Ο ψευδής Μάχτος.
Ήτο μικρόν προ του μεσονυκτίου, και η Αϊμά είχεν αρτίως κατακλιθή. Την εσπέραν εκείνην είχε φαιδράς ελπίδας. Εσκέπτετο ότι υπήρχε τις, όστις δεν την είχε λησμονήσει, όστις προ τριών ημερών τη είχε πέμψει την επιστολήν εκείνην, ην ηγωνίσθη τοσούτον όπως κατορθώση να συλλαβίση η Αϊμά, και επί τέλους ουδέν κατώρθωσεν. Αλλ' ήτο έν και το αυτό. Δεν αναγινώσκει τις επί του χάρτου ειμή τα ίδια αυτού όνειρα, λέξεις δε διά μελάνης γεγραμμέναι δεν δύνανται ν' αμαυρώσωσι φαιδράς εικόνας. Κατόπιν της επιστολής τη έστειλεν ο Μάχτος και άλλον φίλον.
Προ δύο ωρών ο Σκούντας και η Βεάτη είχον αναβή τας τέσσαρας κλίμακας τας αγούσας εις το υπερώον, και συνωμίλησαν μετά της Αϊμάς διά του μέσου του γνωστού εις την Βεάτην. Ο Σκούντας μετεβίβασεν εις την Αϊμάν τους χαιρετισμούς του Μάχτου!
Η Αϊμά τον ηρώτησεν, αν θα έλθη ο Μάχτος ταχέως καθώς τη είχεν υποσχεθή διά της επιστολής. Ο Σκούντας απήντησε μηχανικώς ότι θα έλθη.
— Πότε; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Πολύ γρήγορα, απήντησεν ο Σκούντας, ίσως....
Ήθελε να είπη «ίσως απόψε», αλλά διεκόπη επί τη παρουσία της Βεάτης. Ότε οι δύο απεσύρθησαν, η Αϊμά κατεκλίθη μεστή της ιδέας ταύτης, ότι ο αδελφός της έμελλεν όσον ούπω να έλθη, και περιέμενεν αυτόν εις τα όνειρά της. Αλλ' εσκέπτετο πάλιν ότι ενδέχεται να βραδύνη ένεκα των κωλυμάτων, άτινα ήθελεν απαντήσει, και τότε εσχεδίαζε την επιστολήν, ην ήθελε γράψει προς αυτόν, αν εγίνωσκε την γραφήν, εις απάντησιν της επιστολής του Μάχτου, ην η Αϊμά δεν ηδυνήθη ν' αναγνώση.
Απεκοιμήθη δε συντάττουσα καθ' εαυτήν απάντησιν τοιαύτην «Αδελφέ Μάχτο. Η επιστολή σου μοι επροξένησε πολλήν χαράν, διότι μοι λέγεις ότι θα έλθης. Έλα γρήγορα να μ' ελευθερώσης, διότι είμαι φυλακωμένη, και υποφέρω πoλύ. Διατί μ' έφεραν εδώ, δεν ειξεύρω. Είμαι κλεισμένη ολομόναχη. Κατ' αρχάς εφοβούμην πολύ την νύκτα, τώρα συνείθισα να μη φοβούμαι, αλλ' όμως στενοχωρούμαι παραπολύ. Τας πρώτας ημέρας ήρχετο μία καλογραία καθ' εκάστην και μ' έβλεπεν. Αυτή μ' ευχαριστούσε, διότι μου έλεγε πράγματα, τα οποία μοι εφαίνοντο ως να τα είχα υποφέρει άλλοτε. Τώρα μου την επήραν αυτήν, και έρχεται μία άλλη, ήτις δεν μ' ευχαριστεί καθόλου, διότι εκείνα οπού μοι λέγει δεν τα εννοώ, και μοι φαίνεται ότι και αν τα εννοούσα, θα ήτον ακόμη χειρότερα. Το μόνον οπού με παρηγορεί, είνε η ελπίς ότι θα έλθης να μ' ελευθερώσης. Η ηγουμένη μοι υπεσχέθη να μοι είπη διά ποίαν αιτίαν μ' έχουν κλεισμένην, αλλά δεν την ξαναείδα. Την καλογραίαν, ήτις έρχεται, την παρεκάλεσα να της ειπή να έλθη, αλλ' αυτή μοι απήντησεν ότι δεν πρέπει να έχω αμαρτωλάς επιθυμίας. Τι εννοεί, δεν ειξεύρω. Είνε απορίας άξιον διατί μ' έχουν κλεισμένην εδώ. Έλα λοιπόν γρήγορα, φίλτατε Μάχτο, και σε περιμένω νύκτα και ημέραν...... Τοιαύτην επιστολήν εσχεδίαζεν η Αϊμά.
Πριν ή αποκοιμηθή, ανηγέρθη επί μίαν στιγμήν και έσβυσε τον λύχνον. Είχε συνειθίσει ήδη εις το σκότος. Είπε καθ' εαυτήν ότι δεν ηδύνατο να ίδη όνειρα, αν άφηνε τον λύχνον ανημμένον. Τέλος έκλεισε τους οφθαλμούς και εταλαντεύετο μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως.
Δεν είχεν ακόμη αποκοιμηθή και ήκουσε δούπον έξωθεν της θύρας, ως βήματα ανθρώπου. Είτα ήκουσε λείον κρότον, ως να έξεε τις την θύραν με τους όνυχας, ή ως να προσεπάθει τις να εισαγάγη κλείδα εις την οπήν του κλείθρου, ψηλαφών εν τω σκότει. Μετά τούτο αντήχησε σφοδρότερος κρότος, ως εκ περιστροφής της κλειδός. Τέλος, μετά τινας στιγμάς, η θύρα ηνοίχθη...
Η Αϊμά, ανετινάχθη επί της κλίνης της, και αφήκε πεπνιγμένην κραυγήν·
— Ποίος είνε;
— Εγώ, ο Μάχτος, απήντησεν ο εισελθών. Σιωπή!
— Συ! Μάχτο! Ήλθες! Ω Μάχτο! Συ είσαι; έκραξεν η Αϊμά.
— Σιωπή, φρόνιμα, εψιθύρισεν η φωνή του εισελθόντος.
Η Αϊμά, μη δυναμένη να κρατηθή, εν εξάλλω αγαλλιάσει, ερρίφθη εις τας αγκάλας του νομιζομένου Μάχτου.
— Υπάγωμεν, εψιθύρισε με υπόκωφον φωνήν ούτος. Είσαι έτοιμη;
— Έτοιμη, έτοιμη, Μάχτο! υπάγωμεν, ευθύς· ω, ήλθες, Μάχτο!
— Υπάγωμεν, επανέλαβεν εκείνος. Μην αργής!...
— Τώρα να ενδυθώ, Μάχτο! Νανάψω το φως.
— Ω μην ανάπτης φως, είπε μετά τρόμου ο αποκαλών εαυτόν Μάχτον.
Θα μας ίδουν.
— Έχεις δίκαιον. Περίμενε να εύρω το φόρεμά μου.
Και η Αϊμά εψηλάφησεν εν τω σκότει, ευρούσα δε τας εμβάδας της, εφόρεσεν αυτάς ταχέως, είτα την εσθήτα της.
— Υπάγωμεν, εψιθύρισεν ο άνθρωπος εκείνος, τείνων την χείρα του
προς την Αϊμάν.
— Υπάγωμεν, είπεν η νέα, λαβούσα την χείρα του.
Και κατέβησαν ομού, ψηλαφώντες τους τοίχους εν τω σκότει, πατούντες επ' άκρων των ονύχων, κωφαίνοντες τον κρότον των βημάτων, έρποντες και συνέχοντες την αναπνοήν· κατέβησαν την κλίμακα του υπερώου, έφθασαν εις τον πρώτον διάδρομον, κατήλθον την δευτέραν κλίμακα, έφθασαν εις το μεσαίον πάτωμα, και τέλος ευρέθηκαν εις την αυλήν. Η Αϊμά εφυλάττετο να ομιλήση, και ο συνοδεύων αυτήν ουδέν ετόλμα να υποψιθυρίση. Ότε έφθασαν εις το ύπαιθρον, αν και η νυξ ήτο ζοφερωτάτη και πυκνά νέφη εσκότιζαν το στερέωμα, ο καλούμενος Μάχτος έκυπτε τόσον το πρόσωπον προς την γην, ώστε η Αϊμά δεν ηδύνατο να διακρίνη τους χαρακτήρας του προσώπου του. Η νέα εκράτει σφιγκτώς τον βραχίονά του, εκείνος δε δεν έστρεφε προς αυτήν το πρόσωπον. Ωδήγησε δε αυτήν εις τον υπόγειον διάδρομον, τον άγοντα προς την μικράν θύραν.
— Πού υπάγομεν, Μάχτο; ηρώτησεν η Αϊμά, αισθανθείσα σκότος και
υγρασίαν.
— Εις την θύραν, απήντησεν υπόκωφος η φωνή του ανθρώπου εκείνου.
Η Αϊμά δεν απηύθυνε δευτέραν ερώτησιν.
Ότε έφθασαν εις την ορσοθύραν, ο ψευδής Μάχτος απέσπασε τον βραχίονα από της χειρός της Αϊμάς και εψηλάφησε να εύρη τους μοχλούς της θύρας. Ώθησε τον ένα αυτών προς τον τοίχον, και ούτος ενέδωκεν. Είτα ώθησε τον δεύτερον, αλλ' αυτός αντέστη.
Ο ψευδής Μάχτος έψαυσεν επιμελώς διά των δακτύλων όλον το μήκος του μοχλού, ίνα εύρη πού ήτο η αντίστασις. Ανεκάλυψε δε κρεμαστόν κλείθρον προσαρμόζον τον μοχλόν επί δύο κρίκων. Εν τούτοις το κλείθρον τούτο ήτο ασθενές. Ο ξένος κατέβαλε σφοδρόν κόπον και τέλος το έθραυσεν.
— Ω, εψιθύρισε, κ' εγώ ενόμιζα ότι δεν είχε κλειδαριά.
Ο μοχλός ενέδωκε και απεσύρθη, αλλ' όμως η θύρα έμενεν εισέτι κλειστή.
Ο άγνωστος έξεεν ανυπομόνως διά των ονύχων την θύραν και τας παραστάδας. Τέλος ανεκάλυψεν ότι υπήρχε και δεύτερον κλείθρον, κρεμαστόν και τούτο, αλλ' όμως πολύ ισχυρότερον, προσαρμόζον το θύρωμα επί της παραστάδος. Εδοκίμασε μεθ' όλης της δυνάμεώς του να το συντρίψη. Αλλ' εις μάτην.
— Κατάρα! έκραξεν ο νομιζόμενος Μάχτος, και ήτο η πρώτη φορά καθ'
ην εξέφερε φωνήν χωρίς να μεταπλάση ή να παραποιήση αυτήν.
— Δεν ομοιάζει με την φωνήν του Μάχτου! εσκέφθη η Αϊμά. Αλλ' όμως
εξηκολούθει να πιστεύη ότι ήτο ο Μάχτος.
Ο άγνωστος ελύσσα. Προσεπάθει εις μάτην να συντρίψη το κλείθρον εκείνο.
— Τώρα, είπε, τώρα τι να κάμω;
— Βέβαια ο Μάχτος είνε, διενοήθη η Αϊμά, μεμφομένης εαυτήν επί τη
δυσπιστία της.
Ο ψευδής Μάχτος κατέβαλε τελευταίον αγώνα, όπως θραύση το σιδηρούν εκείνο εμπόδιον, και τέλος απηλπίσθη.
— Τώρα, έλεγε καθ' εαυτόν, μία μόνη ελπίς μένει, να εξυπνίσω τον
θυρωρόν, να τον απειλήσω, να τον βιάσω να μου ανοίξη την μεγάλην πύλην. Αλλ' ω! Τούτο είνε δύσκολον.
Εν τούτοις έλαβε την χείρα της Αϊμάς, και τη είπε με στυγνήν φωνήν·
— Υπάγωμεν.
— Πού υπάγομεν, Μάχτο; ηρώτησεν η κόρη.
— Εις την άλλην πόρταν, εψέλλισεν ο άγνωστος.
Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εν σιγή· ο ξένος την ωδήγησεν ουχί διά της αυλής, αλλά διά των ευρέων διαδρόμων του μαγειρείου και της τραπέζης. Η Αϊμά εβάδιζε μετά καρτερίας και αποφάσεως, ο δε ξένος εφαίνετο κατεχόμενος υπό δεινής αγωνίας. Τέλος έφθασαν εις τον πυλώνα όπου ήτο το κελλίον του πυλωρού. Ο ψευδής Μάχτος έβαλε την νέαν να καθίση επί τινος πεζούλας, όπισθεν της κατοικίας του πυλωρού, αυτός δ' έκρουσε την θύραν του κελλίου.
Παρήλθε χρόνος τις μέχρις ου ο μπάρμπα Φούρβης, ο μεμψίμοιρος ούτος άνθρωπος, όστις παρεπονείτο προκειμένου περί παντός, ακούση και απαντήση εις την πρόσκλησιν του κρούοντος. Τέλος ηκούσθη υπόκωφος φωνή, φαινομένη ως να εξήρχετο εκ πίθου ή εξ αποξηραμμένου φρέατος.
— Ποίος είνε πάλι; Δεν σε αφίνουν ποτέ, ποτέ ήσυχον.
— Σηκώσου, έκραξεν ο ψευδώνυμος Μάχτος.
— Δεν έκλεισα μάτι, είπεν ο γέρων Φούρβης. Ακόμα δεν μ' επήρε ο
ύπνος.
— Σηκώσου κι' άνοιξε, επανέλαβε η φωνή του κρούοντος την θύραν.
— Τι με θέλεις; Ο διάβολος σ' έβαλε, μεσάνυκτα;
— Κάμε γρήγορα!
Ο γέρων Φούρβης ήνοιξε την θύραν και ενεφανίσθη με το υποκάμισον εις το διάκονον αυτής.
— Ποίος είσαι; Ποιος σ' έστειλε; Τι θέλεις;
— Να μου ανοίξης την πόρτα.
— Σου την άνοιξα.
— Την πόρτα του μοναστηρίου.
— Διά να φύγης;
— Βέβαια.
— Και διά πού; Ο διάβολος σ' έβαλε, τέτοιαν ώρα;
— Να μου ανοίξης, επέμενεν ο ξένος.
— Βέβαια, δεν είσαι εις τα λογικά σου, είπεν ο μπάρμπα Φούρβης.
Τέτοιαν ώρα να σου ανοίξω εγώ πόρτα; Μην τα έχεις χαμένα;
— Θα μου ανοίξης, είπεν ισχυρογνωμόνως ο ψευδής Μάχτος.
— Εγώ; Μην είσαι τρελλός; Και πού θα πας;
— Φέρε τα κλειδιά, γέρο, και μη μου κάνης το δύσκολο.
— Εγώ κλειδιά; Τέτοιαν ώραν μεσάνυκτα!
Ο Σκούντας (διότι ούτος ήτο ο υποδυθείς το πρόσωπον του Μάχτου) δεν έχασε καιρόν, αλλ' ορμήσας συνέλαβε τον Φούρβην από της γενειάδος, και με την άλλην χείρα του επίεσε σφοδρώς τον λαιμόν.
— Εχάθης, σ' εσκότωσα, δος μου τα κλειδιά γρήγορα. Αν φωνάξης, σε
πνίγω.
— Ο γέρων έβαλε πεπνιγμένας κραυγάς, αλλ' ο Σκούντας διά της
ισχυράς του λαιμού πιέσεως δεν επέτρεψε νακουσθώσιν αύται.
— Τα κλειδιά, έλεγε μόνον.
— Ω, διάβ.. . . ολε.. σου τα. .. δίν... ω. . . είπε κεκομμένη τη
φωνή ο Φούρβης.
Ο Σκούντας άφησε τον λαιμόν του θύματός του, αλλά δεν άφησε και το γένειον αυτού.
— Έλα, κάμε γρήγορα, πού είνε;
Ο Φούρβης, ψηλαφών εις τον τοίχον, διότι δεν υπήρχε φως, και συνάμα κρατούμενος εγγύθεν υπό του Σκούντα, ανεύρε τα κλειδία και τω τα ενεχείρισε.
— Πάρε τα, και ξεφορτώσου με, είπεν. Ω διάβολε! Αυτό μας έλειπε.
Θα μ' έπνιγες, ακόμα λίγο.
— Έλα να μου ανοίξης, είπεν ο Σκούντας, μη αρκεσθείς εις την
κατοχήν των κλειδίων.
Ο Φούρβης δεν ετόλμησε ν' αντιστή, και εξήλθε μετά του Σκούντα, όστις εκράτει αυτόν σφιγκτώς εκ του βραχίονος.
Ότε είδε την Αϊμάν, είπεν ο Φούρβης·
— Αυτή πάλι τι είνε;
— Σιωπή, είπεν ο Σκούντας.
Ο Φούρβης εισήγαγε την κλείδα εις το μικρόν κλείθρον αποσύρας τον μοχλόν και ήνοιξε την θυρίδα.
— Απ' εδώ ειμπορείτε να εβγήτε, είπε· δεν είνε ανάγκη νανοίξωμεν
την μεγάλη.
Ο Σκούντας και η Αϊμά έκυψαν ίνα εξέλθωσιν εκ του περιβόλου της μονής.
Την αυτήν στιγμήν οι κώδωνες ήρχισαν να σημαίνωσι διά το μεσονυκτικόν.
Τότε ο γέρων Φούρβης έβαλε κραυγήν και συνέλαβε τον Σκούνταν εκ των όπισθεν.
— Τρέξατε! εδώ τους έχω. Τους έπιασα.
Ο Σκούντας τοσούτον σφοδρώς τον ώθησεν, ώστε τον ανέτρεψεν ύπτιον επί του πλακοστρώτου εδάφους. Ο Φούρβης πεσών εδούπησεν ως αδρανής όγκος.
— Εφθηνά την γλυτώσαμε, διενοήθη ο Σκούντας. Ιδού εξύπνησαν αι
καλογραίαι.
Και εξελθών αυτός διά της θυρίδος, έδωκε την χείρα εις την Αϊμάν, και εβοήθησεν αυτήν να διέλθη. Ήρχισαν δε την πορείαν των εν μέσω των αγρών και των δρυμώνων, εν τω σκότει της νυκτός. Την τελευταίαν στιγμήν καθ' ην ο Σκούντας κατέφερε τον σφοδρόν εκείνον κτύπον κατά του γέροντος πυλωρού, η Αϊμά εκ του κινήματός του υπώπτευσε πάλιν ότι δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλ' όμως δεν επεθύμει πλέον να επανέλθη εις την ειρκτήν της, και απεφάσισε νακολουθήση καρτερικώς την τύχην της, όπου έμελλε να την οδηγήση αύτη.