Μαθήματα συλλαβισμού.
Όσον ασύστατοι και αν ήσαν αι επαγγελίαι του Τρέκλα, ας ο Μάχτος εξεβίασε παρ' αυτού, ουχ ήττον κατώρθωσεν ο δίπους σύντροφος του Χόμο να τύχη πληροφοριών τινων περί της Αϊμάς και περί του κελλίου εν ώ ευρίσκετο εγκαθειργμένη αύτη. Έμαθε δε τούτο παρά της αδελφής Βεάτης, ήτις δεν ήτο φειδωλή λόγων, ουδ' απέφευγεν ουδεμίαν αφορμήν συνδιαλέξεως ή εξηγήσεως, προκειμένου περί πραγμάτων κινούντων την ιδίαν αυτής φιλοπραγμοσύνην. Ο Τρέκλας μαθών άπαξ ό,τι επεθύμει, περιέμεινε μεθ' υπομονής την στιγμήν καθ' ην απεμακρύνθη η Βεάτη εκ του μαγειρείου, και τότε έσπευσε ν' αναβή τας λιθίνας και ευρωτιώσας βαθμίδας της κλίμακος, ήτις ανήγεν εις το πρώτον πάτωμα, και εκείθεν ανήλθεν εις το δεύτερον και εις το τρίτον. Τέλος έφθασεν εις το υπερώον, όπου ήτο κεκλεισμένη η Αϊμά.
Ο Τρέκλας είχεν εκλέξει την στιγμήν καθ' ην αι μοναχαί έμελλον να καθίσωσιν εις την τράπεζαν, ώστε αναβαίνων χανδόν και μετά του συνήθους αυτώ υποσκασμού τας τρεις κλίμακας, δεν εφοβείτο μη συναντήση μοναχήν τινα δυναμένην να ενοχλήση αυτόν, και να τον ερωτήση πού διηυθύνετο.
Ότε έφθασεν ενώπιον της κλειστής θύρας του δευτέρου δωματίου, ο Τρέκλας υπέστη συναίσθημά τι αόριστον. Τω εφάνη ότι ησθάνετο παρουσίαν ανθρώπου όπισθεν της κεκλεισμένης θύρας.
— Εδώ πρέπει να είνε, εψιθύρισεν.
Επλησίασε και έκρουσε δειλώς. Παραχρήμα φωνή ηκούσθη έσωθεν.
— Ποίος είνε;
— Εδώ μέσα είσαι; ηρώτησεν ο Τρέκλας.
— Εδώ, απήντησεν η φωνή.
— Χαιρετίσματα απ' τον αδελφό σου, είπεν ο Τρέκλας.
— Τον αδελφό μου;
— Τον Μάχτο. Έτσι δεν τον λένε;
— Τον είδες;
— Τον είδα, και έχει σκοπόν να έλθη.
— Ο Μάχτος! εξεφώνησε περιχαρής η Αϊμά.
— Ο Μάχτος, βέβαια, είπε παρωδών ο Τρέκλας, συναισθανθείς ότι δεν
ηδύνατο να βεβαιώση το πράγμα.
— Ω Μάχτο! είπεν η Αϊμά.
— Να είσαι έτοιμη, είπεν ο Τρέκλας.
— Έτοιμη;
— Θα έλθη να σε πάρη.
— Ω, πότε; είπεν η Αϊμά.
— Σε λίγο, είπε διφορουμένως ο Τρέκλας.
— Καλώς να έλθη. Ω Μάχτο!
— Μου έδωκε κ' ένα γράμμα, είπεν ο Τρέκλας.
— Γράμμα;
— Ναι. Αλλά πώς να σου το δώσω;
— Δεν ειμπορείς απ' την κλειδότρυπα; είπεν η Αϊμά.
— Να δοκιμάσω, απήντησεν ο Τρέκλας.
Και σχηματίσας τον φάκελλον εις λεπτόν κύλινδρον, επειράθη να εισαγάγη αυτόν διά της οπής. Μετά πολλούς αγώνας, ουδέν κατώρθωσεν.
— Είνε μπατάλικο το γράμμα, είπεν ο Τρέκλας. Πολύ χονδρό χαρτί.
— Τώρα πώς να γείνη;
— Θέλεις να το ξεβουλλώσω, και να το κόψω εις δύο;
— Κάμε όπως θέλεις, είπεν η Αϊμά.
Ο Τρέκλας απεσφράγισε τον φάκελλον, και έκοψε τον χάρτην εις δύο. Είτα εσχημάτισε δύο μικρούς κυλίνδρους. Εν τω μεταξύ δε το βλέμμα του έπεσεν εις το περιεχόμενον της επιστολής, και καλέσας εις βοήθειαν τα ολίγα μαθήματα αναγνώσεως, άτινα είχε διδαχθή κατά την παιδικήν του ηλικίαν εις την Οκτώηχον παρά του ψάλτου της ενορίας του, ανέγνω τα εξής:
«Αδελφή μου Αϊμά. Αφότου έφυγες, νύκτα και ημέραν σε ζητώ. Έμαθα πού ευρίσκεσαι. Όσον υψηλοί και αν είνε οι τοίχοι, θα τους υπερβώ, όσον στερεοί και αν είνε οι μοχλοί θα τους παραβιάσω. Θα έλθω να σ' εύρω, αδελφή μου· αισθάνομαι την δύναμιν ότι θα το κατορθώσω. Θα σ' εύρω, και θα έλθης μαζή μου, και θα ζήσωμεν μαζή εις μίαν άκρην της γης. Μακράν οι γονείς και οι αδελφοί, μακράν οι εχθροί και οι φίλοι. Ημείς οι δύο αρκούμεν εις ημάς. Κανένα μη ακούης, κανένα μη εμπιστεύησαι, κανείς άλλος δεν σε αγαπά, μόνος εγώ. Είνε ανάγκη να έλθης πλησίον μου, και εγώ δύναμαι να υπάγω διά σε εις την άκρην του κόσμου. Και αν δεν σ' εύρω, αν δεν σε ίδω πλέον, αν σε χάσω διά πάντοτε, Αϊμά, είξευρε ότι δεν δύναμαι πλέον να ζω και ότι ο κόσμος είνε μαύρος δι' εμέ, μαύρος ο ουρανός, ο οποίος με σκεπάζει, Αϊμά, μαύρη η γη, οπού πατώ, μαύρον το φως που με φωτίζει, όλα μαύρα, κατάμαυρα. Από σε περιμένω το φως, από σε την δρόσον, από σε τον αέρα, Αϊμά, και χωρίς εσέ όλα είνε σκότος, όλα βάσανος, και όλα κόλασις. Από σε ελπίζω να με συντροφεύσης εις τον έρημον τούτον κόσμον, και να με βοηθήσης να ζήσω την ζωήν μου, Αϊμά, και αν αποθάνω, να αποθάνω εις τους πόδας σου. Ο αδελφός σου, Μάχτος».
Η ανάγνωσις αύτη ενεποίησεν αλλόκοτον εντύπωσιν εις τον Τρέκλαν, και άκων εψιθύρισεν·
— Αδελφή του! Με πόσον πόνον γράφει!... Και είνε αδελφή του. Α!
ειξεύρω τι αδελφή του είνε!
Προσέτι ο Τρέκλας εξέφερεν άκων και έν επιφώνημα, το εξής·
— Α! κ' εγώ κ' εγώ το έπαθα! Μην εμπιστεύεσαι, πτωχέ νέε! Είνε
όλαις άπισταις, όλαις!
Εφαίνετο δε ότι η ανάγνωσις της επιστολής ταύτης ήνοιξε πληγήν εις το στήθος του Τρέκλα. Τούτο ήτο αναμφιβόλως τιμωρία του εγκλήματος, όπερ εξετέλεσε παραβιάσας την αλλοτρίαν επιστολήν και καταχρασθείς την εμπιστοσύνην.
Εν τούτοις κατώρθωσε τώρα να εισαγάγη διά της οπής τα δύο τεμάχια. Η Αϊμά τα ήρπασεν.
— Έχεις τίποτε να παραγγείλης διά τον Μάχτον; ηρώτησεν ο Τρέκλας.
Η Αϊμά δεν ήκουσεν. Έρριψε το βλέμμα επί της επιστολής. Αλλά δεν ηδύνατο να την αναγνώση.
— Έχεις τίποτε να παραγγείλης; επανέλαβεν η φωνή του Τρέκλα. Εγώ
θα φύγω τώρα.
Η Αϊμά διετέλει εν αμηχανία, σκεπτομένη τι ηδύνατο να παραγγείλη χωρίς ναναγνώση την επιστολήν.
— Περίμενε, σε παρακαλώ, μίαν στιγμήν, είπε.
— Θα μ' εύρουν εδώ, και θα την έχω κακά. Κρυφά ήλθα.
Η Αϊμά προσεπάθει εις μάτην να συλλαβίση τα γράμματα.
Μία των λίαν μεμακρυσμένων και τεθαμμένων εν τη μνήμη αναμνήσεών της ήτο και αύτη. Ενεθυμείτο ότι είχε διδαχθή ανάγνωσιν, εν βρεφική σχεδόν ηλικία. Αλλ' επί μακρά έτη ουδέν βιβλίον είχεν αναγνώσει, και ελησμόνησε τα στοιχειώδη εκείνα μαθήματα. Τη ήλθε προς στιγμήν η ιδέα να ερωτήση τον Τρέκλαν αν είξευρεν ανάγνωσιν και να διαβιβάση διά του αυτού μέσου το γράμμα προς αυτόν, όπως τη το αναγνώση. Αλλ' απετράπη το μεν ένεκα της ανυπομονησίας του Τρέκλα όπως απέλθη, το δε εκ της επιθυμίας ην είχε ναναγνώση μόνη της την επιστολήν. Έπειτα η Αϊμά, κατά τας μακράς εκείνας ώρας της αυχμηράς μοναξιάς, ας διήγεν εν τη ειρκτή, έμελλε να εύρη έργον και ψυχαγωγίαν τινά εις την προσπάθειαν ταύτην. Απήντησε λοιπόν εις την ερώτησιν του Τρέκλα·
— Ειπέ του Μάχτου ότι είμαι καλά, και τον περιμένω.
— Άλλο τίποτε;
— Και ότι το γράμμα του δεν το διάβασα ακόμα.
— Καλά.
— Και τον ευχαριστώ.
— Πολύ καλά, είπε μορφάσας ο Τρέκλας.
— Και σ' ευχαριστώ διά τον κόπον οπού έλαβες.
— Έλα δα!
Και ο Τρέκλας απήλθε μυρμυρίζων·
— Α! αδελφή του. Κ' εγώ είχα τέτοιας λογής αδελφήν. Τώρα δεν έχω
πλέον, μου έφυγε. Μα να σου πω, μου έκαμε και τη χάρι.
Απελθόντος τούτου, η Αϊμά ενέκυψεν εις το υπερφυές τούτο έργον, του να δυνηθή ναναγνώση το χειρόγραφον εκείνο χωρίς να έχη βεβαιότητα ότι είξευρε γράμματα. Μετά μακρούς αγώνας, τινών γραμμάτων η προφορά επανήρχετο εις την μνήμην της, άλλα δε τινα δεν τα ενεθυμείτο. Κατήντησε δε να κάμνη επί του χάρτου εκείνου μαθηματικούς υπολογισμούς, συγκρίνουσα το σχήμα των ομοίων, και ζητούσα να φθάση εκ των γνωστών εις τα άγνωστα. Αλλά μάτην.
Μετά πολύωρον και επίμοχθον εργασίαν, είχε φθάσει εις ατελέστατον πόρισμα, και ανεγίνωσκε τας πρώτας γραμμάς ως εξής «Αδελφή μου Αϊμά». Την πρώτην ταύτην φράσιν έλαβεν ως δεδομένον. Κατ' αρχάς ανεγίνωσκεν &Αϊμά& την πρώτην λέξιν. Αλλ' ακολούθως ηρίθμησε τα γράμματα της λέξεως &αδελφή&, και τη εφάνησαν παραπολλά. Η λέξις &Αϊμά& είχε τέσσαρα μόνον γράμματα, περί τούτου είχε βεβαιότητα. Μεταβάσα λοιπόν εις τας επομένας λέξεις, είδεν ότι η τρίτη είχε τω όντι τέσσαρα γράμματα. Αυτή άρα έπρεπε να λέγη &Αϊμά&. Όθεν κατά συμπερασμόν παρεδέχθη, &αδελφή μου Αϊμά&. Είτα παρέβαλε το πρώτον γράμμα της λέξεως &αδελφή& και το πρώτον και τελευταίον της λέξεως &Αϊμά&, και ανεγνώρισε την γραπτήν μορφήν του φθόγγου &Άλφα&. Ακολούθως παρέβαλε την του &Μυ&. Τέλος μετά πολλούς κόπους ανεγίνωσκεν ούτω: Αδελφή μου Αϊμά,.. Αφ... εφ... ε....... αι ημέ. α..έ. η... Εμα. ου.. ε.. αι. Οίον.. ηλο.. αι ά.... αι ο. .ο. ο .ά..ου... Και ούτω καθεξής.
Ύστερον όμως προχωρούσης της παραβολής, κατώρθωσε να εξακριβώση και άλλων στοιχείων το σχήμα και την φωνήν, και ανεγίνωσκεν:
Αδελφή μου Αϊμά, Αφότου έφυγες, ν., τα καΐ ημέραν σε ζητώ. Έμαθα πού ε. ρίσ. εσαϊ. Όσον υ.ηλοί καΐ αν εϊναϊ οι τοϊ — χοϊ θα τους... Και τα λοιπά.
Τέλος μετά μακρούς και απιστεύτους αγώνας, κατώρθωσε να εννοή μέρος τι του περιεχομένου της επιστολής. Η ημέρα δε είχε κλίνει προς την δύσιν, και η Αϊμά ησχολείτο εισέτι εις το επίπονον τούτο έργον. Αίφνης ήκουσε την περιστροφήν της κλειδός εις το κλείθρον. Έκρυψε ταχέως τα δύο τεμάχια του χάρτου εις τον κόλπον της, και ανωρθώθη όπως δεχθή την συνήθη επίσκεψιν της Σιξτίνης.
Ήλπισεν ότι την φοράν ταύτην θα ετύγχανεν η μοναχή ευκαιρίας όπως τη διηγηθή την ιστορίαν εκείνην, ην είχε διακόψει την προλαβούσαν νύκτα η απότομος της ηγουμένης είσοδος. Αλλ' ότε η θύρα ηνοίχθη, εξεπλάγη η Αϊμά.
Η εισελθούσα δεν ήτο η αδελφή Σιξτίνα. Ήτο γραία τις μοναχή, ην πρώτην φοράν έβλεπεν η έγκλειστος. Εχαιρέτισε την Αϊμάν και εκάθισεν.
— Είμαι η αδελφή Καρμήλη, είπε, και έλαβον ευχήν από την
ηγουμένην να αντικαταστήσω τακτικώς την αδελφήν Σιξτίναν εις την διακονίαν ταύτην.
Η Αϊμά υπεκλίθη.
— Τούτο εφρόντισεν η ηγουμένη διά την σωτηρίαν σου, διά να μη
αμαρτήσης. Τα βιβλία λέγουν· &βαριτάτεμ δίξιτ λίγγουα μέα&.
— Και η αδελφή Σιξτίνα; ηρώτησε μετά λύπης η Αϊμά.
— Δεν θα έλθη πλέον, απήντησεν η Καρμήλη. Η ηγουμένη, της ώρισεν
άλλο διακόνημα.
Η Αϊμά εσιώπησεν.
— Εκ του στόματός μου, επανέλαβεν η μοναχή, δεν θα εξέλθη λόγος
ψευδής, ουδέ δόλον θα μελετήση η καρδία μου. &Λαβάμπο ιν ιννοτσέντιμπονς μάνους μέας&.
Η Αϊμά ουδέ λέξιν ενόει εκ των λεγομένων υπό της αδελφής Καρμήλης.
— Ελπίζω ότι έχεις αγίους λογισμούς εις τον νουν σου, κόρη μου,
και δεν επιθυμείς τα μάταια του κόσμου. &Νόλι ιντροδούτσερε νος ιν τεντατσιόνεμ.&
Η νεάνις εθεώρει μετ' εκπλήξεως και αλλόκοτος της εφαίνετο η γλώσσα της γυναικός ταύτης.
Η αδελφή Καρμήλη είχεν από μακρού χρόνου την έξιν ταύτην, να μη δύναται ουδέ λέξιν να προφέρη χωρίς να παραθέτη, συγχρόνως λατινικά κείμενα εκ της Βουλγάτας, ων δεν ενόει μεν την έννοιαν, αλλ' ενίοτε συνέπιπτεν ώστε η σημασία αυτών να συμφωνή τυχαίως προς τα υπ' αυτής λεγόμενα. Τούτο δε προήρχετο εκ του ότι αι συνδιαλέξεις της δεν εξήρχοντο ποτέ εκ του κύκλου των ρητών, όσα είχεν αποστηθίσει. Ο λόγος της ήτο πάντοτε ψηφιδωτόν εκ τεμαχίων διδαχών, και ουδεμίαν εξεστόμιζε φράσιν χωρίς να αποβλέπη προς ψυχικήν οικοδομήν των ακροατών. Παρακατιόντες δε θα ίδωσιν οι αναγνώσται πόσον εκήδετο υπέρ της ψυχικής σωτηρίας του πλησίον.
— Λοιπόν, τέκνον μου, επανέλαβε, μη περιφέρης τον νουν σου εδώ
και εκεί, και φύλαττε τας αισθήσεις σου καθαράς από παντός ρύπου. Μη επαφήνης ραθύμως τας χείρας σου εις τα μέλη της σαρκός σου, και μη δίδης χώραν εις σαρκικούς γαργαλισμούς και ακαθάρτους επιθυμίας, αίτινες θα καταστήσωσι τα μέλη σου σκεύος άχρηστον εις την άσκησιν της αρετής. Φύλαττε τον νουν σου και την καρδίαν σου άσπιλον, και μη συλλάβης μεμολυσμένην φαντασίαν, ήτις θα κάμη την σάρκα σου να ασπαίρη εκ της επιθυμίας. &Κουινόν εξ σαγγούιμπους νέκουε ας βολουντάτε κάρνις νάτι σουντ.&
Η Καρμήλη εθεώρει ατενώς την Αϊμάν. Αλλ' αύτη δεν έδειξεν επί της όψεως ουδέν σημείον ότι είχεν εννοήσει τους λόγους της μοναχής. Εν τούτοις αύτη εξηκολούθησε να λέγη αναλυτικώτερον·
— Φύλαττε τον νουν σου, φύλαττε την καρδίαν σου, φύλαττε το μέλη
του σώματός σου από παντός μολυσμού. Μη σχηματίσης ίνδαλμα σατανικού έρωτος και παχυλήν εικόνα γεώδους και ενύλου πάθους εντός της φαντασίας σου. Μη γαργαλισθής υπό σαρκικού ερεθισμού, διότι τάχιστα θα πέσης εις την αμαρτίαν. Η φαντασία γεννά την επιθυμίαν, και η επιθυμία την έμπρακτον πείραν της αμαρτίας. Τα είδη της αμαρτίας είνε πολλά και πολλαχώς διαιρούνται. Προκλήσεις εις ασέλγειαν, βλέμματα, νεύματα πορνικά, ένθερμοι πνοαί, στεναγμοί, αφαί, ερείσματα, εμπαθείς ασπασμοί, κνίσματα, εναγκαλισμοί, προστρίψεις, περισφίγξεις, συγκυλισμοί, εκμυζήσεις, δακτυλισμοί, καταγλλωττίσματα, λεσβιασμοί, ασέλγειαι κατά φύσιν, ασέλγειαι παρά φύσιν, αιμομιξίαι, κτηνοβασίαι και άλλα. Πας άνθρωπος δεν υπόκειται εις όλα ταύτα, αλλά πίπτει άλλος εις άλλα. Αλλ' όμως καλόν είνε να φυλάττηται, κόρη μου, εξ όλων τούτων. &Έκτσε ένιμ ιν ινικουιτάτιμπους κοντσέπτους σουμ ετ ιν πεκκάτις με γκένουιτ μάτερ μέα&.
Η ατυχής Αϊμά ήκουεν έκπληκτος τας αγνώστους ταύτας λέξεις, χωρίς να εννοή τι εσήμαινον. Εν τούτοις ενόμισε χρέος της ναπαντήση δι' ολίγων εις τας παρακελεύσεις ταύτας, διότι άλλως ήθελε φανή ψυχρά και αγνώμων εις την προθυμίαν της αδελφής Καρμήλης.
— Σ' ευχαριστώ, μήτερ μου, είπεν, όπου μου δίδεις αυτάς τας καλάς
συμβουλάς. Θα τας ακολουθήσω και ελπίζω να ωφεληθώ.
Σημειωτέον ότι η Αϊμά κατά τας ολίγας ημέρας, καθ' ας διέμενεν εν τω μοναστηρίω, είχε συνηθίσει να επιτηδεύηται οπωσούν την γλώσσαν της, και έμαθε να ομιλή άλλως, ή ως ήτο πρότερον συνειθισμένη. Επτά ή οκτώ συνεντεύξεις μετά της Σιξτίνης και μία ή δύο μετά της ηγουμένης ήρκεσαν να μεταδώσωσιν αυτή χροιάν τινα σεμνοτυφίας, ην ουδέ κατ' όψιν εγίνωσκε πρότερον.
Μετά τινας άλλας παρατηρήσεις προσέτι, ας ο χρονογράφος δεν απεμνημόνεσε μετ' ίσης ακριβείας, η Καρμήλη απεχαιρέτισε την Αϊμάν. Αλλά πριν ή εξέλθη, ενεθυμήθη ν' απευθύνη προς αυτήν τελευταίαν τινά συμβουλήν, ην ενόμιζε λίαν επείγουσαν. Εστάθη κρατούσα ημίκλειστον την θύραν, και στραφείσα προς την νέαν τη είπε·
— Μη λησμονήσης να είπης την προσευχήν σου πριν να κοιμηθής. Η
νυξ είνε το μέγα κράτος της αμαρτίας, είνε η κονίστρα του πονηρού δαίμονος. Οι πονηροί λογισμοί ενδύονται σχήμα ελκυστικών ονείρων και παρουσιάζονται καθ' ύπνον εις την ακρατή νεότητα, ψιθυρίζοντες εις τα ώτα αυτής λόγους διεγερτικούς προς την φιληδονίαν. Κλείσον τους οφθαλμούς σου εις τας απατηλάς όψεις, κλείσον τα ώτα σου εις τους ακολάστους ψιθυρισμούς. Ο ύπνος κοιμίζει το πνεύμα και διεγείρει την σάρκα εις την ακάθαρτον επιθυμίαν της ηδονής. Φυλάξου, κόρη μου. &Δεζιδέριουμ γένουιτ πεκκάτουμ, ετ πεκκάτονμ γένουιτ μόρτεμ&. Και απήλθε κλειδώσασα επιμελώς την θύραν. Η Αϊμά έμεινε μόνη εν τη νυκτερινή μοναξία, προς ην είχεν εξοικειωθή, μόνη μετά του νυσταλέου λύχνου, και της επιστολής του Μάχτου, ην δεν ηδύνατο ναναγνώση.