Υπέρ βωμών και εστιών.
Επί τινος υψηλού λόφου υπερκειμένου της πόλεως Σπάρτης, ήτο ιδρυμένη μεγαλοπρεπής οικοδομή. Το μέγαρον τούτο έμενεν ακατοίκητον κατά τας τρεις ώρας του έτους, κατωκείτο δε συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνας. Το μέγαρον τούτο ήτο του Δεσπότου της Πελοποννήσου. Καθ' ον χρόνον υπόκεινται τα της παρούσης ιστορίας, ήτοι κατά Μάιον του έτους αωνγ', ο οίκος ούτος έμενεν ακατοίκητος. Αλλ' όμως δις ή τρις του μηνός συνήρχοντο ενταύθα πολλοί των προκρίτων της Λακεδαίμονος, όπως συζητήσωσι τας τότε δεινάς περιστάσεις.
Πρωίαν τινά του ειρημένου μηνός, έκτακτος συρροή συνέβαινεν εις το μέγαρον. Πολλοί εκ των αρχοντίσκων των πέριξ και πολλοί εκ των ανθρώπων του λαού διευθύνοντο εις τον λόφον, εφ' ου έκειτο το μέγαρον, εισήρχοντο, ανέβαινον και κατέβαινον. Καί τινες μεν περιέμενον εν τω προαυλίω, τινές δ' εν τοις προθαλάμοις. Οι εισερχόμενοι συνήντων τους εξερχομένους, οι αναβαίνοντες ηρώτων διά νευμάτων και διά χειρονομιών τους καταβαίνοντας. Αλλ' όσον περιεργότεροι ήσαν οι πρώτοι, τόσον οι δεύτεροι εδεικνύοντο, ως συνήθως συμβαίνει, εχεμυθότεροι. Και εκείνοι μεν επεθύμουν, φυσικώ τω λόγω, να μάθωσιν όπερ ηγνόουν, ούτοι δε τυχόντες ήδη της εμπιστοσύνης, ή και ψευσθέντες της προσδοκίας, δεν έκρινον εύλογον να μεταδώσωσι και προς άλλους την μερίδα, ην έλαβον. Άλλως δε το αίσθημα το κινούν τους αναβαίνοντας εις την πρόωρον τούτην εξέτασιν ήτο η ανυπομονησία. Διότι έκαστος κατά σειράν εισήρχοντο ανά ένα εις μέγα θάλαμον, και η ακρόασις εκάστου ολίγας στιγμάς διήρκει.
Εν τω θαλάμω τούτω ευρίσκοντο δύο άνδρες καθήμενοι παρά τινα τράπεζαν. Ο πρεσβύτερος των δύο, ανήρ λίαν γεραρός με πολιόν γένειον, απέτεινε τον λόγον προς τους εισερχομένους, ο δε νεώτερος κύπτων επί τινος καταλόγου, εφαίνετο εκτελών έργα γραμματέως, απήγγελλεν ονόματα και ποσά, και εσημείου σταυρούς και κεραίας εις το περιθώριον. Ούτος ήτο ο Ιωάννης Κομνηνός, ελθών εκ της βασιλευούσης προ δύο μηνών, μετ' αποστολής ίνα στρατολογήση επικούρους υπέρ του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο δε λευκοπώγων ήτο ο φιλόσοφος Πλήθων.
Έκαστος των εισερχομένων έλεγε το όνομά του προς τον γραμματέα· τότε ο Πλήθων τον ηρώτα·
— Πόσους άνδρας έχεις;
Ο ερωτώμενος απήντα, κατά τον βαθμόν της φιλαληθείας ή της θρασύτητος ην είχε. Δέκα, είκοσι, πεντήκοντα, εκατόν, κ.τ.λ.
Τότε ο Πλήθων έλεγε προς τον Κομνηνόν·
— Γράψον.
Και ο Κομνηνός εσημείου το ποσόν των χρημάτων, όπερ έμελλε να λάβη ως προκαταβολήν έκαστος των στρατολογούντων. Είτα έδιδεν αυτώ σημείωσιν του ποσού μετά της υπογραφής του, και τον παρέπεμπεν εις τον παρακείμενον θάλαμον, όπου ηκούετο κρότος νομισμάτων. Εκεί εγίνετο η εξόφλησις. Επιστρέφων εκείθεν έκαστος των στρατολόγων, ώφειλε να διέλθη αύθις διά του γραφείου.
Τότε ο Πλήθων τω απέτεινε τον λόγον·
— Πότε θα συνάξης τους άνδρας;
— Αύριον.
— Πού;
— Εις την Σπάρτην.
— Και πότε θ' αναχωρήσητε;
— Μεθαύριον
— Αγαθή τύχη, έλεγεν ενθέρμος ο Πλήθων. Εμπνεύσατε εις τους
άνδρας σας πίστιν και ενθουσιασμόν. Πορεύεσθε εις τον μέγιστον κίνδυνον και εις τον ενδοξότατον αγώνα. Εγκαρτερήσατε. Η πατρίς ευγνωμονεί ήδη ημίν. Αναμνήσθητε ότι είσθε απόγονοι του Λεωνίδα και των τριακοσίων.
Και επειδή οι πλείστοι των ανδρών εκείνων ηγνόουν αν υπήρξέ ποτε Λεωνίδας και τίνες ήσαν οι τριακόσιοι, ο Πλήθων αυτοσχεδίως ηναγκάζετο να διηγήται εις ένα έκαστον αυτών την ιστορίαν της μάχης των Θερμοπυλών.
Περί τα τέλη σχεδόν της εργασίας ταύτης, ότε οι εισερχόμενοι καθίσταντο αραιότεροι, ενεφανίσθη εις την θύραν άνθρωπός τις, εις ου την παρουσίαν εξεπλάγη ο Πλήθων.
— Τι είνε, Θεόδωρε; ηρώτησεν.
Ο Θεόδωρος έκαμε νεύμα προς τον Πλήθωνα, και πλησιάσας εις την έδραν εφ' ης ούτος εκάθητο, τω εψιθύρισε λέξεις τινάς εις το ους.
— Εκείνη ήλθε.
— Πού;
— Εις το Σπήλαιον
— Πώς;
— Παράδοξον εφάνη και εις εμέ, αλλ' ήλθε.
— Μόνη;
Ο Θεόδωρος δεν απήντησεν ευκρινώς εις την τελευταίαν ερώτησιν. Ο Πλήθων τω είπε λέξεις τινάς και τον απέπεμψε.