Το αντικλείδιον.
Και όταν αναλογισθή τις ότι, διά να δώση εις τον Τρέκλαν το μέτριον εκείνο χρηματικόν ποσόν, είχεν αναγκασθή να κλέψη τον θησαυρόν του πατρός του, έγκλημα ού πρώτην φοράν ελάμβανε πείραν! Αλλά τις έπταιεν; Ο Πρωτόγυφτος είχε τρομάξει τόσον εκ της απειλής του εκατοντάρχου, ην δεν είχε σκοπόν εκείνος να εκτελέση, ώστε έγεινεν άφαντος την αυτήν νύκτα, καθ' ην είχε πωλήσει την Αϊμάν. Ουδ' ετόλμησε να επανέλθη εις την καλύβην, όπως λάβη μεθ' εαυτού τον θησαυρόν του. Εσύριξε μόνον μίαν λέξιν εις το ους του Βούγκου, αλλ' ούτος ουδέν ενόησε.
— Αποκάτω από το καμίνι... τρεις πιθαμαίς να μετρήσης... δεξιά
κοντά εις την αγκωνή... εκεί τα έχω. Πάρε τα κ' έλα να μ' εύρης.
Ο Βούγκος εις μάτην έτεινε το ους όπως αντιληφθή την στιγμήν εκείνην, και εις μάτην εβίαζε την μνήμην του τη επαύριον. Η παραγγελία του Γύφτου, σεπτή ως πατρική διαθήκη, έμελλε να μένη εσαεί ανεκτέλεστος, αν ο Μάχτος, όστις είχεν ίσα δικαιώματα επί της υστάτης βουλήσεως του πατρός, δεν ήρχετο τρία βήματα όπισθεν και δεν ήκουε κλοπηδόν τας λέξεις ταύτας: «Αποκάτω από το καμίνι, τρεις πιθαμαίς να μετρήσης, δεξιά, κοντά εις την αγκωνή, εκεί τα έχω. Πάρε τα..,» Τας λέξεις ταύτας εχάραξεν εις την μνήμην του ο Μάχτος βαθέως και ανεξιτήλως, ως διά γλυφίδος. Παρέλιπε δε τον τελευταίον ορισμόν, «... κ' έλα να μ' εύρης», ως μη απευθυνόμενον προσωπικώς προς αυτόν.
Εν τούτοις ο Μάχτος δεν είχε σκοπόν να σφετερισθή τα χρήματα ταύτα, αλλ' έδωκεν έν φλωρίον εις την μητέρα του, έν εις τον αδελφόν του, και αφήσας τα επίλοιπα εις την κρύπτην, έλαβεν αυτός πέντε, ειπών καθ' εαυτόν: «Ένα δι' εμέ τον Μάχτον και τέσσαρα διά την Αϊμάν. Η Αϊμά έχει μεγαλειτέραν ανάγκην. Πρέπει να τα εξοδεύσω διά να την εύρω όπου και αν είναι». Τοιαύτη λοιπόν ήτο η κλοπή του Μάχτου, αν δύναται να χαρακτηρισθή ως κλοπή. Περιπλέον δε δεν εφανέρωσε την κρύπτην ούτε εις την μητέρα ούτε εις τον αδελφόν, αλλά προώριζε τον θησαυρόν να δαπανηθή όλος προς ανεύρεσιν της Αϊμάς, και ό,τι ήθελε περισσεύσει, θα διηρείτο πάντοτε εις τέσσαρα ίσα μέρη, διότι και το μερίδιον του πατρός του επεθύμει να μένη εν τη κρύπτη ανέπαφον. Ούτως έκρινεν εύλογον να εκτελέση την διαθήκην του Γύφτου.
Άπορον είνε πώς είχε κατορθώσει ναντιληφθή την παραγγελίαν ταύτην και να τηρήση αυτήν εις την μνήμην του. Διότι την στιγμήν εκείνην, ως ενθυμούνται οι αναγνώσται, πάντα τα πρόσωπα της σκηνής, και ιδία ο Μάχτος, διετέλουν εν μεγίστη ταραχή και παραζάλη. Αλλ' ακριβώς την στιγμήν καθ' ην ο εκατόνταρχος μετά των υπ' αυτόν ανδρών απήγαγον την Αϊμάν, ο Πρωτόγυφτος, τρέμων εκ της απειλής ην είχεν ακούσει, εστράφη προς τον Βούγκον και είπε τας ανωτέρω παρατεθείσας λέξεις, ο δε Μάχτος ηδυνήθη να τας ακούση ως εν ονείρω κατ' αρχάς, και επί πολύ εβόμβουν εις τα ώτα του χωρίς να εννοή τίνα έννοιαν είχον. Τη επιούση όμως αι λέξεις αύται ήλθον εις την μνήμην του εναργέστεραι, και τότε κατώρθωσε να τας εννοήση. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην ηκολούθησε την Αϊμάν απαγομένην, και κατόπιν αυτού ήρχετο ο Σκούντας.
Αδύνατον να φαντασθή τις την ταραχήν, την αγωνίαν, την απόγνωσιν του δυστυχούς νέου. Απεπειράθη δις ναναβή εις τον οίκον εκείνον, αλλά δις απεκρούσθη υπό του φυλάττοντος φρουρού, όστις τον εσκόπευσε με το τόξον του και τον ηπείλει ότι ήθελε τον φονεύση.
— Σκότωσέ με, έκραξεν ο Μάχτος· τούτο θα είνε το καλλίτερον.
— Φεύγ' απ' εδώ, τω έκραξεν οικτείρας αυτόν ο φρουρός.
Ο Μάχτος απεφάσισε να μείνη εκεί μέχρι της πρωίας, όπως ίδη, τι έμελλε ναπογείνη. Εκάθισεν επί λίθου αντικρύ το φρουρού και δεν εσάλευεν. Όσον διά τον Σκούνταν, ούτος ίστατο μακρόθεν εις το σκότος και δεν εσκέπτετο να πλησιάση.
Ο φρουρός, ιδών την παράδοξον επιμονήν του Μάχτου, επλησίασε και τω είπε·
— Τι θέλεις; Δεν μου λες;
Ο Μάχτος απεπειράθη να λαλήση, αλλά τα δάκρυα έπνιξαν την φωνήν του. Ο στρατιώτης τον ελυπήθη έτι μάλλον.
— Ησύχασε, και ειπέ μου, ποίον ζητείς; τον ηρώτησε.
— Την Αϊμάν, την αδελφήν μου, είπε μετά πάθους ο Μάχτος.
— Την αδελφήν σου; εκείνη η νέα είνε αδελφή σου;
— Ω, ναι.
— Και διατί σου την επήραν; Δεν μου λες;
— Ειξεύρω κ' εγώ; Αυτό ήθελα να σ' ερωτήσω.
— Και πού θα την φέρουν;
— Δεν ειξεύρω.
— Κλαίεις βλέπω. Είσαι δυστυχής;
— Πολύ δυστυχής.
— Ειμπορεί κανείς να κλαίη τόσον;...
— Ω, αχ, έκαμεν ο Μάχτος.
— Διά μίαν αδελφήν; επανέλαβεν ο φρουρός.
— Ναι, δι' αδελφήν, είπεν ο Μάχτος.
— Σε λυπούμαι, φίλε μου, είπεν ο φρουρός. Και εκινήθη όπως
απομακρυνθή.
Ο Μάχτος τον εκράτησεν εκ της χειρίδος του χιτώνος.
— Στάσου, είπε.
— Τι θέλεις;
— Ειξεύρεις πού θα την πάγουν; ηρώτησεν ο Μάχτος, λησμονήσας ότι
την αυτήν ερώτησιν απηύθυνεν αρτίως ο φρουρός προς αυτόν.
— Δεν ξεύρω, φίλε μου.
— Πού την έχουν τώρα;
— Είν' εκεί, είπεν ο φρουρός δείξας έν παράθυρον.
— Και ποίοι είν' εκεί μέσα; στρατιώται;
— Πώς στρατιώται; Αυτό είνε η κατοικία του αρχηγού μας. Ιδού ο
στρατών μας πού είνε, προσέθηκε δείξας αριστερόθεν έτερον χαμηλότερον οικοδόμημα συνεχόμενον με την οικίαν.
— Και ο αρχηγός σας, επανέλαβεν ο Μάχτος, τι άνθρωπος είνε;
— Δεν τον είδες; είνε πολύ καλός άνθρωπος, είπεν ο στρατιώτης.
— Και κατοικεί εδώ επάνω μόνος του; επανέλαβε μετά δισταγμού ο
Μάχτος.
— Πώς μόνος του; έχει την οικογένειάν του.
— Α, έχει γυναίκα και παιδιά; είπεν ο Μάχτος ανακουφισθείς.
— Βέβαια.
— Και κατοικούν επάνω εδώ;
— Εννοείται.
Ο Μάχτος εξέπεμψε στεναγμόν και παρηγορήθη.
— Ώστε τώρα η Αϊμά θα είνε με την γυναίκα του;
— Βέβαια, πιστεύω. Α, όσον διά τούτο, (προσέθηκεν ο φρουρός,
εννοήσας ήδη την αγωνίαν του Μάχτου), μην έχης κανένα φόβον. Ο αρχηγός μας είνε πολύ τίμιος άνθρωπος. Και η γυναίκα του είνε καλής ψυχής.
— Σ' ευχαριστώ, είπεν ο Μάχτος.
Και ο φρουρός απεμακρύνθη.
Εν τούτοις ο Μάχτος έμεινε καρτερικώς μέχρι της πρωίας εις την θέσιν του. Ότε ανέτειλεν η ημέρα, ο αυτός φρουρός, αφού αντικατασταθείς εκοιμήθη και εξηγέρθη, τον είδε, τον ανεγνώρισε και τω είπεν·
— Ακόμα εδώ είσαι;
— Έφυγα, απήντησεν ο νέος, και πάλιν ήλθα. Είπε δε τούτο
συστελλόμενος να είπη την αλήθειαν, ήτις θα εφαίνετο αλλόκοτος εις πάντα άνθρωπον.
Παρήλθεν ολίγος χρόνος, και ο φρουρός ηναγκάσθη να τω είπη φιλικώς·
— Τώρα δεν ειμπορείς να μένης εδώ, καθώς έμεινες την νύκτα, διότι
είνε σταθμός, και θα σου το απαγορεύσουν. Πήγαινε, και σου υπόσχομαι, ό,τι μάθω, να σου το είπω διά την αδελφήν σου.
— Θα την μεταφέρουν απ' εδώ σήμερον;
— Τίποτε δεν ξεύρω, αλλ' όπου και αν την μεταφέρουν, θα το μάθω,
και συ θα το μάθης απ' εμέ.
Ο Μάχτος τω εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του και απεμακρύνθη.
Εν τούτοις δεν απήλθε πόρρω, αλλά κατέλαβε την πρώτην τρίοδον, δι' ης έμελλε να διέλθη πάσα συνοδεία μέλλουσα τυχόν να εξέλθη διά της κώμης, και εκεί έμεινε παραμονεύων επί μακράς ώρας.
Την ημέραν εκείνην ουδέν νεώτερον συνέβη. Η Αϊμά έμεινε βεβαίως εν τη οικία του εκατοντάρχου. Την επομένην νύκτα ο Μάχτος ενδούς εις τον τοσούτον κάματον, έκλεισε τους οφθαλμούς εις τον ύπνον και απεκοιμήθη παρά την οδόν, όπου έμενεν ενεδρεύων. Τότε δ' εν μέσω του ύπνου του τω εφάνη ότι ήκουσε βήματα ίππων και ανθρώπων και θόρυβόν τινα· προσεπάθησεν εν υπνοβασία διατελών να εγερθή, αλλά τα καταπεπονημένα μέλη του δεν εκινήθησαν. Εστέναξε και έμεινεν υπό τον σιδηρούν κλοιόν του ύπνου. Ότε μετά τινας ώρας ανηγέρθη, ανεπόλησε συγκεχυμένως τον θόρυβον, ον είχεν ακούσει εν τω ύπνω του, και επείσθη ότι δεν ήτο όνειρον. Βεβαίως απήγον την Αϊμάν εις τον τόπον τον προορισθέντα δι' αυτήν.
Την πρωίαν έσπευσε να εύρη τον αγαθόν εκείνον στρατιώτην και έμαθε παρ' αυτού ότι τω όντι η Αϊμά είχεν αναχωρήσει μετά των απαγωγέων της. Ουδέν πλέον εγίνωσκεν ο φρουρός, αλλ' υπεσχέθη ότι, αν εμάνθανέ τι, έμελλε να τω το ανακοινώση.
Παρήλθον δύο ή τρεις ημέραι. Ο Μάχτος επεσκέπετο καθ' εκάστην τον στρατιωτικόν σταθμόν. Εν δε τω χαλκείω κατήφεια και θλίψις επεκράτει. Ο Πρωτόγυφτος είχε γείνει άφαντος. Η μαστόρισσα ήτο απαρηγόρητος διά την αφάνειαν ταύτην, ως και διά την αναχώρησιν της Αϊμάς, ης δεν ενόει το κέρδος και τον σκοπόν.
Τέλος την τετάρτην ημέραν, ο φρουρός κατώρθωσε να πληροφορηθή ότι η Αϊμά ευρίσκετο εις το μοναστήριον, και μετέδωκε την πληροφορίαν ταύτην προς τον Μάχτον. Ο Μάχτος διά νυκτός επορεύθη εις το μέρος εκείνο, κατώπτευσε τα τείχη του οικοδομήματος, και συνέλαβε το παράβολον εκείνο σχέδιον, ου την εκτέλεσιν είδομεν ότι ήρχισεν. Αλλά πριν ή αρχίση, ήλθε την ημέραν και απεπειράθη να εισέλθη εις το μοναστήριον. Ο θυρωρός τω απηγόρευσεν αποτόμως την είσοδον, λέγων αυτώ ότι ουδείς άρρην ηδύνατο να πλησιάση εκείσε. Ηρνήθη δε και να δώση αυτώ πληροφορίαν τινά, εξ όσων εζήτει ούτος. Τότε κατέφυγεν εις την απεγνωσμένην εκείνην απόπειραν. Κατ' αρχάς εζήτησε να μεταφέρη ή να κατασκευάση προχείρως κλίμακα, όπως αναβή το τείχος. Αλλά πού να εύρη τόσον υψηλήν κλίμακα, και πόθεν ηδύνατο να την πορισθή, ή πόθεν να την μεταφέρη; Είτα εδοκίμασε το ικανώς αλλόκοτον εκείνο μέσον, της βαθμιαίας διατρήσεως και αναρριχήσεως του τείχους. Ευρίσκετο δε ήδη εις την τρίτην νύκτα, και η εργασία δεν προέβαινε πόρρω, καθ' ην εσπέραν συνήντησε τον Τρέκλαν και εγνωρίσθη μετ' αυτού. Τότε εκών άκων ανεπαύθη εις τας πληροφορίας, ας περιέμενε παρ' αυτού, και μάλλον τω επέβαλλε να τω τας δώση, παραγόμενος υπό των ελπίδων του, ή όσον εκείνος απηγγέλλετο αυθορμήτως να τω παράσχη ταύτας. Την επανατείλασαν πρωίαν επανήλθεν ο Μάχτος εις την καλύβην ησυχότερος, και εκοιμήθη μέχρι της μεσημβρίας, όπως συνείθιζεν, αφ' ου χρόνου είχε καταλάβει αυτόν η φοβερά αϋπνία. Ότε δε αφυπνίσθη, άνθρωπός τις ενεφανίσθη ενώπιον αυτού.
Τους χαρακτήρας του ανθρώπου τούτου ανεγνώριζεν ο Μάχτος, αλλά το όνομά του δεν εγίνωσκεν, ουδ' ανεμιμνήσκετο πού τον είχεν ιδεί. Ήτο δε ούτος ο Τρανταχτής, ο φίλος του Σκούντα, και γνώριμος ημών εκ του καπηλείου του Κατούνα.
— Φίλε μου, τω είπε, δουλεύεις τώρα εδώ, ή όχι;
— Δουλεύω, απήντησε συστελλόμενος ο Μάχτος, αν και από της ημέρας
καθ' ην απήγαγον την Αϊμάν δεν είχεν εγγίσει την σφύραν.
— Και τι δουλειαίς κάμνεις;
— Δουλειαίς της τέχνης μου, απήντησεν ο Μάχτος.
— Κάμνεις ψιλή δουλειά;
— Κάμνω βέβαια, απήντησεν φιλοτιμούμενος ο νεαρός Γύφτος.
— Ειμπορείς· να μου φτιάσης ένα κλειδί, όπου μου έπεσε 'στόν
δρόμο και το έχασα;
Ο Μάχτος εδίστασεν. Είνε αληθές ότι ποτέ δεν είχε κατασκευάσει κλειδίον. Αλλ' όμως η φιλαυτία του υπερίσχυσε, και είπε·
— Σαν να 'μπορώ, μου φαίνεται.
— Σου φαίνεται;
— Ειμπορώ χωρίς άλλο, απήντησεν οριστικώς ο νέος.
— Τότε λάβε αυτό.
Ο Τρανταχτής μετά τινος ενδοιασμού τω έδωκε τύπον πεπλασμένον εκ κηρού, παριστώντα το σχήμα του πτερυγίου της κλειδός. Όπως δε μη διαπορήση ο Μάχτος, έσπευσε να προσθέση·
— Δεν είχα σύνεργα διά να ξεκαρφώσω την κλειδωνιά, να σου την
φέρω, και το σπίτι μου είνε μακρυά απ' εδώ, και δεν θέλω να σου δώσω κόπον να έλθης ο ίδιος. Δι' αυτό επήρα μοναχός μου τον τύπον με το κερί. Και όποιος με ιδή, προσέθηκε μειδιών βεβιασμένως, θα νομίση ότι θέλω να κάμω κανένα αντικλείδι.
— Ο τεχνίτης δεν ανακανόνεται σ' αυτά, απήντησεν υπερηφάνως ο
Μάχτος. Μου δίδεις εργασίαν, θα σου την κάμω· δεν ξεύρω εγώ τίποτε πλειότερο.
— Ευχαριστώ, είπεν ο Τρανταχτής δάκνων τα χείλη. Και τι θα σου
δώσω διά τον κόπον σου;
— Ό,τι ευχαριστείσαι, απήντησεν ο Μάχτος.
— Και πότε θα είνε έτοιμο;
— Αύριον το μεσημέρι χωρίς άλλο.
Ο Μάχτος συνέλαβε κατ' αρχάς ιδέαν εγκληματικήν. Εφαντάσθη να κατασκευάση δυο κλείδας, και την μεν να δώση εις τον εντολέα, την δε να κρατήση δι' εαυτόν. Αλλ' όμως προς τι τούτο; Πόθεν ηδύνατο να υποπτεύση ότι προύκειτο περί της Αϊμάς;
Ο Τρανταχτής αποχαιρετίσας αυτόν απήλθε.