Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 26: Κεφάλαιο 26

Φίλος αντί φίλου.

Την εσπέραν της επιούσης ο Σκούντας και ο Τρανταχτής συνηντήθησαν εις το καπηλείον του μπάρμπα Κατούνα, παρά τον γραφικόν εκείνον αιγιαλόν, όπου ο εμβάτης έπνεεν εισκομίζων εις τους ηδυπαθώς κινουμένους ρώθωνας των δύο φιλοποτών τα θαλάσσια αρώματα, τα τόσον προσφιλή εις τους κατοίκους της παραλίας.

Οι δύο ούτοι αξιέραστοι φίλοι δεν έπασχον εκ ναυτίας, και ηγάπων την υγρότητα του στομάχου και την θαλασσίαν άλμην. Ομολογητέον δε ότι τούτο δεν συνιστά κακώς αυτούς. Ουδέν ευαρεστότερον ουδέ ηδυπαθέστερον της μετακομίσεως δι' ερρύθμως κινουμένου και αρμονικώς έρποντος φορείου, καθ' ον χρόνον ο αστερισμός του Σειρίου, ως λέγει ο θείος Όμηρος, «φέρει πολλόν πυρετόν δειλοίσι βροτοίσιν»· τότε λικνιζόμενός τις υπό του αρμονικού τούτου ρόχθου, ριπιζόμενος υπό της διαπνεούσης αύρας, ουδέν ηδυπαθέστερον του να μετακομίζηται ούτως εις δροσερόν αιγιαλόν, όπου το ευρύ του ορίζοντος, το κυανούν της θαλάσσης και το προκλητικόν της ξένης αηδόνος προσδοκώσι τους απλήστους οφθαλμούς και τας ακορέστους ακοάς, χωρίς μηδεμία τύρβη μηδέ μέριμνα ναντιπερισπά τα αισθητήρια του ψυχαγωγουμένου, χωρίς μηδ' αυτή η σεπτή ανάμνησις της παραχρήμα οιχομένης γενεάς να παρενοχλή την φαντασίαν, μήτε οι τύμβοι των ηρώων ναναπέμπωσι μυστηριώδες παράπονον, μήτε τα αίματα των μαρτύρων να βοώσι. Αλλά προς τι ταύτα;

Ο Τρανταχτής και ο Σκούντας, μηδέν τούτων έχοντες εν νω, εκάθισαν παρά την τράπεζαν του μπάρμπα Κατούνα, και ήρχισαν να πίνωσι και να συνομιλώσιν. Ανεκοίνωσαν δε προς αλλήλους πολλά διαφέροντα άλλως πράγματα, αλλ' ημείς θα παραλείπωμέν τινα χάριν των αναγνωστών, και θα έλθωμεν εις το τέλος της συνδιαλέξεώς των.

— ... Ω διάβολε, είπεν ο Σκούντας, κάτι σα συλλογισμένος φαίνεσαι
απόψε.

— Τίποτε, απήντησεν ο Τρανταχτής.

— Δεν είσαι φίλος, είπεν ο Σκούντας (είχε δε κενώσει ήδη πέντε
ποτήρια επιστεφή). Αν ήσουν φίλος, έπρεπε να μου πης την καρδιά σου, καθώς κάμνω εγώ.

— Διάβολε, αύριον έχω δουλειά.

— Ε, και τι;

— Και δεν αδειάζω.

Ο Σκούντας ουδέν ενόησε.

— Φίλε μου, αυτό πρώτον το είξευρα, μου το είχες ειπεί. Έπειτα,
αφού έχεις δουλειά, το ξεύρω πως δεν αδειάζεις, και αφού δεν αδειάζεις, θα πη πως έχεις δουλειά· ώστε δεν μου λες τίποτε νεώτερον.

— Και νυστάζω, είπεν ο Τρανταχτής τρίβων τους οφθαλμούς.

— Αυτό κάθε μέρα συμβαίνει, ώστε και αυτό δεν είνε νεώτερον.

— Δεν είνε που έχω δουλειά, αλλά είχα δώσει μίαν υπόσχεσιν, και
δεν ειμπορώ να φυλάξω τον λόγον μου.

— Ψυχή μου, αυτό είνε μεγάλο δυστύχημα, παρετήρησεν ο Σκούντας.

— Τω όντι, είπεν ο Τρανταχτής. Και πρώτη φορά μου συμβαίνει.

— Τι κρίμα, είπεν ειρωνικώς ο Σκούντας.

— Και δεν ξεύρεις πόσο κακό είνε να γελάση κανείς δικούς του
ανθρώπους.

— Φίλοι σου λοιπόν είνε αυτοί που θα γελάσης;

— Είνε κάτι περισσότερο, είνε φιλενάδες μου.

— Φιλενάδες σου! μεγάλο θαύμα!

— Βέβαια. Δι' αυτό είμαι λυπημένος

— Και δεν γίνεναι άλλος τρόπος;

— Σαν τι τρόπος;

— Να με διορίσης εμένα αντιπρόσωπό σου, διά να φυλάξω εγώ τον
λόγο σου, αφού δεν ειμπορείς να τον φυλάξης εσύ;

Ο Τρανταχτής εκάγχασεν.

— Έχεις βλέπω μεγάλας απαιτήσεις, είπε.

— Χάριν αν θέλης να σου κάμω, είπεν απαθώς ο Σκούντας, άλλως δεν
ανακατόνομαι.

— Καλά.

— Και θα μου πης τέλος πάντων τι φιλενάδες είνε αυταίς, και ποίου
είδους υπόσχεσιν ταις είχες δώσει;

— Παραιτείσαι από την άλλη απαίτησί σου;

— Ποιάν άλλη;

— Διά να με αντιπροσωπεύσης;

— Ω, αυτό το είπα χωρατά, είπεν ο Σκούντας.

— Να, διάβολε, τι είνε, είπεν ο Τρανταχτής. Αυτό είνε όλο όλο.

Και εκβαλών εκ του θυλακίου του κλείδα νεωστί κατασκευασμένην την έδειξε προς τον ομιλητήν του.

— Αυτό; Και τι είνε αυτό;

— Το βλέπεις, κλειδί είνε.

— Το βλέπω ότι είνε κλειδί, αλλά με αυτό δεν εννοώ τίποτε.

Ο Τρανταχτής έσεισε τους ώμους.

— Διά ποίον σκοπόν είνε αυτό το κλειδί; επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Δι' αυτό δεν ξεύρω ούτ' εγώ.

— Αλλ' όμως ξεύρεις ποιος σου το έδωκε και διά ποίον είνε.

— Α, όσον δι' αυτό, μάλιστα.

— Αυτό σ' ερωτώ κ' εγώ.

— Λοιπόν επιμένεις να το μάθης;

— Αν θέλης να μου το πης.

— Ξεύρεις την γνωριμία μου, την αδελφή Βεάτη;

Ο Σκούντας έκαμε κίνημά τι, ελέγχον συγκίνησιν. Αλλ' όμως προσεποιήθη απάθειαν.

— Πού να την ξεύρω;

— Ξεύρεις το μοναστήρι των γυναικών;

Νέον κίνημα έκαμεν ακουσίως ο Σκούντας.

— Το έχω ακουστά, αλλά δεν υπήγα ποτέ.

— Λοιπόν η Βεάτη, μου είνε γνωστή από τον υποκριτήν εκείνον τον
Δερμίνην, οπού σου είχα διαβάσει το γράμμα του.

— Ποίον Δερμίνην;

— Τον θαλαμηπόλον του καρδιναλίου.

— Ενθυμούμαι.

— Λοιπόν αυτή η Βεάτη μου παρήγγειλε να της κάμω ένα κλειδί.

— Α!

— Και μου έστειλε τον τύπον.

— Εννοώ.

— Λοιπόν το κλειδί είνε αυτό.

— Καλά.

— Και της υποσχέθηκα να της το φέρω αύριον.

— Λοιπόν;

— Λοιπόν, επειδή αύριον έχω εργασίαν, δεν έχω καιρόν να της το
φέρω, και είνε αρκετά μακράν.

Ο Σκούντας εφαίνετο σύννους.

— Τι συλλογίζεσαι; τω είπεν ο Τρανταχτής.

— Τίποτε.

— Πώς σου φαίνεται αυτό το κλειδί; Δεν είνε παράξενο;

— Τι παράξενο; είπεν ο Σκούντας υποκρινόμενος άγνοιαν.

— Πρώτον, διατί να μου το παραγγείλη, εις εμένα, να της το κάμω;

— Αφού είνε γνώριμη, υπέλαβε μετ' επιπλάστου αφελείας ο Σκούντας.

— Και από πότε εις το μοναστήριον έχουν ανάγκην των γνωρίμων του
διά να προμηθευθώσι κλειδιά;

— Δεν ειξεύρω, είπεν ο Σκούντας.

— Δεύτερον, διατί να μου στείλη κήρινον τύπον διά το κλειδί;

— Ποιος ξεύρει, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σκούντας.

— Δεν σου φαίνεται παράξενο;

— Τι να πω κ' εγώ; εσύ μπορεί τα ξεύρης,

Αφότου ήκουσε περί της κλειδός και περί του μοναστηρίου ο Σκούντας, είχε πέσει εις βαθείαν σύννοιαν, ην μάτην προσεπάθει να συγκαλύψη. Φαίνεται ότι εγίνωσκεν ούτος ότι η Αϊμά ευρίσκετο εν τω ειρημένω μοναστηρίω, ο δε Τρανταχτής ηγνόει το πράγμα.

— Και τώρα τι να κάμω εγώ; είπεν ο Τρανταχτής. Έχω εκείνην την
δουλειά όπου ξεύρεις αύριο, και δεν ειμπορώ να πάγω εκεί.

— Τι να σε κάμω! είπεν ο Σκούντας μετ' άκρας απαθείας.

— Δεν θα ήτο άσχημον να εύρισκα μέσον να το στείλω.

— Ειμπορεί να εύρης.

— Ειξεύρεις κανένα;

— Εγώ; όχι, Μα το Ναι.

— Και τι έλεγες πρωτήτερα;

— Διά να πάγω εγώ; Εχωράτευα, είπεν ο Σκούντας.

— Ώστε έχεις και συ δουλειά;

— Δεν πιστεύω, αλλά τι με μέλει;

— Δεν σε μέλει λοιπόν διά την δυσκολίαν του φίλου σου;

— Ποίαν δυσκολίαν;

— Είνε μία δυσκολία αυτό δι' εμέ, είπεν ο Τρανταχτής. Δεν θέλω να
δυσαρεστήσω την Βεάτην.

Ο Σκούντας έσεισε τους ώμους.

— Λοιπόν δεν γίνεται; είπεν ο Τρανταχτής.

— Τι πράγμα;

— Δεν μπορείς να πάγης;

— Πού;

— Εις το μοναστήρι.

— Με τα σωστά σου το λες;

— Δεν είνε τρόπος;

— Ω διάβολε, τρόπος.

— Ώστε θα μ' αφήσης εις την στενοχωρίαν;

— Να ήτο στενοχωρία, ναι. Αλλ' αυτό δεν μου φαίνεται σπουδαίον.

— Δεν σου φαίνεται; Νόστιμον.

— Ας είνε όσον νόστιμον θέλει.

— Ας αφήσωμε τα λόγια, είπεν ο Τρανταχτής. Θα υπάγης;

— Διάβολε! επιμένεις, βλέπω.

— Βέβαια επιμένω. Τόσο χατήρι δεν έχω;

— Τι να σου πω;

— Θα πάγης;

— Εσύ πρέπει να έχης λόγον να επιμένης τόσον, είπε μετά
προσποιήτου ευηθείας ο Σκούντας.

— Λόγον; Ειμπορεί να έχω.

— Και δεν επιμένω να μου τον πης.

— Και να επιμείνης δεν σου λέγω τίποτε τώρα. Άλλην φοράν,
μάλιστα.

— Λοιπόν απαιτείς να πάγω;

— Απαιτώ.

— Θα πάγω τότε, τι να γένη.

— Εύγε, είσαι φίλος, είπεν ο Τρανταχτής. Φίλος διά φίλου σώζεται.

Και τω έδωκε την κλείδα. Ο Σκούντας την έλαβε και την έκρυψεν εις την ζώνην του.

Και ιδού πώς ο Τρανταχτής ενόμισεν ότι &κατάφερε& τον Σκούνταν να τω κάμη την χάριν ταύτην, ενώ ούτος επίστευε πάλιν εν συνειδήσει, ότι αυτός ήτο ο πείσας τον Τρανταχτήν να τον πέμψη εις την αποστολήν ταύτην, και να τω είπη και &ευχαριστώ&.