Γραφή καθ' υπαγόρευσιν.
Ίσως διηπόρησεν ήδη ο αναγνώστης πώς κατώρθωσεν ο Μάχτος να γράψη την περίφημον ταύτην επιστολήν. Θα απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην, τοσούτω μάλλον, όσω και άλλο κενόν συμπληρούται διά της απαντήσεως ταύτης, το εξής: Πόθεν εγίνωσκεν ο Σκούντας ότι η Αϊμά ευρίσκετο εν τω μοναστηρίω;
Και ηδύνατο μεν ο Σκούντας είτε κατά συγκυρίαν είτε εξ ερεύνης να μάθη πού ευρίσκετο η Αϊμά, όπως το είχε μάθει και ο Μάχτος. Αλλ' η τύχη, η ειρωνεία αύτη του Θεού, η καταγελώσα ασπλάγχνως πάσαν ελπίδα και ματαιούσα πάντα αγώνα, η τύχη, ηθέλησεν ώστε ο Σκούντας να μάθη τούτο παρ' αυτού του Μάχτου.
Δύο ή τρεις ημέρας μετά την εξαφάνισιν της Αϊμάς, ευρέθη ο Μάχτος περιπατών παρά τον αιγιαλόν, ονειροπολών, στενάζων και νομίζων εαυτόν άξιον οίκτου, υπέρ παν ανθρώπινον πλάσμα. Τότε περιφέρων εική το βλέμμα τήδε κακείσε, είδε μακρόθεν το καπηλείον του Κατούνα, όπερ αναπαρίστα εις τας όψεις αυτού την προχθές συμβάσαν αξιοθρήνητον σκηνήν. Προέβη δε ακουσίως σχεδόν προς το μέρος εκείνο, και δεν ηδυνήθη να μη εισέλθη.
Την προτεραίαν είχε μάθει παρά του φρουρού πού είχον μεταφέρει την Αϊμάν, και προς τοις άλλοις σχεδίοις άτινα ανεκύκλου εν τω νω, ήτο και το σχέδιον μιας επιστολής, ην ώφειλεν αντί πάσης θυσίας να πέμψη προς την έγκλειστον. Ησθάνετο δε παράδοξον θάρρος, όπως εκχύση εις τον χάρτην μέρος του υπερχειλούς αισθήματος, όπερ κατέκλυζε την καρδίαν του. Και ταύτα μεν καλώς, αλλά πώς να γράψη, αφού δεν εγίνωσκε γράμματα; Ήλπιζε να συναντήση αγαθόν τινα άνθρωπον, εις ον να υπαγορεύση τα αισθήματά του. Ότε εισήλθεν εις το παράπηγμα του Κατούνα, ήτο μεστός της ιδέας ταύτης.
Ο Μάχτος εκάθισεν επί σκίμποδος εγγύς της θύρας, και έβλεπε μελαγχολικώς το πέλαγος. Παρήγγειλεν εις τον κάπηλον να τω φέρη ποτήριον οίνου και ύδατος. Ο Κατούνας τον αναγνώρισεν, αλλ' ουδέν είπεν αυτώ.
Δύο ή τρεις θαμώνες ευρίσκοντο εν τω καπηλείω. Είς τούτων ήτο ο Σκούντας. Ο Μάχτος αν και εγνώριζεν αυτόν, δεν είχεν αφορμήν ίνα συλλάβη κακήν ιδέαν. Εν τούτοις ο Σκούντας εθεώρει αυτόν λοξώς.
Ο Μάχτος καλέσας τον κάπηλον τω είπε κρυφίως·
— Ειξεύρεις γράμματα;
— Δεν ειξεύρω, απήντησεν ο Κατούνας.
— Δεν είνε κανείς άλλος εδώ να ειξεύρη; ηρώτησεν ο νέος.
Ο Κατούνας τω έδειξε διά της χειρός τον Σκούνταν. Το βλέμμα του Μάχτου εστράφη προς αυτόν.
— Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Σκούντας παρατηρήσας ότι ωμίλουν περί
αυτού.
— Τίποτε, απήντησεν ο Κατούνας. Ο φίλος εδώ κάτι μ' ερωτά.
— Και τι σ' ερωτά; είπεν ο Σκούντας μετ' αυξομένης περιεργείας.
Και καταλιπών την θέσιν του, διευθύνθη προς το μέρος του Μάχτου.
— Μ' ερωτά αν ξεύρης γράμματα.
— Ξεύρω, είπε μετά προθυμίας ο Σκούντας.
— Φίλε μου, είπε συσταλείς ο Μάχτος, ερωτούσα εδώ τον ταβερνάρη
αν ειμπορή να μου κάμη ένα γράμμα....
— Εγώ ειμπορώ, είπεν ο Σκούντας.
— Τότε....
— Σώνει να θέλης, είπεν ο Σκούντας, ειμπορώ να σου κάμω.
— Ευχαριστώ, είπεν ο Μάχτος. Αυτό ήθελα κ' εγώ.
— Ύπαγε να εύρης χαρτί, Κατούνα, είπε προστακτικώς ο Σκούντας.
Βλέπεις ότι θέλομεν να κάμωμεν γράμμα.
Και ο Κατούνας υπήκουσεν.
Ο Μάχτος υπηγόρευσε μετ' εμπιστοσύνης την γνωστήν επιστολήν, και ο Σκούντας εχάραττεν ανελλιπώς τα υπαγορευόμενα. Μεταξύ δε, γράφων, ετόλμησε να ερωτήση τον Μάχτον·
— Και πού ευρίσκεται τώρα η αδελφή σου;
Ο Μάχτος ουδεμίαν είχεν αφορμήν ίνα ψευσθή, και απήντησεν ότι ευρίσκετο εις το γυναικείον μοναστήριον.
Εντεύθεν λοιπόν εγίνωσκεν ο Σκούντας το καταφύγιον της Αϊμάς, καθ' ον χρόνον ο Τρανταχτής τω ανέθηκεν την απροσδόκητον εκείνην αποστολήν, ίνα κομίση προς την Βεάτην την αντικλείδα, ην αυτός ο Μάχτος είχε πάλιν κατασκευάσει.
Και έπειτα λέγει ο Ρωμαίος σατυρικός, ότι ημείς οι άνθρωποι θεοποιούμεν την τύχην.
Περί όρθρον της επιούσης εγερθείς ο Σκούντας ήρχισε την οδοιπορίαν, και μικρόν μετά την ανατολήν του ηλίου έφθασεν εις το μοναστήριον. Ο πυλωρός τω προέτεινε δυσκολίας. Αλλ' ο Σκούντας εζήτησε θαρραλέως την Βεάτην, και μετ' ολίγον ήλθεν αύτη εις τον Πυλώνα. Ο Σκούντας τη εσύριξε μακρόθεν το όνομα του Τρανταχτή και η μοναχή έσπευσε να διατάξη να τον εισαγάγωσιν.
Ο Σκούντας δι' ολίγων λέξεων εξήγησεν ότι ο φίλος του Τρανταχτής, τυρβάζων περί σπουδαίας υποθέσεις, δεν εσχόλαζε να έλθη, και έπεμψεν αυτόν προς την Βεάτην. Η μοναχή ευηρεστήθη εκ της προθυμίας και εκ των φιλοφρόνων τρόπων του Σκούντα, και τον προσεκάλεσεν εις το μαγειρείον.
— Λοιπόν έφερες το κλειδί; τω είπε μυστηριωδώς.
— Ποιο κλειδί; ηρώτησε μετ' άκρας φυσικότητος ο Σκούντας.
— Το κλειδί που του παρήγγειλα να μου φτειάση, απήντησεν η Βεάτη.
Ο Σκούντας εκαμώθη ότι ανακαλεί τας αναμνήσεις του, και είπεν·
— Α! τώρα ενθυμούμαι. Μου είπεν ο Τρανταχτής για ένα κλειδί.
— Και δεν σου τώδωσεν; ηρώτησεν αποθσρρυνθείσα η Βεάτη.
— Είπεν ότι θα το φέρη ο ίδιος αύριον, είπεν ο Σκούντας.
— Α, έκαμεν η Βεάτη.
— Και αν δεν ειμπορέση, θα υπάγω ο ίδιος αύριον να σας το φέρω.
— Έτσι;
— Τώρα μ' έστειλε διά να σας αναγγείλω ότι αύριον το πρωί έρχεται
το κλειδί.
— Πολύ καλά.
— Και κάτι άλλας παραγγελίας ακόμα, είπεν ο Σκούντας.
— Τι παραγγελίας;
Ο Σκούντας περιέβλεψε κύκλω.
— Δεν μας ακούει κανείς; είπεν.
— Είμεθα μόνοι. Λέγε.
— Ο φίλος μου, είπε σιγανή τη φωνή ο Σκούντας, ο φίλος μας ο
Τρανταχτής έχει συμφέρον εις μίαν υπόθεσιν.
— Τι υπόθεσιν; ηρώτησεν η Βεάτη αισθανομένη άφατον ευδαιμονίαν,
διότι εύρε νέαν φορβήν διά την ακόρεστον αυτής περιέργειαν.
— Δεν ήλθεν εδώ κάποιος; είπεν ο Σκούντας.
— Ποιος κάποιος;
— Μία νέα... μία Γυφτοπούλα...
— Α! έκαμεν η Βεάτη, μεθ' ηδονικής εκπλήξεως.
— Δεν είνε εδώ; επανέλαβεν ο Σκούντας.
— Ο Τρανταχτής έχει λοιπόν συμφέρον διά την νέαν ταύτην;
— Βέβαια, έχει συμφέρον.
— Και ποίον συμφέρον έχει; επέμεινεν η Βεάτη.
— Δεν είνε εδώ πρώτα; ηρώτησε κατ' επανάληψιν ο Σκούντας.
— Ποίον συμφέρον έχει; είπεν αύθις η Βεάτη.
— Συμφέρον... και πολύ μεγάλο συμφέρον. Αλλά δεν μ' είπατε αν
είνε εδώ αυτή.
— Την γνωρίζει λοιπόν ο Τρανταχτής; εξηκολούθησεν η Βεάτη
— Βέβαια την γνωρίζει....
— Και ποίαν σχέσιν έχει μαζή της; επανέλαβεν η Βεάτη.
— Βέβαια πρέπει να έχη κάποιαν σχέσιν, είπε σοβαρώς ο Σκούντας.
Αλλά δεν μοι λέγετε, ευρίσκεται αυτή εδώ;
— Και διά ποίον σκοπόν ο Τρανταχτής θέλει να μάθη δι' αυτήν;
— Έχει σκοπόν βέβαια, είπεν ανυπομόνως ο Σκούντας. Αλλ' είνε εδώ
αυτή ακόμη;
— Εδώ είνε, είπε τέλος η Βεάτη. Αλλ' ειπέ μοι, διατί ο Τρανταχτής
ενδιαφέρεται;
— Αυτή είνε πτωχή νέα αξιολύπητη, και φαίνεται ότι ο Τρανταχτής
είνε φίλος της οικογενείας της, είπεν ο Σκούντας. Και εις ποίον μέρος, παρακαλώ, κατοικεί αυτή;
— Παντού ανακατόνεται αυτός ο ευλογημένος ο Τρανταχτής, είπεν η
Βεάτη. Και πόθεν έμαθεν ότι ευρίσκεται αυτή εδώ;
— Το έμαθεν από τον αδελφόν της, είπεν ο Σκούντας. Αλλ' ειπέτε
μοι, εις ποίον δωμάτιον κατοικεί αυτή;
— Έχει λοιπόν και αδελφόν; επανέλαβεν η Βεάτη. Και πώς την άφησε
να την πάρουν;
— Είνε ανόητος, ως φαίνεται, είπεν ο Σκούντας. Εις ποίον μέρος
του μοναστηρίου ευρίσκεται το δωμάτιόν της;
— Και ειξεύρει ο Τρανταχτής με ποίον σκοπόν την έφεραν εδώ;
εξηκολούθησε να ερωτά η Βεάτη.
— Δεν πιστεύω να το ειξεύρη, απήντησεν ο Σκούντας. Αλλά δείξατε
μοι, παρακαλώ, το δωμάτιόν της.
— Αυτή είνε κλεισμένη μέσα, είπεν η Βεάτη. Τι την θέλεις; Πώς την
ζητείς;
— Είνε κλεισμένη; επανέλαβεν ο Σκούντας. Και δεν εξέρχεται ποτέ;
— Εγώ δεν την έχω ιδεί ακόμα, είπεν η Βεάτη.
— Δεν την έχεις ιδεί; Λοιπόν είνε φυλακωμένη;
— Την είδα από την κλειδότρυπα μόνον, είπε μηχανικώς η Βεάτη.
— Από την κλειδότρυπα; επανέλαβεν ο Σκούντας ενθυμηθείς την
κλείδα ην είχεν εις το θυλάκιον.
— Και διατί θέλεις να την ιδής; είπεν η Βεάτη. Ο Τρανταχτής σου
παρήγγειλε τίποτε να της πης;
— Ο Τρανταχτής... όχι μόνον ο Τρανταχτής.
— Αλλά και ποίος άλλος;
— Ο αδελφός της, είπε σκοπίμως ο Σκούντας.
— Ο αδελφός της; Και τι της παραγγέλλει ο αδελφός της;
— Δεν ειμπορώ να της ομιλήσω κ' εγώ από την κλειδότρυπα; είπεν ο
Σκούντας.
— Δύσκολον πράγμα ζητείς... Και τι θα της είπης;
— Θα της είπω... ασπασμούς από την οικογένειάν της, είπεν ο
Σκούντας.
— Της τους λέγω εγώ, είπεν η Βεάτη. Δεν ειμπορώ να σ' ανεβάσω
εκεί επάνω χωρίς σκάνδαλον.
— Και πού είνε το δωμάτιόν της; ηρώτησεν εκ νέου ο Σκούντας,
νεύων σηγχρόνως διά των οφθαλμών.
— Εκεί επάνω, είπεν η Βεάτη, και έκαμεν αόριστον χειρονομίαν.
— Πού; εκεί; επέμεινεν ο Σκούντας δεικνύων διά της χειρός.
Η Βεάτη ηναγκάσθη να δείξη το υπερώον.
— Ας έβλεπα μόνον το δωμάτιόν της, είπεν ο Σκούντας, και δεν
επιμένω να της ομιλήσω.
— Υπομονή, είπεν η Βεάτη· όταν νυχτώση, ειμπορούμεν ναναβώμεν
μαζή, προσέθηκε ταπεινή τη φωνή.
— Α, σας παρακαλώ, είπεν ικετικώς ο Σκούντας.
— Αλλά δεν μ' είπες τι συμφέρον έχει ο Τρανταχτής εις την
υπόθεσιν αυτήν.
Ο Σκούντας ηναγκάσθη ν' αυτοσχεδιάση ιστορίαν τινά, και να διηγηθή αυτήν προς την Βεάτην.
— Ο Τρανταχτής ήλπιζεν ότι την βλέπεις καθ' ημέραν, και διά τούτο
ήθελε να σου την συστήση να την περιποιήσαι. Ο Τρανταχτής είνε φίλος της οικογενείας της. Η οικογένειά της σύγκειται εξ εργατικών οι οποίοι, αν και Γύφτοι, είνε καλοί άνθρωποι. Μίαν εσπέραν ήρπασαν έξαφνα την Αϊμάν, και το πρωί δεν ευρέθη εις την κλίνην της. Και αν δεν ήτον ο Τρανταχτής, όστις έχει σχέσεις με όλον τον κόσμον και μανθάνει όλα τα νέα, η οικογένειά της ποτέ δεν ήθελε μάθει πού ευρίσκεται η Αϊμά. Όταν εξύπνησαν το πρωί και ηύραν την κλίνην της Αϊμάς αδειανήν, ηπόρησαν, και ήρχισαν να σταυροκοπούνται. Την επερίμεναν έως το μεσημέρι, αλλά πούποτε δεν εφάνη. Τότε ο γέρο Γύφτος έστειλε τους δυο υιούς του δεξιά και αριστερά, αλλά δεν ειμπόρεσαν νανακαλύψουν τίποτε. Ο Τρανταχτής, όστις ειξεύρει όλα τα μυστικά των, τους ελυπήθη και ανέλαβε να φροντίση. Το συμφέρον λοιπόν του φίλου μου του Τρανταχτή εις αυτήν την υπόθεσιν είνε όλως ηθικόν. Και τω όντι ο Τρανταχτής είνε χρυσή καρδιά και θυσιάζεται διά τους φίλους του. Εγώ αν ήμην, να σου πω, το κάτω κάτω, δεν θα μ' έμελεν εμέ να σκοτίζωμαι, διά μίαν Γυφτοπούλαν. Αλλά τι να γείνη; όταν εμπλέξη κανείς, ας είνε και με Γυφτοπούλαν, δεν ξεμπλέκει εύκολα. Ούτε τον διάβολο ναπαντήσης, ούτε τον σταυρόν σου να κάμης.
Ενταύθα η Βεάτη διέκοψε τον αφηγητήν.
— Πώς είπες; έμπλεξεν ο Τρανταχτής με την Γυφτοπούλαν;
— Όχι, δεν εννοούσα αυτό... Τάχα θέλω να πω ότι ανεκατώθη εις την
υπόθεσιν.
— Αλλ' αντ' άλλων μοι λέγεις, είπεν η Βεάτη. Ησθάνετο δε
αδημονίαν ότι δεν εκορέννυτο επαρκώς η πολυπραγμοσύνη της εκ των αυτοσχεδίων διηγημάτων του Σκούντα.
— Όχι, Μα τον Θεόν, απήντησεν ούτος, την αλήθειαν σας λέγω, έτσι
να χαρώ, να έχης και καλήν ψυχήν. Αυτή είνε η αλήθεια.
Η Βεάτη ήτο έτοιμος να διηγηθή προς αυτόν τα περί της κλειδός, ην είχε παραγγείλει διά του Τρανταχτή, ότι ήτο ακριβώς προωρισμένη διά τον αυτόν σκοπόν, υπέρ ου και εκείνος διεφέρετο, κατά την αφήγησιν τουλάχιστον του Σκούντα. Αλλ' επέσχε μετ' αγώνος την γλώσσαν της, και απεφάσισε να φανή εχέμυθος. Βαρυνθείσα δε τέλος τον απέπεμψεν, ειπούσα αυτώ να περιέλθη τα πέριξ του μοναστηρίου, και την εσπέραν να επανέλθη, όπως αναβώσιν ομού εις το υπερώον.
Ο καλός Σκούντας έσπευσε να υπακούση, και καταβαίνων την κλίμακα του μαγειρείου, περιειργάζετο λίαν προσεκτικώς τα πάντα.
Ότε κατήλθεν εις την αυλήν, εστράφη προς τα αριστερά, ως να μη είξευρεν ότι η πύλη έκειτο προς τα δεξιά, και φθάσας παρά τινα γωνίαν του περιβόλου, έβλεπεν επιμόνως κάτω. Εφαίνετο ότι κατώπτευε τα θέμεθλα της οικοδομής. Αλλά μετ' ολίγον φοβηθείς μήπως παρατηρηθή παρά τινος των καλογραιών, ή μήπως επιπληχθή και παρ' αυτής της Βεάτης, μετέβαλε διεύθυνσιν, και απήλθεν εις την πύλην. Εξήλθε δ' εκ του περιβόλου.
Περιήλθε τα τείχη του κτιρίου έξωθεν, και εφαίνετο ως να ηρίθμει τας γωνίας και τας αντηρίδας του πολυσυνθέτου τούτου σχεδίου.
Φθάσας εις την δυτικήν πτέρυγα, είδεν ορσοθύραν ανοικτήν. Αύτη εχρησίμευε συνήθως εις τας εισόδους και εξόδους των κηπουρών και των εργατών. Έσωθεν της μονής κατήρχετό τις εις αυτήν δι' υπογείου διαδρόμου, κειμένου υπό ευρύ τι εξώστοον. Ο Σκούντας επλησίασεν, εισήλθεν, έψαυσε την θύραν, την ηρεύνησεν, έμπροσθεν και όπισθεν, και συγχρόνως περιέφερε προφυλακτικά βλέμματα πέριξ, προνοών μη τον ίδη τις. Τότε ανεκάλυψεν ότι η θύρα αύτη εκλείετο έσωθεν διά δύο παχέων μοχλών, και δεν εφαίνετο έχουσα κλείθρον. Ο κατοπτευτής εφάνη ότι ευχαριστήθη εκ της ανακαλύψεως ταύτης, και ρίψας τελευταίον βλέμμα εις το τείχος, ως διά να σημειώση καλώς την θέσιν της ορσοθύρας, απεμακρύνθη.