Καθ' ην στιγμήν ανήφθη επί μίαν στιγμήν η δας, η κόρη είχεν ιδεί ακαριαίως το πρόσωπον του Τρέκλα φωτισθέν, και πάλιν το σκότος επανήλθεν. Όσον διά τον Σκούνταν, ούτος είχεν εστραμμένα προς αυτήν τα νώτα, αλλ' όμως και πάλιν τον είδεν εκ πλαγίου, και τη εφάνη ότι δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλά την ιδέαν ταύτην μόλις είχε προφθάσει να συλλάβη, και ευθύς η προσοχή της μετεβιβάσθη εις το θέαμα εκείνο της αγρίας πάλης, όπερ κατέπληξεν αυτήν. Ελησμόνησε δε και το άλγος της κνήμης της και το ψύχος, και πάσαν άλλην δυστυχίαν.
— Διά τον Θεόν! Τι είνε; έκραξε τρομάξασα η νέα.
Αλλά τις ήθελε απαντήσει προς αυτήν; Οι δύο εκείνοι άνθρωποι δεν είχον καιρόν να την ακούσωσιν. Ο Τρέκλας εκράτει τον εχθρόν του σφιγκτώς από του λαιμού, και τον είχε καταβάλει ήδη και εγονυπέτει επί του στήθους του. Ηκούετο το ρογχώδες άσθμα του Σκούντα και οι απειλητικοί γρυσμοί του αντιπάλου αυτού. Πέριξ δε σκότος, σιγή και ερημία. Οι κλώνες των δένδρων εσείοντο υπό του ανέμου, ο ρύαξ κάτωθεν εμορμύριζεν εις την κοίτην του, και τα νέφη εξηκολούθουν σωρευόμενα άνωθεν εις τον αιθέρα. Μεμακρυσμέναι βρονταί αντήχουν, και αι ψεκάδες του όμβρου διέλειπον επί μικρόν και πάλιν ήρχιζον να πίπτωσιν. Ο Τρέκλας ήτο άφωνος και δεν έλεγε το αίτιον της οργής του. Αλλά στιγμήν τινα ηκούσθη μασσωμένη μεταξύ των οδόντων του η λέξις·
Άθλιε! μου πήρες την..... Και διεκόπη.
Αλλ' ας σπεύσωμεν να είπωπεν προς τον αναγνώστην το πιθανώτατον αίτιον της επιθέσεως ταύτης. Δις ή τρις ήδη εν τοις προλαβούσι κεφαλαίοις ο Τρέκλας ηκούσθη παραπονούμενος ότι η σύζυγός του τον είχεν εγκαταλίπει. Το μυστικόν τούτο μόνον εις τον Χόμο ηδύνατο να εμπιστευθή. Αλλ' όμως εβάρυνε την καρδίαν του, και ήτο δι' αυτόν ως εφιάλτης. Φαίνεται λοιπόν ότι εκ της φωνής του Σκούντα και εκ της μορφής αυτού, ην κατώρθωσεν επί μίαν στιγμήν να ίδη, τον ανεγνώρισεν ότι ούτος ήτο ο άρπαξ της συζύγου του· το τραύμα δε αυτού ήτο πρόσφατον, και η οργή του αφορμήν εζήτει όπως εκραγή. Ευθύς δ' ως είδε τον Σκούνταν, εξέλαβε τούτον ως δώρον της Νεμέσεως και ερρίφθη επ' αυτού με την λύσσαν της τίγρεως. Ο Σκούντας είχεν ίσως τους βραχίονας ισχυροτέρους, αλλ' ήτο απαράσκευος, και ευρέθη εις θέσιν προχείρου αμύνης. Ο δε Τρέκλας ήτο θρασύδειλος και σκληρός, και ησθάνθη ότι οι βραχίονες του ανέλαβαν πρόσκαιρον νευρικήν δύναμιν.
Ο Σκούντας υπέκυψεν εις τον πνιγμόν, και αι χείρες αυτού, αρπάσαντες κατ' αρχάς τον αντίπαλόν του εκ του πώγωνος, ευθύς παρελύθησαν. Κατεβλήθη, και το γόνυ του εχθρού του ετέθη επί του στήθους του.
Η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας, επτοημένη, έξαλλος, ηθέλησε να πλησιάση. Αν την έβλεπεν ο Τρέκλας, τις οίδε, ίσως έμελλε να την εκλάβη αντί της γυναικός αυτού. Ευτυχώς όμως η Αϊμά είχε στρέψει προς αυτόν τα νώτα.
— Διά τον Θεόν! επανέλαβεν η Αϊμά, τι έχετε;
Ο Τρέκλας ήκουσε την φωνήν ταύτην, και αυτομάτως εστράφη. Αποσπασθείσης δ' επί μίαν στιγμήν της προσοχής αυτού, εχαλαρώθη και η περίσφιγξις της χειρός του. Ο Σκούντας ανακουφισθείς μικρόν, επειράθη να εγερθή. Αλλ' ο Τρέκλας δεν επτοήθη, και επανέλαβε σφοδρότερον να τω σφίγγη τον λαιμόν. Δεν ηδύνατο δε ο Τρέκλας να ίδη την Αϊμάν, διότι έστρεφε προς αυτήν τα νώτα. Την στιγμήν εκείνην επανήλθε και επίκουρος του Τρέκλα ο Χόμο, όστις αφού εξετέλεσε την περίοδόν του, επανήλθε εκβάλλων φοβεράς υλακάς. Η Αϊμά οπισθοχώρησε τρέμουσα, αλλ' ο κύων δεν εστράφη κατ' αυτής. Την μανίαν του κατηύθυνε κατά του θύματος του Τρέκλα, και ορμήσας ήρχισε να δάκνη μανιωδώς τους ώμους και τας πλευράς αυτού. Συγχρόνως δε εκ του οικίσκου εξήλθε και άλλο τι πρόσωπον. Ανήρ υψηλός, σκυθρωπός και σιωπηλός ήλθε και έστη ως φάντασμα πλησίον της Αϊμάς. Η νέα ετρόμαξε και αφήκε κραυγήν.
— Θεέ μου! ποίος είσαι;
Ο άνθρωπος εκείνος ανεγνώρισε την φωνήν ταύτην, και αποτείνας τον λόγον προς την νέαν τη είπε·
— Συ είσαι, η Αϊμά;
— Ω Θεέ μου! εψιθύρισεν η κόρη.
— Υπάγωμεν, Αϊμά, είπε παραδόξως ο άνθρωπος εκείνος. Τώρα αυτοί
θα σκοτωθούν.
— Ο Μάχτος;. . . είπε διστακτικώς η Αϊμά δεικνύουσα τον υπό τον
πνιγμόν του Τρέκλα εκπνέοντα.
— Δεν είνε ο Μάχτος, είπεν ο άνθρωπος εκείνος. Ποίος σοι τω
είπεν;
Η Αϊμά ανέπνευσεν.
— Υπάγωμεν, Αϊμά, επανέλαβεν ο υψηλός άνθρωπος.
Και έσυρε την νέαν μεθ' εαυτού. Αύτη δεν είχεν ουδέ δύναμιν ναντιστή. Άλλως δε αι τοιαύται συγκινήσεις την είχαν νεκρώσει. Εν τούτοις πριν ή κάμη βήμα εδοκίμασε να είπη·
— Δεν τον βοηθούμεν; και εδείκνυε πάλιν τον καταβεβλημένον υπό
του Τρέκλα άνθρωπον.
— Να τον βοηθήσωμεν; είπε μετά ψυχρού σαρκασμού ο μυστηριώδης
άνθρωπος. Έλα στο νου σου, Αϊμά.
Δεν ήτο δε ίσως και επίκουρος η τοιαύτη βοήθεια. Ο Σκούντας ήτο άδηλον αν έζη εισέτι. Η μανιώδης περίσφιγξις του Τρέκλα, και τα δήγματα του Χόμο, τον είχαν καταβάλει.
Εν τούτοις ουδείς μάρτυς παρέστη εις το τέλος της σκηνής ταύτης. Η χλόη εφαίνετο πεπατημένη την επαύριον, και χώμα είχε σωρευθή ενιαχού όπως καλύψη το αίμα, όπερ έκαμαν να ρεύση τα δήγματα του Χόμο. Όπισθεν δε του ερήμου νερομύλου, εις μέρος απάτητον και απρόσιτον, μεταξύ θάμνων και βάτων, μέγας σωρός χώματος ομοιάζων με τάφον είχεν εγερθή. Αλλά το μέρος εκείνο ήτο αόρατον από ατραπού και ουδείς ουδέν ηδύνατο να υποπτεύση.
Την επαύριον περί την μεσημβρίαν, ότε ο Τρέκλας διετάχθη να υπάγη εις το άντρον του Πλήθωνος, όπως κομίση την είδησιν περί της αποδράσεως της Αϊμάς εκ του μοναστηρίου, ουδέν ίχνος της νυκτερινής πάλης, πλην αμυχών τινων, εφαίνετο επί του προσώπου του Τρέκλα. Ήτο μάλιστα εύθυμος, και είχε διάθεσιν προς φλυαρίαν, ως να ήτο έωλος εξ οίνου. Αι δε αμυχαί εκείναι, λαμβανομένου υπ' όψιν του επαγγέλματος του κηπουρού, όπερ μετήρχετο, ηδύνατο να νομισθώσιν ότι προήλθον εκ των βάτων και ακανθών, καθ' ων επάλαιεν όπως καλλιεργήση τους από πολλού χέρσους κήπους.