Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 31: Κεφάλαιο 31

Το προσωπείον της νυκτός.

Ότε ο Σκούντας και η Αϊμά εξήλθον εκ του μοναστηρίου, σκότος βαθύ επεκράτει υπό τον ουρανόν. Ο αιθήρ εκαλύπτετο υπό μαύρων νεφών, και σφοδρός άνεμος εσύριζε διά μέσου των δένδρων. Ο Αργέστης ήστραπτεν ασθενών από καιρού εις καιρόν. Ο Σκούντας προσεπάθει να κρύπτη το πρόσωπον. Η καταιγίς προηγγέλλετο. Ψεκάδες τινές όμβρου είχον αρχίσει να πίπτωσιν. Η Αϊμά ησθάνετο το μέτωπόν της υγραινόμενον και το ψύχος διεπέρα τα φορέματά της.

Ο Σκούντας την ωδήγησεν προς το μέρος της κοιλάδος, όπου ήλπιζε να εύρη μέρος τι υπήνεμον, ίνα μείνωσι μέχρι της πρωίας. Διότι αδύνατον σχεδόν ήτο να οδηπορήσωσι την νύκτα. Η νέα εξηκολούθει να τον ερωτά πάντοτε·

— Πού θα υπάγωμεν, Μάχτο;

Ο ψευδής Μάχτος απήντα δι' είδους ανάρθρου υποτονθορισμού εις τας ερωτήσεις ταύτας. Απέφευγε δε το να συνάψη συνδιάλεξιν μετ' αυτής. Πατούντες μετά προφυλάξεως και ολισθαίνοντες επί του υγρού εδάφους έφθασαν εις το βάθος της σκοτεινής κοιλάδος, υπό τας πλατάνους, όπου δεν διέκρινον πλέον την ατραπόν, και δεν ηδύναντο να προβώσι. Μεταξύ των υψηλών τούτων δένδρων έκειτο κτίριόν τι ή μάλλον ερείπιον. Ήτο δε τούτο παλαιός νερόμυλος του μοναστηρίου, διότι δεν είχον εξέλθει εκ της περιοχής. Ο Σκούντας διελογίσθη ότι ουδείς κίνδυνος ήτο να διέλθωσιν ενταύθα την νύκτα, διότι αι καλογραίαι δεν εμελλον βεβαίως να τους καταδιώξωσι διά νυκτός. Το κτίριον ήτο ημισκεπές και ετοιμόρροπον. Ο Σκούντας έψαυσε την θύραν, πιστεύσας ότι αύτη θα ήτο ανοικτή. Αλλ' όμως δεν ηνοίχθη. Μέγας λίθος τεθειμένος όπισθεν εμπόδιζε τούτο.

Η Αϊμά κρυόνουσα, εκάθισε παρά τον τοίχον, και συνεστάλη, ο δε Σκούντας προσεπάθει νανοίξη την θύραν.

Αλλ' όμως άλλη τις ιδέα τω επήλθεν: Αφού η θύρα ήτο κλειστή, πιθανόν να υπήρχον εντός άνθρωποι, και τότε συνέφερε να παρουσιασθώσιν οι φυγάδες εις αυτούς; Τι θα υπώπτευον εκείνοι; Βεβαίως ο Σκούντας δεν θα έλεγεν ότι ήρχοντο εκ του μοναστηρίου, τουναντίον δε θα διηγείτο ότι έρχονται πολύ μακρόθεν. Αλλ' αν και εκείνοι, προς ους θα έλεγε τούτο, θα το επίστευον, ο Σκούντας όμως δεν θα επίστευεν εις αυτούς. Τοσούτον δ' εκυριεύθη υπό του φόβου, ώστε είπεν αίφνης προς την Αϊμάν

— Σηκώσου να πηγαίνωμεν.

— Πού να πηγαίνωμεν; ηρώτησεν εκείνη καταπλαγείσα.

— Εις τον δρόμον μας, απήντησε με ζοφεράν φωνήν ο Σκούντας.

Η Αϊμά δεν ησθάνετο δυνάμεις ίνα υπακούση. Τα γόνατά της είχον αρχίσει να τρέμωσιν. Η πολυήμερος κάθειρξις αυτής εν τω υπερώω, η εκούσιος ασιτία, εις ην είχεν υποβάλει εαυτήν, και η στενοχωρία είχον εξασθενίσει το σώμα της. Η βιαία δε και απότομος εις το ύπαιθρον μετάβασις, ο άνεμος, το ψύχος και η υγρασία τη επροξένουν νάρκην. Δεν ηδύνατο ουδέ να σταθή ορθία.

— Σηκώσου, επανέλαβε γογγύζων ο Σκούντας.

Η Αϊμά εσιώπα.

Ο Σκούντας ήρπασε τον βραχίονά της και εβίασεν αυτήν να ανορθωθή.

— Δεν μπορώ να περιπατήσω, Μάχτο, είπεν η νεάνις. Διατί δεν
εμβαίνομεν εις αυτό το σπητάκι;

— Είνε κλεισμένον, εμορμύρισεν ο Σκούντας.

— Σπρώξε νανοίξης την πόρτα.

Και η Αϊμά εδοκίμασε με τας τρεμούσας χείρας της να ωθήση αυτή την θύραν προς τα έσω. Αλλ' η αντίστασις ήτο ισχυρά.

— Βοήθησε, Μάχτο, είπεν ικετικώς η νέα.

Αλλ' ο Σκούντας, όσον διελογίζετο, τόσον πλειοτέρους λόγους εύρισκεν όπως μη επιθυμή να εισέλθη εις τον οικίσκον εκείνον. Αν υπήρχον εντός άνθρωποι, θα ήναπτον φως πριν τοις ανοίξωσι την θύραν, και αυτός δεν επεθύμει να ίδη το πρόσωπόν του η Αϊμά μέχρι της πρωίας.

Την στιγμήν ταύτην τω εφάνη ότι ήκουσε ρογχασμόν τινα κοιμωμένου εντός του οικίσκου, και τόσω μείζονα σπουδήν ησθάνθη όπως απομακρυνθή τάχιστα.

— Υπάγωμεν γρήγορα, είπε λαμβάνων την Αϊμάν εκ της χειρός.

— Δεν μπορώ, Μάχτο.

Και ο Σκούντας την έσυρεν αυθαδώς. Αλλ' η νέα αντέστη ειπούσα.

— Ας περάση λίγο, διά να έλθω εις τον εαυτό μου.

Ο Σκούντας ηναγκάσθη να περιμένη. Η Αϊμά τον παρεκάλεσεν εκ νέου να προσπαθήση νανοίξη την θύραν του οικίσκου.

— Είνε άνθρωποι μέσα, απήντησεν ο Σκούντας.

— Αν είνε άνθρωποι, τόσον καλλίτερα, θα μας λυπηθούν, είπεν η
Αϊμά.

Ο Σκούντας έμεινεν ακίνητος. Όσον διά την Αϊμάν, ησθάνθη και αύθις το τρίτον ήδη, αλλ' εναργέστερον την σκιάν εκείνην της υπονοίας, ότι ο άνθρωπος ούτος δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη όπως βεβαιωθή. Ο Σκούντας ήθελε να τη είπη ότι κίνδυνος ήτο μη αναγνωρίσωσιν αυτήν, διότι οι εν τω οικίσκω θα ήσαν εξ άπαντος άνθρωποι του μοναστηρίου και τότε θα την συνελάμβανον όπως την παραδώσωσιν εκ νέου εις τας καλογραίας. Αλλ' εκωλύετο, μη τολμών να προφέρη τοσαύτας λέξεις με την ιδίαν φωνήν του. Διότι όσον και αν ήτο μίμος, δεν ηδύνατο εντελώς να μιμηθή την φωνήν του αληθούς Μάχτου. Τελευταίον η Αϊμά τω είπε·

— Διατί δεν θέλεις, Μάχτο, να έμβωμεν μέσα;

— Δεν ανοίγει η πόρτα, εψιθύρισεν ο Σκούντας.

— Σπρώξε, Μάχτο· εσύ είσαι δυνατός. Ας είνε και άνθρωποι. Κτύπα
να μας ανοίξουν.

Και ταύτα λέγουσα, εκράτει την κεφαλήν της δι' αμφοτέρων των χειρών και εφαίνετο καταβεβλημένη. Ο Σκούντας διενοήθη να πλησιάση προς αυτήν, να την θωπεύση, να την ονομάση αδελφήν του, και να την πείση ν' απέλθωσιν. Αλλά δεν ετόλμα. Τη έλεγε μόνον·

— Ας υπάγωμεν καλλίτερα.

— Πού;

— Εις το σπίτι μας.

— Είνε πολύ μακρυά;

— Δεν είνε πολύ.

Τέλος η Αϊμά μη δυνηθείσα να κατανικήση την επιμονήν του, απεφάσισε να τον ακολουθήση. Αλλά καθ' ην στιγμήν ηγέρθη, και προεχώρησαν ομού δύο βήματα, σφοδραί υλακαί ηκούσθησαν, και μεγαλόσωμος κύων πηδήσας διά μέσου των θάμνων ήρπασε την άκραν της εσθήτος της Αϊμάς. Ο Σκούντας ησθάνθη τρόμον, και η Αϊμά εφοβήθη πολύ. Ο Χόμο είλκυσε σφοδρώς το άκρον της αισθήτος, και ανέτρεψε την Αϊμάν επί της χλόης. Ο Σκούντας εζήτει ματαίως επί του εδάφους λίθον ή ξύλον τι, όπως μεταχειρισθή αυτό ως αλεξιτήριον κατά του επιδρομέως. Τέλος εύρεν ένα λίθον και ρίψας αυτόν κατά του κυνός τον εκτύπησεν εις την κεφαλήν.

Ο Χόμο ωλόλυξε και άφησε το φόρεμα της Αϊμάς, όπερ εκράτει με τους οδόντας.

— Η Αϊμά ησθάνθη αίφνης άλγος εις την κνήμην. Ο κύων την είχε
δαγκάσει.

— Ω, πονώ, πονώ! έκραξεν. Ω Μάχτο, Μάχτο!

— Τι έχεις; Σ' εδάγκασε;

— Πονώ πολύ, επανέλαβε κλαυθμυρίζουσα.

Ο Σκούντας ηγωνίζετο ναπομακρύνη τον Χόμο, όστις επί ταις απειλαίς και ταις χειρονομίαις αυτού υπεχώρησε δύο ή τρία βήματα, και επανήρχετο πάλιν εις την έφοδον. Οι γαυγισμοί δε αντήχουν εις την βαθείαν φάραγγα. Τέλος ο Σκούντας κατώρθωσε διά βροχής λίθων και βώλων γης, να τον απομακρύνη. Ο Χόμο κατέβη εις την κοίτην του χειμάρρου, και οι ολολυγμοί του ηκούοντο εισέτι, αλλά οι λίθοι ους έρριπτε κατ' αυτού ο Σκούντας τον εκράτουν εις απόστασιν. Αίφνης έγεινεν άφαντος. Ίσως ετράπη προς άλλην διεύθυνσιν, και έμελλε να αρχίση αλλαχόθεν νέαν έφοδον.

Ο Σκούντας επανήλθε προς την Αϊμάν. Η νέα ήλγει και εκράτει την κνήμην με τας δύο χείρας.

— Πονείς πολύ; είπεν ο Σκούντας.

— Ω ναι. Και έκλαιεν ακατασχέτως.

Την στιγμήν εκείνην ο Σκούντας υπέστη παράδοξον ενδόμυχον τροπήν. Ησθάνθη τύψεις συνειδήσεως, ησθάνθη μεταμέλειαν και κατάνυξιν. Τότε πρώτην φοράν ανελογίσθη την πραξίν του, και εμέμφθη εαυτόν. Καθώς η αρπαγείσα εκείνη ψυχή (η δοξασία του λαού λέγει τούτο), η περιφερομένη παρά του αγγέλου επί τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον από του σώματος χωρισμόν, είδε παρά τινα πηγήν δυσώδες και σκωληκόβρωτον σώμα, όπερ δεν ανεγνώρισεν, αλλ' εβδελύχθη, ότε δ' έμαθεν ότι τούτο ήτο το σκήνος, όπερ είχεν εγκαταλίπει, κατεπλάγη και ησχύνθη διά το μικρόψυχον αίσθημα όπερ εκράτει σφιγκτώς εγκαρθειγμένην αυτήν εντός του δυσώδους τούτου σκήνους..... ούτω και ο Σκούντας είδε πρώτην φοράν με γυμνούς οφθαλμούς την πράξιν του, και ησθάνθη το δυσώδες και αποτρόπαιον αυτής. Εβδελύχθη, έφριξε και κατεταράχθη. Έμεινεν επί τινας στιγμάς διαλογιζόμενος. Αλλ' όμως δεν είχε την γενναιότητα να ριφθή εις τους πόδας της Αϊμάς και να τη ομολογήση την αλήθειαν. Επροτίμησε ναγνοή και εκείνη και αυτός τι έμελλε να πράξη. Μίαν μόνην απόφασιν έλαβε. Να κρούση την θύραν του οικίσκου και να ζητήση άσυλον διά την Αϊμάν μέχρι της πρωίας. Τούτο δε και έπραξε.

Παρήλθε πολύς χρόνος μέχρις ου ο Τρέκλας, όστις εκοιμάτο εντός του οικίσκου, αφυπνισθή και ανοίξη την θύραν. Τέλος ηγέρθη μορμυρίζων, απέσυρε τον βαρύν λίθον όστις έκλειεν όπισθεν την θύραν, και ήνοιξεν.

Ο Σκούντας τω είπε·

— Μία κόρη είνε εδώ άρρωστη. Άνοιξε μας να έμβωμεν, διότι μας
επήρε βροχή.

— Τι κάθεσαι και μου λες; είπεν ο Τρέκλας. Ποιος είσαι; Κάπως
γνωρίζω την φωνήν σου.

Ο Σκούντας εταράχθη. Τω εφάνη ότι και αυτός τον ανεγνώριζε.

— Στάσου νανάψω φως, είπεν ο Τρέκλας.

— Μην ανάπτης, σε παρακαλώ, είπεν ο Σκούντας.

Ο Τρέκλας είχεν οπισθοχωρήσει και εν ακαρεί συνέκρουσε τον πυρίτην λίθον με τον σίδηρον, και ήναψε δάδα. Ο Σκούντας ερρίφθη ορμητικώς επ' αυτής και την έσβεσεν. Αλλ' όσον ασύλληπτος εν νω και αν ήτο η στιγμή καθ' ην διήρκεσε το φως, ο Τρέκλας είδε το πρόσωπον του ανθρώπου τούτου.

— Συ είσαι! Σε αναγνωρίζω! έκραξε μανιωδώς.

Και τον ήρπασεν εκ του λαιμού.

Ο Σκούντας τον συνέλαβε και αυτός εκ του πώγωνος.

Η Αϊμά τρέμουσα εκ του ψύχους, του άλγους και του φόβου, επλησίασε. Νέα αυτή συμφορά ην δεν ηδύνατο ουδέ να εννοήση.