Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 24: Κεφάλαιο 24

Τα έργα της νυκτός.

Την στιγμήν καθ' ην ανεγινώσκετο ο Άμωμος εν τω ναώ, σκηνή τις αξία περιγραφής συνέβαινεν εκτός των τειχών του μοναστηρίου. Άνθρωπός τις ελθών, ως εφαίνετο, μακρόθεν, βαδίζων ακροποδητί, έρπων μάλλον εντός του σκότους, επλησίασεν εις την μεσημβρινήν πλευράν της οικοδομής, την χθαμαλωτέραν, και ηρεύνησε μεταξύ των θάμνων, ως να εζήτει να εύρη τι, όπερ είχε κρύψει εις το αυτό μέρος. Δεν εδυσκολεύθη δε να εύρη το ζητούμενον. Εφαίνετο ότι έπραττε τα πάντα μετ' ευχερείας, και βεβαίως δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην εξετέλει την νυκτερινήν ταύτην κατόπτευσιν.

Εκείνο όπερ ανεύρεν ήτο σιδηρούν εργαλείον, ου το σχήμα δεν διεκρίνετο καλώς εις το σκότος. Προσέτι δύο ξύλα και μία σανίς. Λαβών αυτά επλησίασεν εις τον τοίχον. Έκυψε και ψηλαφήσας επί στιγμήν, αφήρεσεν εκ του τοίχου ένα λίθον εις ύψος μέχρι της οσφύος ανθρωπίνου αναστήματος· είτα υψώσας την χείρα αφήρεσε δύο προσέτι λίθους εις ύψος υπέρ την κεφαλήν του. Οι λίθοι ούτοι εις μεν τον αγύμναστον οφθαλμόν εφαίνοντο καλώς προσηρμοσμένοι εις τον τοίχον, αλλ' αν προσεκτικώς παρετήρει τις, ήθελεν ανακαλύψει ότι είχον αποσπασθή πρότερον δι' επιπόνου εργασίας εκ του συνόλου, και είχον τεθή εκεί προσκαίρως όπως απατώσι τον οφθαλμόν. Εσχηματίσθησαν ούτω τρεις οπαί εν τω τοίχω. Ο άνθρωπος έλαβε τα εργαλεία του, επάτησε στερρώς επί της κατωτέρας οπής και στηριχθείς επί του τοίχου εισήγαγεν εις τας δύο υψηλοτέρας οπάς τα δύο ξύλα, και έθηκεν επ' αυτών την σανίδα. Αφού δ' εστερέωσε το σύνολον, ανερριχήθη τολμηρώς και μετ' ευκινησίας εις τα άνω, και επάτησε τον πόδα επί του ούτω σχηματισθέντος ικρίου. Έπειτα σταθείς όρθιος, έλαβε το εργαλείον του, όπερ ήτο βαρεία σφύρα, και ήρχισε να κτυπά ηρέμα, βραδέως και κανονικώς τους λίθους, έχων βεβαίως σκοπόν ν' ανοίξη εις το ανώτερον μέρος και άλλην ρωγμήν, ως εκείνας ας είχεν ορύξει ήδη.

Επί μακράς ώρας εξετέλει ήδη την εργασίαν ταύτην. Εφαίνετο ακάματος. Ησθάνετο ότι ο σκοπός του ενίσχυεν αυτόν εις τον παράδοξον τούτον κόπον. Πας λίθος αφαιρούμενος εκ της οικοδομής ταύτης ήτο λίθος προστιθέμενος εις άλλην οικοδομήν, ίσως φαντασιώδη, ην ησχολείτο κατασκευάζων ο νυκτερινός ούτος εργάτης. Ότε περί το μεσονύκτιον ήκουσε κρουομένους τους βαρείς κώδωνας, τους καλούντας τας μοναχάς εις την προσευχήν, η χειρ του αυτομάτως επέσχε, και το στόμα του εψιθύρισε·

— Τόσον γρήγορα!

Από τριών ήδη ωρών ευρίσκετο εις το επίπονον τούτο έργον. Αλλ' εις τον άνθρωπον τούτον εφαίνετο βραχύς ο χρόνος ούτος, ως να μη ήτο κόπος αλλ' ηδονή εκείνο εις ό ησχολείτο.

Και έμεινεν επί τινα χρόνον διστάζων αν έπρεπε να εξακολουθήση το έργον του ή να καταβή και να απέλθη εκείθεν. Διότι οι κώδωνες τω επροξένουν φόβον. Μετά τους κώδωνας θα ηγείροντο αι μοναχαί, θα διέβαινον διά του διαδρόμου, θα συνέρρεον εις τον ναόν, και ήτο δυνατόν ν' ακούση τις αυτόν τον κρότον της σφύρας, ως επίστευεν ο άνθρωπος ούτος, ή και να προκύψη διά τινος θυρίδος να τον ίδη ασχολούμενον εις την ύποπτον εκείνην επιχείρησιν. Εκάθισεν ολίγον επί της σανίδος του, όπως αναπαυθή, και εσκέπτετο τι να κάμη. Τέλος εφάνη ως να απεφάσισε τι, και έκαμε κίνημα όμοιον με το του υπνηλού του παλαίοντος με τα όνειρά του. Ανωρθώθη δε πάλιν και επανέλαβε το έργον του.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, καθ' ην αντήχησεν η τελευταία δόνησις του μεγάλου κώδωνος, όστις τελευταίος εκρούσθη μετά το σιδηρούν σήμαντρον και τους μικρούς κώδωνας, υλακή κυνός ηκούσθη, απαντώσα εις τον εκπνέοντα βαρύγδουπον κρότον. Ο νυκτερινός αναρριχητής εθορυβήθη πλειότερον εκ της υλακής ταύτης ή εκ του ήχου των κωδώνων. Εστράφη εξ αυτομάτου προς το μέρος όθεν ήρχετο ο γρυσμός του κυνός. Μετ' αυτόν επηκολούθησε και δευτέρα υλακή, και είτα τρίτη.

Ο ικριοπηγός, περίφοβος, ητένιζε προς το μέρος εκείνο, προσπαθών να διακρίνη πού ήτο ο κύων. Αλλ' ουδέν έβλεπε μεταξύ των θάμνων. Ήκουσε μόνον θρουν σειομένων φύλλων, και ενόμισεν ότι τούτο επροξένει το βήμα του κυνός. Ο τοιχοβάτης εσκέφθη ότι, αν κατέβαινε, θα ήτο ίσως χειρότερον, και προσεπάθει να κολλήση επί του τοίχου, όπως μη τον ίδωσιν, αν ήσαν άνθρωποι.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ο κύων επλησίασεν, υλακτών θορυβωδώς, εις τον τοίχον. Ο άνθρωπος εκείνος εφοβήθη τότε πολύ. Ήτο πρόδηλον ότι ο κύων δεν ηλάκτει άνευ αφορμής, αλλά τον είχεν ιδεί. Συγχρόνως ηκούσθη φωνή ανθρώπου κράζουσα·

— Σιούτ, Χόμο! εδώ, Χόμο!

Ο Χόμο δεν υπήκουσεν, αλλ' εξηκολούθει να υλακτή.

— Εδώ, Χόμο! επανανέλαβεν η φωνή.

Ήτο ο Τρέκλας, όστις εκοιμάτο υπαίθριος εν μέσω των θάμνων, διότι το είδος τούτο της δροσεράς κλίνης τω ήρεσκεν, ως γνωστόν. Ούτος δεν είδεν ούτε τον τοιχωρύχον, καθ' ου ωρύετο απειλητικώς ο Χόμο, ούτε το ίκριον, όπερ είχε πήξει, ουδ' ήκουσε τον κρότον της σφύρας του· ώστε οι φόβοι τούτου ήσαν υπερβολικοί. Και όμως δεν έχασε καιρόν, αλλ' επήδησεν εκ της σανίδος, εφ' ης επάτει, και ευρέθη εις το έδαφος μετά της σφύρας του. Απέσπασε τα τρία ξύλα, έβαλε τους λίθους εις τας θέσεις των, και ητοιμάζετο να φύγη. Τούτο ήτο παράδοξον μίγμα φόβου και αφοβίας, αλλ' όμως είνε αληθές. Διότι αμφότερα ένα είχον λόγον, το να μη αποτύχη ο σκοπός του. Ο άγνωστος δεν εφοβήθη υπέρ εαυτού, αλλά χάριν του σκοπού του. Ο κύων, ότε τον είδε πηδήσαντα αποτόμως, υπεχώρησε βήματά τινα, αλλ' είτα επανήλθεν εις την έφοδον. Ο άνθρωπος τον ηπείλησε με τα ξύλα, ά εκράτει, και απεμακρύνθη ο Χόμο, αλλά χωρίς να παύση να υλακτή. Συγχρόνως δε ηκούετο και η φωνή του Τρέκλα κράζοντος·

— Εδώ, Χόμο! Δεν ακούς;

Ο ξένος δεν έβλεπεν άνθρωπον, αλλ' όμως το φοβερώτερον είνε ν' ακούης ανθρωπίνην φωνήν και άνθρωπον να μη βλέπης. Ητοιμάζετο ήδη να τραπή εις φυγήν, αφού έκρυψε τα εργαλεία του εις τον αυτόν θάμνον, οπόθεν τα είχε λάβει.

Ο Τρέκλας δεν είχεν ακούσει ούτε τον μονότονον κρότον της σφύρας επί των λίθων, ούτε τον δούπον του πηδήματος του ικριοβάτου. Αλλά παραδόξως, φαίνεται, διότι τώρα μόλις είχεν εντελώς αφυπνισθή, ήκουσε τον άλλον τούτον κρότον, τον θρουν ον έκαμεν ο ξένος όπως κρύψη υπό το φύλλωμα τα εργαλεία του.

Ο Τρέκλας ήτο εξηπλωμένος περαιτέρω επί χθαμαλωτέρου εδάφους, απέχοντος περί τα εκατόν βήματα από του μέρους ένθα απέθηκε τα εργαλεία του ο άνθρωπος. Ήκουσε τον θρουν, είδε την σκιάν του ξένου, και αυτομάτως ανεσηκώθη.

— Ποίος είνε; είπεν.

Αλλά παραχρήμα εμαζεύθη πάλιν υπό την κάπαν του και εμουρμούρισεν·

— Αν είνε κλέφτης, τόσο χειρότερα! Τι με μέλει εμέ να ανακατωθώ;
Δεν σου τα έλεγα, Χόμο;

— Γωύ! απήντησεν ο Χόμο περιφρονητικώς.

Ο ξένος έκαμε κίνημά τι και ανέσυρεν εγχειρίδιόν τι εκ της ζώνης του.

— Ποίος είν' εκεί; έκραξεν.

Ο Τρέκλας είχε προβάλει μίαν στιγμήν την κατατομήν του διά μέσου του σκότους, και είτα κατέστη αφανέστερος ή πρότερον. Αλλ' ο ξένος νομίσας ότι ήτο ενέδρα, ησθάνθη εν εαυτώ πολύ θάρρος, και διευθύνθη αποφασιστικώς προς το μέρος όπου εκοιμάτο ο Τρέκλας. Ο Χόμο παρηκολούθει εκβάλλων σφοδρούς γαυγισμούς.

— Ποίος είσαι; είπεν ο ξένος, αφού μετ' ολίγους διασκελισμούς
έφθασεν εις το λίκνον του Τρέκλα.

Ούτος δε, μη έχων άλλο καταφύγιον, παρεκάλει ήδη την Αγίαν Περπέτουαν να κάμη το θαύμα της, και να τον αποκρύψη από των όψεων του ξένου. Εν τω μεταξύ υπεκρίνετο ότι ήτο νεκρός, και εγκορδυληθείς μέχρι της κορυφής συνείχε την αναπνοήν και έμενεν ακίνητος.

Αλλ' ο ξένος δεν ηρκέσθη εις το δείγμα τούτο της νεκροφανείας και ηθέλησε να ψαύση τον Τρέκλαν ίνα βεβαιωθή ότι ήτο πράγματι νεκρός. Διά σφοδρού κινήματος απελάκτισε την καπόταν, ήτις εσκέπαζε τον Τρέκλαν, και είδε τότε άνθρωπον συμμαζευμένον εν σχήματι καραβίδος ή τολύπης, όστις ήτο θερμός και έζη. Ο ξένος επανέλαβε την ερώτησίν του·

— Ποίος είσαι;

— Είμαι φτωχός άνθρωπος, απήντησε διά κλαυθμηράς φωνής ο Τρέκλας,
ιδών ότι δεν ηδύνατο του λοιπού να υποκρίνεται τον νεκρόν.

— Και τι κάμνεις εδώ;

— Κοιμάμαι, απήντησεν αστείως ο Τρέκλας.

— Πώς ευρέθης εδώ, τέτοιαν ώραν;

— Εδώ έτυχε να νυκτωθώ, απήντησεν ψευδόμενος ο Τρέκλας.

— Μήπως είσαι υπηρέτης του μοναστηρίου;

— Είμαι κηπουρός.

— Λοιπόν εδώ κάθεσαι, και μη λέγης ότι έτυχες.

— Εδώ κάθομαι, σωστά, απήντησεν ο Τρέκλας.

— Και πρωτήτερα δεν με είδες;

— Δεν σε είδα.

— Διατί εκρύβης;

— Δεν εκρύφθηκα.

— Είσαι πολλήν ώραν εδώ;

— Τώρα ήλθα.

— Λοιπόν δεν με είδες εκεί;

— Κοιμώμουνα.

— Εκοιμώσουν; Και λες ότι ήλθες τώρα;

— Έχω ώραν εδώ.

— Πόσην ώραν;

— Αποβραδής εδώ είμαι.

— Λοιπόν θα με είδες εκεί; είπε μετά δισταγμού ο ξένος, δείξας
τον τοίχον.

— Σε είδα, είπεν ο Τρέκλας.

— Ω διάβολε! χιλίων ειδών λόγια μου λες. Με είδες ή δεν με είδες;

— Σε είδα... δεν σε είδα... είπε διστάζων ο Τρέκλας.

— Με είδες, δεν με είδες;

— Δεν σε είδα, είπε τέλος ο Τρέκλας.

— Λοιπόν εκοιμάσο;

— Τώρα ήλθα.

— Πρωτήτερα έλεγες ότι εκοιμάσο.

— Εκοιμώμουν, είπεν ο Τρέκλας.

— Αλλ' αφού ήλθες τώρα, πώς γίνεται να εκοιμάσο; Ή μην ήλθες
κοιμώμενος;

— Ναι, αυτό είνε, είπεν ο Τρέκλας.

— Μη μ' εμπαίζης, είπεν οργισθείς ο ξένος. Το βλέπεις αυτό; Και
ήστραψεν εις το σκότος η λεπίς του εγχειριδίου.

— Δεν σε είδα, αφέντη, είπε τρέμων ο Τρέκλας. Τώρα ήλθα. Φταίγω
εγώ; εκοιμώμουν και δεν σε είδα.

— Θα ομιλήσης σωστά; είπεν ο ξένος. Θα σε τρυπήσω τώρα μ' αυτό.

— Ω, αφέντη, ξεύρω κεγώ; Διατί μ' ερωτάς; Τι θέλεις από εμέ; Δεν
έχω χρήματα.

— Δεν θέλω εγώ χρήματα. Μ' επήρες διά κλέπτην;

— Εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος, επανέλαβεν ο Τρέκλας.

Ο ανωτέρω διάλογος εποικίλλετο υπό των υλακών του Χόμο, όστις δεν έδειξε δειλίαν εις την περίστασιν ταύτην. Ως εννοεί ο αναγνώστης, το δύσκολον της συνεννοήσεως των δύο τούτων ανθρώπων προήλθεν εκ του αμοιβαίου φόβου, ον είχον προς αλλήλους. Ο μεν ξένος εφοβείτο υπέρ του σκοπού του, ο δε Τρέκλας υπέρ του δέρματός του. Ο μεν υπώπτευεν ότι ο Τρέκλας τον είχεν ιδεί, εκτελούντα την νυκτερινήν εκείνην εργασίαν, και επεθύμει να βεβαιωθή περί τούτου, ο δε Τρέκλας ουδόλως τον είχεν ιδεί, και ηγνόει τους σκοπούς του ξένου, όθεν δεν είξευρε τι ήτο αρεστόν αυτώ να τω είπη, το ψεύδος ή η αλήθεια. Εν τούτοις εκ της τελευταίας φράσεως του Τρέκλα ο ξένος εσχημάτισεν ιδέαν τινά. Αφού έλεγε κατά κόρον ότι ήτο πτωχός, ίσως επεθύμει να κερδήση χρήματα.

— Είσαι πτωχός, είπες;

— Φτωχός... καθώς ο διάβολος, εψέλλισεν ο Τρέκλας.

— Και θέλεις χρήματα;

— Χρήματα; Ποιος τα έχασε;

— Ορκίσου ένα πράγμα.

— Τι;

— Ότι δεν με είδες εκεί, είπεν αύθις μυστηριωδώς ο ξένος, και ότι
δεν είσαι βαλμένος να μου πης ψέμματα.

Ότε επρόφερε μεγαλοφώνως την τελευταίαν φράσιν ο ξένος, ήχησεν αύτη παραδόξως, ως ειρωνεία, εις το ους αυτού. Ενόσω εσκέπτετο ενδιαθέτως τούτο, εφαίνετο αυτώ πιθανόν, αλλ' ότε το εξέφρασε, τω εφάνη γελοίον, και είπε καθ' εαυτόν: Να είνε βαλμένος; Και ποιος είμαι εγώ διά να φροντίζουν δι' εμέ, να με κατασκοπεύουν; Ποίος ενδιαφέρεται διά τον δυστυχή εμέ; Και εστέναξεν. Εκ της σκέψεως ταύτης απέβαλε πάσαν υπόνοιαν, και επίστευσε του λοιπού εις την αθωότητα του Τρέκλα.

— Άκουσε, τω είπεν είσαι κηπουρός;

— Ναι.

— Και υπηρετείς το μοναστήρι;

— Ναι.

— Με μισθόν;

— Ε!... ας πω πως μου δίνουν και μισθόν, είπε σαρκαστικώς ο
Τρέκλας.

— Λοιπόν δεν είσαι ευχαριστημένος;

— Ευχαριστημένος; ναι. Πλέκω όλην την ημέραν κοφίνια και ο Χόμο
μου κάμνει συντροφιά.

— Ποιος είνε ο Χόμο;

— Ο Χόμο είνε ο σκύλος μου, αυτός εδώ που σε γαυγίζει. Σιούτ,
Χόμο.

— Και ειμπορείς να μου κάμης μίαν εκδούλευσιν; επανέλαβεν ο
ξένος.

— Εκδούλευσιν, βέβαια.

— Ειξεύρεις να μου πης ένα πράγμα που θα σ' ερωτήσω;

— Ερώτησέ με πρώτα, και ύστερα θα σου αποκριθώ.

— Είδες εις αυτό το μοναστήρι τίποτε αυτάς τας ημέρας;

— Τι τίποτε;

— Είδες μίαν νέαν που την έφεραν εδώ μέσα;

— Νέαις είνε πολλαίς εδώ μέσα, είπεν ο Τρέκλας παρωδών.

— Δεν σ' ερωτώ δι' αυταίς που είνε εξ αρχής. Καμμίαν ξένην είδες;

— Μου φαίνεται.

— Την είδες λοιπόν;

— Δεν ενθυμούμαι καλά.

— Είνε ολίγαις ημέραις, δεν είν' έτσι;

— Σαν να μου φαίνεται.

— Και αυτή ευρίσκεται ακόμη εις το μοναστήρι;

— Πιστεύω.

— Εμβαίνεις μέσα κάθε μέρα;

— Κάθε μήνα.

— Θα την έχουν κλεισμένην, βέβαια.

— Κλεισμένην;

— Δεν θα την ξαναείδες από την πρώτην φοράν.

— Προτού να την ιδώ δεν την είχα ιδεί, είπεν ο Τρέκλας.

— Και δεν την βλέπεις, όταν πηγαίνης μέσα εις το μοναστήρι;

— Βέβαια, δεν την βλέπω.

— Αλλά δεν έμαθες τίποτε δι' αυτήν;

— Δεν έμαθα.

Αν και του Τρέκλα αι απαντήσεις είχον διφορουμένην έννοιαν, ουχ ήττον ο ξένος επέμενεν εις τας ερωτήσεις του. Εφαίνετο δε τοσούτον έκδοτος εις το πάθος, υφ' ου κατείχετο, ώστε δεν ενόει το σκαιόν και ύπουλον των απαντήσεων εκείνων. Αφού δ' εσκέφθη επί τινα χρόνον, είπε μετά συγκεκινημένης φωνής·

— Άκουσε, φίλε μου· αν ήθελες να μου κάμης μίαν χάριν, ειμπορώ να
σου την πληρώσω όσον ακριβά θέλεις. Ειμπορείς να μου πης προς ποίον μέρος είνε το δωμάτων, όπου την έχουν φυλακωμένην;

Ο Τρέκλας έδειξε τυχαίως την μίαν πλευράν της οικοδομής, χωρίς να ειξεύρη αν έλεγεν άλήθειαν ή όχι.

— Εκεί είνε, είπε.

— Και έχει παράθυρον προς τα έξω το δωμάτων της;

— Δεν ξεύρω.

— Πώς δεν ξεύρεις; Αφού το μέρος σου είνε γνωστόν.

— Ποιος σου είπε πως μου είνε γνωστόν;

— Εσύ το είπες.

— Εγώ;

— Αλλά μ' εμπαίζεις, φίλε μου, είπεν ο ξένος παρατείνων την
υπομονήν του.

— Όχι.

— Δεν είπες ότι εκεί κατοικεί;

— Είπα προς εκείνο το μέρος, δεν είπα εις ποιο κελλί.

— Α, έκαμεν ο ξένος πεισθείς. Λοιπόν δεν το ειξεύρεις.

— Τώρα είπες την αλήθειαν.

— Αλλ' ειμπορείς να το μάθης; επανέλαβε μετά τινα σκέψιν.

— Ειμπορώ βέβαια.

— Και θα με πληροφορήσης;

— Σίγουρα.

— Ιδού, λάβε τούτο, είπε δίδων αυτώ χρυσούν νόμισμα.

Ο Τρέκλας το έλαβε, το έψαυσε, και το έκρυψεν εις την ζώνην του.

— Πότε να έλθω;

— Έλα αύριον βράδυ, είπε προθύμως ο Τρέκλας.

Ο ξένος έπεσεν εκ νέου εις σύννοιαν και, αφού διελογίσθη επί πολύ, είπε·

— Γίνεται και μία άλλη χάρις;

— Ποία;

— Ειμπορείς να κάμης τρόπον να έμβω... εις το μοναστήρι;

— Ειμπορώ, αν γείνης γυναίκα, είπε μειδιών ο Τρέκλας. Και
ειμπορείς να γείνης εύκολα, δόξα σοι ο Θεός. Εις τα ρούχα μόνον είνε η διαφορά.

Ο ξένος δεν απήντησεν, αλλά σιωπηλώς εφαίνετο αποδοκιμάζων το σχέδιον τούτο.

— Λοιπόν δεν γίνεται; επανέλαβεν.

— Είνε πολύ δύσκολο.

— Αλλ' ειμπορείς τουλάχιστον να την ανταμώσης ο ίδιος;

— Γι' αυτό δεν ειξεύρω. Ίσως να ευρεθή τρόπος.

— Και αν εις τούτο αποτύχης, ειμπορείς να μάθης δι' αυτήν από
άλλα πρόσωπα;

— Αυτό είνε το ευκολώτερο απ' όλα.

— Και να της στείλης μίαν παραγγελίαν;

— Τι παραγγελίαν;

— Ένα γράμμα.

— Αυτό γίνεται.

Ο ξένος εξέβαλεν εκ του κόλπου του μικρόν φάκελλον και το ενεχείρισεν εις τον Τρέκλαν. Ούτος λαβών αυτόν είπεν·

— Αύριον θα φροντίσω, ησύχασε.

— Ω, να είξευρες πόσον καλόν θα μου κάμης!

Και τω έδωκε δεύτερον νόμισμα.

— Ω, ω, είπεν ο Τρέκλας, ήρχισε βλέπω να φέγγη.

Και εστράφη κωμικώς προς ανατολάς, ως να εζήτει να ίδη αν υπέφωσκε πράγματι η ημέρα. Αλλ' όμως ήτο περί βαθύν όρθρον.

— Λοιπόν να έλθω αύριον βράδυ; ηρώτησεν αύθις ο ξένος.

— Να έλθης.

— Θα το έχης δοσμένον το γράμμα;

— Χωρίς άλλο.

— Και αν κατορθώσης να την ιδής...

— Αυτό είνε δυσκολώτερο.

— Να της ειπής ότι ο Μάχτος το έφερε το γράμμα.

— Ο Μάχτος;

— Μάχτος, έτσι ονομάζομαι.

— Καλό όνομα, εμουρμούρισεν ο Τρέκλας.

— Και είνε αδελφή μου.

— Έχω ευχαρίστησι.

Και ο Μάχτος αποχαιρετίσας τον Τρέκλαν απεμακρύνθη. Άξιε Μάχτο!