Η συνάντησις.
Θα ήτο δ' ευτυχεστέρα, αν δεν συνέβαινον και μικρά δυσάρεστα από καιρού εις καιρόν. Όπισθεν του πετρώδους λόφου ευρίσκετο η έπαυλις αγρότου τινός, όστις έβοσκε πέντε πρόβατα, δύο αγελάδες, μίαν αίγα και αγέλην χηνών. Η οικία ήτο έρημος σχεδόν όλην την ημέραν, διότι ο χωρικός μετά της γυναικός και των δύο μικρών υιών του μετέβαινεν εις τα λειβάδια, όπου εύρισκε βοσκήν δι' όλους τους υποτελείς αυτού. Αλλ' ενίοτε αι δύο μικραί μάγκαι επανήρχοντο εις την οικίαν ενωρίς, και τότε έβρισκον διασκέδασιν εις το να ρίπτωσι μεγάλους λίθους κατά των τοίχων της καλύβης, Επειδή όμως δεν ετόλμων να πλησιάσωσι πολύ, διότι εφοβούντο την βρεχτούραν του Μάχτου, όστις δεν ηγάπα τα αστεία, φυσικώ τω λόγω οι λίθοι έπιπτον εντός του κήπου της Αϊμάς, και επροξένουν θραύσιν εις τα βασιλικά και εις τον δενδρολίβανον. Απερίγραπτος ήτο η λύπη της Αϊμάς, ότε έβλεπε τα άνθη της και τα ευώδη της φυτά, δι' α είχε τόσον πολύ κοπιάσει, θραυόμενα ούτοι και καταστρεφόμενα. Επειδή δεν ήθελε να βλάψη τους μικρούς βοσκούς, ων ο μεγαλείτερος μόλις ήτο δεκαετής, δεν έκαμε κανέν παράπονον εις τον Μάχτον. Αλλ' εφαντάσθη άλλον τρόπον, δι' ου ήλπιζε να αφοπλίση τους δύο μικρούς βανδάλους. Έδρεψε παντός είδους ευώδη φυτά και τα προσέφερεν εις τους μικρούς βοσκούς, ειπούσα αυτοίς·
Μη ρίχνετε πέτραις, διότι κάμνετε κακόν. Με τα χέρια θέλουν κόψιμον αυτά τα πράγματα. Ιδού, λάβετε.
Οι δύο μικροί έπαυσαν την εσπέραν εκείνην να λιθοβολώσι. Την επαύριον όμως ήρχισαν εκ νέου τα αυτά.
Ιδούσα η Αϊμά ότι απέτυχε το άκρως αφελές εκείνο μέσον, εσκέφθη να μεταβή εις τον οίκον του αγρότου, και να παρακαλέση την μητέρα των δύο οχληρών να περιορίση ολίγον τας κακάς έξεις των. Τω όντι μετά δύο ημέρας μετέβη εις την μικράν έπαυλιν. Η γυνή του χωρικού ήτο ανίκανος όλως να παιδεύση τους δύο μικρούς διαβόλους. Ήτο μεγαλόσωμος γυνή, έχουσα δύο υπερμεγέθεις μαστούς κρεμαμένους έξω της τραχηλιάς, και ποτέ δεν κατώρθωσε να τους συμμαζεύση εις το περιστήθιόν της. Ήτο πελιδνή, λημώσα τους οφθαλμούς, αδρανής και άτονος. Ότε είδε την νέαν εισερχομένην,
— Τι θέλεις; τη είπε.
— Κυρά, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά, να χαρής το στέφανόν σου και τα
παιδιά σου, μίαν χάριν ήλθα να σου ζητήσω.
— Τι χάριν; είπεν η χωρική.
— Μάλωσε τα παιδιά σου να μη μου χαλνούν τον κήπον.
— Έχεις κήπον;
— Έχω ένα μικρόν.
— Και τι έχεις σπαρμένα; κρομμύδια, μαρούλια; . . .
— Όχι. Βασιλικούς και άλλα διάφορα μυριστικά.
— Ουφ! είπεν η χωρική, αισθανθείσα αηδίαν επί τη ματαιοπονία της
νέας. Και τι σου χρησιμεύουν αυτά;
— Μ' αρέσουν, είπεν η Αϊμά.
— Και σου τα χαλνούν τα παιδιά μου;
— Ναι,
— Με ποίον τρόπον;
— Ρίχνουν πέτραις κάθε βράδυ.
— Κάθε βράδυ; Αλλά τα παιδιά μου πηγαίνουν με τον πατέρα των.
Μήπως ευρίσκονται εδώ;
— Όταν έρχωνται, τέλος.
Η χωρική εσιώπησε.
— Σε παρακαλώ, κυρά, επανέλαβεν η νέα, μάλωσέ τα, να μη μου
πειράζουν τα φυτά μου. Τι κακόν τους κάμνουν τα καϋμένα τα φυτά μου; Εγώ τα περιποιούμαι, τα ποτίζω, κοπιάζω τόσον δι' αυτά. Δεν είνε κρίμα να μου ρίχνουν πέτραις, να μου τα καταστρέφουν;
— Και τι πταίω εγώ; είπεν η χωρική.
— Δεν λέγω πως πταίεις, αλλά να τα μαλώσης, κυρά. Μου φαίνεται
ότι ως μητέρα ειμπορείς πολύ καλά να τα παιδεύσης.
— Είνε παιδεμμένα τα παιδιά μου, είπεν η γυνή τρωθείσα.
— Ειμπορεί να είνε παιδεμμένα, αλλ' ας μη βλάπτουν τον κήπον μου.
— Θα τα επείραξες τίποτε.
— Εγώ; είπεν η νέα αγανακτούσα. Εγώ τα επείραξα; Και τι είχα εγώ
να κάμω με αυτά; Όχι μόνον δεν τα επείραξα, αλλ' ουδέ είπα εις τον αδελφόν μου να τα πειράξη, ενώ αν το έλεγα, τότε δεν θα είχα ανάγκην να σας παρακαλέσω διά τίποτε. Αλλά θέλω με το καλόν.
— Δεν εκατάλαβα τι είπες, είπεν η αγρότις.
— Είπα ότι, αν το έλεγα του Μάχτου τι τρέχει, ο Μάχτος δεν
χωρατεύει, και θα τα έδερνε.
— Έχομε και απ' αυτά; έκραξεν η χωρική· μας φοβερίζεις κι' όλας,
παληογύφτισσα! Φεύγ' απ' εδώ, να μην έλθουν τώρα, και σου σχίσουν το φουστάνι...
Η Αϊμά ησθάνθη το αίμα της αναβαίνον εις την κεφαλήν, και πρώτην φοράν εις την ζωήν της κατελήφθη υπό επιθυμίας όπως πνίξη άνθρωπον. Εν τούτοις συνέσχε τον θυμόν της, ενθυμηθείσα ότι ευρίσκετο εις τον οίκον της γυναικός εκείνης, και δεν θα έπραττε καλώς. Τη είπεν όμως με φωνήν τρέμουσαν·
— Δεν φέρεσαι καλά, κυρά· εγώ ήλθα να σε παρακαλέσω δι' ένα
μικρόν πράγμα, καθώς ενόμιζα, και συ το έκαμες βουνόν. Ας είνε, εγώ θα παραπονεθώ και εις τον άνδρα σου ακόμη, και ελπίζω εκείνος να φερθή διακριτικώτερα.
— Φεύγ' απ' εδώ, έγρυξεν η χωρική.
Η Αϊμά εξήλθεν εκ της μικράς επαύλεως αιδήμων και τεταραγμένη. Εκυριεύθη δε υπό τοσαύτης λύπης, ώστε επί πολύ περιεπάτει αλλόφρων, και εξετράπη απροσέκτως εκ της οδού. Ότε ήλθεν εις εαυτήν ενόησεν ότι ήτο μακράν της οδού αυτής, και είχεν ανάγκην να περιγράψη μέγαν κύκλον, όπως παρακάμψη τα βραχώδη μέρη της ακτής και επανέλθη εις την καλύβην της. Είχε δε δύσει αρτίως ο ήλιος, και η αμφιλύκη ήρχιζε να πίπτη επί την γην. Η νεάνις ετάχυνε το βήμα. Ευτυχώς εγνώριζε καλώς όλα τα μονοπάτια των πέριξ μερών.
Φθάσασα εις ρεύμα τι, όπερ ώφειλε να διαβή, όπως ανέλθη εις το ύψωμα το κείμενον αντικρύ της καλύβης, ησθάνθη φόβον. Το μέρος ήτο σκιερόν και υγρόν, θάμνοι δε και καλαμώνες πυκνοί υψούντο πέριξ. Πάντοτε εφοβείτο να διαβή νύκτα διά του ρεύματος εκείνου. Και δεν ήτο μεν νυξ, αλλ' επέκειτο. Ευτυχώς βλέπει αιφνιδίως εκεί ένα ίππον προσδεδεμένον εις κορμόν δένδρου, και ακούει φωνήν ανθρωπίνην. Δύο άνθρωποι εκάθηντο παρά την οδόν και συνδιελέγοντο. Η Αϊμά δεν ήκουσε τι έλεγαν, καθότι δεν είχε περιέργειαν ν' ακούση λέξεις, αλλ' επεθύμει φωνήν ανθρωπίνην.
Τους εχαιρέτισε και διέβη. Αλλ' αίφνης η φωνή του ενός των δύο ανθρώπων παρήγαγε παλμούς εις την καρδίαν της. Η νέα εσταμάτησεν άκουσα. Ηκροάσθη μετά προσοχής. Τω όντι δεν ηπατάτο. Η φωνή ήτο γνωστή εις την ακοήν της. Ηδύνατο να μη την είχεν ακούσει από πολλών ετών, αλλ' όμως δεν την είχε λησμονήσει. Η φωνή αύτη ενεποίησε βόμβον και ζάλην εις την κεφαλήν της. Τη ενθύμιζε παλαιόν τι συμβάν, φοβερόν συμβάν της βρεφικής ηλικίας της. Και οποία τρομερά, αλλά και εναργής ανάμνησις! Πάντα τα άλλα του παλαιού εκείνου χρόνου ήσαν συγκεχυμένα εν τη διανοία αυτής, μόνον η ανάμνησις αύτη έμενε σαφής. Ηκροάσθη πάλιν. Τω όντι, ήτο η φωνή, η φωνή ης τον ήχον δεν είχε λησμονήσει.
Οι δύο οδοιπόροι παρετήρησαν ότι είχε σταματήσει η νέα, και η προσοχή των εστράφη προς αυτήν.
— Τι τρέχει; Μήπως θέλεις τίποτε, κόρη; είπεν ο ανήρ, ου είχεν
αναγνωρίσει την φωνήν η Αϊμά.
— Όχι, εψέλλισεν η νεάνις.
Ο απευθύνας την ανωτέρω ερώτησιν ήτο γηραλέος ανήρ, και εφαίνετο σεβάσμιος. Ηγέρθη και επλησίασεν εις την νέαν.
— Μήπως έχεις ανάγκην από τίποτε; Μήπως έχασες τον δρόμον;
Η Αϊμά είδεν οπωσούν καλώς τους χαρακτήρας του ανθρώπου τούτου, και έφριξεν. Όχι μόνον η φωνή, αλλά και η μορφή αυτού αλλόκοτον εντύπωσιν τη επροξένει.
— Πού υπάγεις; ηρώτησεν ο ξένος.
Η Αϊμά δεν απήντησεν. Επεθύμει να φύγη, και δεν ηδύνατο. Το συνέχον αυτήν αίσθημα ήτο κράμα φόβου, συγκινήσεως και δειλίας.
— Μήπως ονειρεύομαι; έλεγε καθ' εαυτήν.
— Πού κατοικείς; τη είπε μετ' αγαθότητος ο ξένος.
Η νέα εψεύσθη. Αγνοώ αν τυχαίως ή εκ προθέσεως.
— Κατοικώ πολύ μακράν, εψιθύρισεν.
Αλλ' ο άγνωστος έλαβε τότε ενδιαφέρον.
— Ειπέ εις ποίον μέρος, διά να σε οδηγήσωμεν εκεί. Δύνασαι να
αναβής εις τον ίππον μου, αν είσαι κουρασμένη.
— Όχι, είπεν η Αϊμά.
— Θεόδωρε! έκραξεν ο ξένος προς τον σύντροφόν του.
— Τι διατάττει ο άρχων; απήντησεν ο Θεόδωρος.
— Θα αναβιβάσης αυτήν την κόρην εις τον ίππον. Ημείς περιπατούμεν
πεζοί.
— Ορισμός σας, άρχων!
— Είνε λοιπόν άρχων; είπε καθ' εαυτήν η Αϊμά. Αλλ' εκείνος τότε,
ο ιδικός μου, εφαίνετο επαίτης. Δεν θα είνε αυτός.
— Έλα λοιπόν, κόρη, είπεν ο &άρχων&, λαβών την χείρα της νέας. Μη
συστέλλεσαι. Να μας είπης μόνον πού θέλεις να σε φέρωμεν.
Εις την επαφήν της χειρός εκείνης, η Αϊμά ησθάνθη παράδοξον φρικίασιν. Απώθησε την χείρα, και ετράπη εις φυγήν, αφήσασα εκπλήκτους τους δυο ανθρώπους.
— Πού υπάγεις, κόρη; έκραξεν ο &άρχων&.
— Θα είνε τρελή, είπεν ο Θεόδωρος.
Το συμπέρασμα τούτο ηναγκάσθη να παραδεχθή και ο &άρχων& προσωρινώς Αλλ' ύστερον εσκέφθη, και ανεύρεν απορίας και φόβους εις την συνείδησίν του. Η σκέψις δε αύτη προήγαγεν αυτόν εις το να συλλάβη υπονοίας, ας επί μακρόν χρόνον έμελλε να ανακυκά εν τη ψυχή.
Εν τούτοις η Αϊμά είχε γείνει άφαντος.