Ιππόται και πειραταί.
Η Σιξτίνα ήρχισεν ως εξής·
— Προ δέκα ετών ήμην εν Ρόδω περιποιουμένη τους ασθενείς και τους
πληγωμένους. Οι ιππόται μας επολέμουν τότε προς τους πειρατάς, και πάσαν εβδομάδα μας έστελλον ανά μίαν καραβιάν πληγωμένων, εδικών μας ή αιχμαλώτων. Οι τελευταίοι ούτοι ήσαν άνθρωποι χωρίς ώτα, χωρίς ρίνας, και χωρίς όμματα πολλάκις. Δεν δύναμαι να πιστεύσω, ότι φύσει εστερούντο τοιούτων. Ως φαίνεται, τα βέλη των ιπποτών μας ήσαν επιτηδειότατα και μετέβαινον ακριβώς εκείσε, όπου η χειρ τα διεύθυνε.
Δύσκολον ήτο να δώσω ρίνας, ώτα και οφθαλμούς εις όσους δεν είχον. Αλλ' όσοι είχον μόνον πληγάς ανοικτάς, εξ ων έρρεε το αίμα, χωρίς να τους λείπη κανέν μέλος του σώματος, τούτους, ομολογώ, τους επεριποιούμην θαυμάσια. Καμμία νοσοκόμος δεν έκαμνε καλλίτερον εμού το ξαντόν, καμμία δεν επέδενε δεξιώτερον τα τραύματα.
Εγώ ήμην υπό τας διαταγάς του ανδρείου Ρολάνδου Μαλλεόρβη ενός των αρχηγών, όστις πολύ μ' ευνόει. Ο άνθρωπος ούτος είχε πολλά σχέδια. Δυστυχώς δεν επέζησεν, όπως τα εκτελέση. Αλλά και ούτω πρέπει να απέθανεν ευχαριστημένος, διότι αφήκε διαδόχους αξίους αυτού. Τις είδε ποτε τα σχέδιά του εκτελούμενα εις τον κόσμον τούτον; Ο Μωυσής αυτός δεν ηξιώθη να ίδη την γην της επαγγελίας. Ο θάνατος επέρχεται ή πολύ γρήγορα ή πολύ αργά. Ή κλείει τις τα όμματα προτού να ίδη τον σκοπόν του κατωρθωμένον, ή απέρχεται εις τας αιωνίους μονάς αφού τον ίδη ναυαγήσαντα, ή επιτυχόντα προς στιγμήν και καταστραφέντα διά πάντοτε, όπερ είνε το αυτό και κάτι χειρότερον. Διά τούτο ο Σολομών λέγει, ότι αυτός μακαρίζει τους αποθαμένους πλειότερον παρά τους ζωντανούς. Και εγώ το ίδιον λέγω. Αλλά συ δεν τα ειξεύρεις αυτά, κόρη μου. Στοιχηματίζω ότι αγνοείς και αν υπήρξε ποτε Σολομών. Τόσον καλλίτερον αγνόει, κόρη μου, αγνόει, επέφερε με αλλόκοτον μειδίαμα η μοναχή. Όσον πλειότερον αγνοείς, τόσον ευτυχεστέρα είσαι. Τι εκέρδησαν οι φιλόσοφοι και οι αστρολόγοι, οίτινες είξευρον τα πάντα; Το αυτό χώμα θα σκεπάση τους σοφούς και τους αμαθείς, η αυτή φωτία θα καύση τους πλουσίους και τους πτωχούς, τους ισχυρούς και τους αδυνάτους. Διότι παραπολύ λησμονούμεν, τέκνον μου, το πυρ της αιωνίου κολάσεως, ενόσω ζώμεν εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Έπρεπε δε πάντοτε να το ενθυμώμεθα, διότι η κόλασις μας έδωκε προς ανάμνησίν της το πυρ των παθών, όπερ είνε μικρόν μέρος του αιωνίου πυρός της γεέννης· το πυρ τούτο μας καίει το σώμα και την ψυχήν κατά την νεότητα ημών, και ουδεμία δρόσος δύναται να το σβέση ειμή η της προσευχής και της εγκρατείας. Αλλά πολύ εμάκρυνα, κόρη μου. Τι έλεγον; Προ πολλού χρόνου δεν είχον ειπεί τας σκέψεις μου. Επειδή είσαι νέα, έχεις ανάγκην συμβουλών. Έλεγον λοιπόν ότι ο Ρολάνδος Μαλλεόρβης είχε σχέδια. Τον ήκουον πολλάκις μονολογούντα, αλλ' ουδέν ενόουν εκ των ασυναρτήτων φράσεων, αίτινες εξέφευγον εκ του στόματός του. Αλλ' ημέραν τινά ήκουσα συνδιάλεξιν αυτού πρός τινα άλλον ιππότην, εξ ης μικρόν τι ενόησα. Ο ιππότης ούτος ήτο είς εκ των τολμηροτέρων και παραβολωτέρων πολεμιστών, απέλαυε δε της εμπιστοσύνης του αρχηγού. Την πρωίαν ήλθε και τον εύρεν, εφαίνετο δ' εκ του ήθους του ότι ήθελε να τω ανακοινώση τι. Προς εμέ ουδεμίαν είχον δυσπιστίαν. Μ' ενόμιζον σχεδόν βωβήν, διότι είχον ασκηθή να μη ομιλώ. Έπειτα δεν ηδυνάμην να επέμβω εις τα σχέδια των ανδρών. Ήρχισαν λοιπόν να συνομιλώσι, χωρίς μηδέ να λάβωσιν υπ' όψιν την παρουσίαν μου. Μ' εθεώρουν σχεδόν ως απούσαν, εκείνο δε το ανθρώπινον σχήμα, όπερ έβλεπον εκεί, τοις εφαίνετο ότι ήτο η σκιά μου και ουχί εγώ αυτή. Ο αρχηγός τω είπε·
— Ποίας ειδήσεις μοι φέρεις, ιππότα; Προ πολλού δεν ευτύχησα να
σε ίδω εκ του πλησίον, ώστε τώρα μοι φαίνεται, ότι αφορμή τις σε κάμνει να έρχησαι πλησίον μου.
— Έχω πληροφορίας, αρχηγέ, απήντησεν ο ιππότης.
— Ποίας πληροφορίας; ηρώτησεν ο αρχηγός.
Ο ιππότης απήντησε ταύτα·
— Ανεκαλύφθη υφ' ενός κατασκόπου μου είς παράδοξος άνθρωπος,
όστις πρέπει να είνε ο ζητούμενος υφ' ημών.
— Και τι άλλο; είπεν ο αρχηγός, δείξας ότι επερίμενε και άλλο τι
προς συμπλήρωσιν της πληροφορίας ταύτης.
Ο ιππότης απήντησε·
— Και ο άνθρωπος εκείνος φέρει μαζή του μίαν πενταετή ή εξαετή
κόρην, ήτις πρέπει να είνε μικρά...
Ο αρχηγός κατέστη σύννους.
— Πού είνε ο κατάσκοπός σου, είπε προς τον ιππότην, όστις
ανεκάλυψε ταύτα; Επεθύμουν να τον εξετάσω εγώ ο ίδιος.
— Το είχα προβλέψει, αρχηγέ, απήντησεν ο ιππότης, και διά τούτο
τον έφερα μαζή μου. Διαταγήν μόνον της γενναιότητός σας περιμένει διά να παρουσιασθή.
— Λάβε τον κόπον να του είπης να έλθη, είπεν ο αρχηγός.
Ο ιππότης έκαμε σημείον προσκυνήσεως και εξήλθεν, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην. Εγώ είχον ορθώσει τα ώτα, πρότερον δε δεν επίστευον ότι ήμην επιδεκτική του εγκοσμίου τούτου αισθήματος, της κούφης περιεργείας, διότι είχον φαντασθή ότι ενέκρωσα τα πάθη και δεν μ' έμελε πλέον περί ουδενός των επιγείων πραγμάτων. Αλλ' όμως η συνδιάλεξις αύτη μοι εφάνη αλλόκοτος και εκέντησε την περιέργειάν μου.
Καθημένη επί τινος ξυλίνου σκίμποδος, με τας χείρας κατεσκεύαζον το ξαντόν, με τα ώτα δε ηκροώμην, και με τους οφθαλμούς έβλεπον εις την θύραν, δι' ης έμελλε να εισέλθη ο κατάσκοπος.
Τέλος εισήλθεν ούτος. Ήτο γέρων βοσκός εκ των αγροικοτέρων, όστις εκ του βήματος και του ήθους του εφαίνετο ότι δεν είχε καταβή ποτέ εκ της σκοπιάς, όθεν επετήρει τα σκιρτήματα των αιγών ανά τους βράχους. Επέμενε πολύ να εκβάλη πριν εισέλθη τα πέδιλά του, δεδεμένα δι' ιμάντων περί τους ταρσούς των ποδών, και μετά δυσκολίας τον έπεισεν ο ιππότης να παραιτηθή το σχέδιον τούτο. Άμα εισελθών, εστράφη προς εκατέραν των παραστάδων της θύρας, όπως ίδη μη είνε τις κεκρυμμένος όπισθεν των θυρωμάτων, είτα εχαιρέτισεν έπιπλόν τι εκλαβών αυτό εν τη ταραχή του ως έμψυχον ον. Μετά τούτο εχαιρέτισεν εμέ και τελευταίον έκαμε πολλάς προσκυνήσεις ενώπιον του αρχηγού. Έτρεμε δε τα γόνατα, και μετέφερεν αδιαλείπτως τον σκούφον ον εκράτει από της μιας εις την ετέραν χείρα. Το βλέμμα του δε προσηλώθη εις σημείον τι του δαπέδου, εξ ου δεν ηδύνατο να το αποσπάση, ως να ήτο διά μαγγανείας κεκολλημένον εκεί.
— Πώς σε λέγουν, φίλε μου; τω είπεν ο αρχηγός.
— Νικόλα, απήντησεν ο αγρότης.
— Έχεις γυναίκα;
— Έχω, αφέντη.
— Και παιδιά;
— Έχω.
— Πόσα;
— Τρία, με συμπάθειο.
— Και τι τέχνην κάμνεις;
— Βοσκός, αφέντη.
Ηπόρουν εγώ διατί απηύθυνεν ο αρχηγός τας ερωτήσεις ταύτας προς τον αγρότην, αλλά φαίνεται ότι είχεν έξιν να προβαίνη πάντοτε κατά τάξιν. Ίσως δε είχε σκοπόν, διά της προκαταρκτικής ταύτης εξετάσεως, να εμπνεύση ολίγον θάρρος εις τον αγροδίαιτον.
— Είσαι κάθε μέρα έξω εις τα βουνά; εξηκολούθησε να ερωτά ο
αρχηγός.
— Κάθε μέρα, απήντησεν ο αιπόλος.
— Και βόσκεις βώδια;
— Γίδια, να σε χαρώ, αφέντη.
— Και είνε εδικά σου;
— Να είχα εγώ αυτήν την τύχη, αφέντη!
— Ανήκουν εις άλλον λοιπόν;
— Εις άλλον, αφέντη.
— Και πόσα σε πληρόνει;
— Τίποτε, διά ψωμί, απήντησεν ο βοσκός.
— Διά ψωμί; φτωχέ! Και δεν κοπιάζεις;
— Κοπιάζω, αφέντη.
— Είνε πολλά τα πρόβατα που φυλάγεις;
— Τα γίδια, αφέντη. Είνε κάμποσα.
— Ως πόσα;
— Καμμιά εκατοστύ.
— Εις εκείνα τα μέρη όπου βόσκεις είνε πολύ παράμερα; Δεν πατούν
άνθρωποι εκεί;
— Δεν πατούν, αφέντη.
— Λοιπόν αυτάς τας ημέρας εύρες κανένα άνθρωπον εκεί;
— Ναι.
— Και τι άνθρωπος ήτον;
— Αν ήτον άνθρωπος, μου εφάνη πολύ άγριος, αφέντη.
— Τον είδες μίαν φοράν μόνον;
— Τον είδα δύο φοραίς.
— Ημέραν ή νύκτα;
— Νύχτα και μέρα.
— Και ήτον μόνος του;
— Ολομόναχος θα ήτον, αν δεν εβαστούσε στην αγκαλιά του μία μικρή
κορασίδα.
— Τον είδες από σιμά;
— Όπως σας βλέπω, αφέντη.
— Εκείνος σε είδε;
— Θα με είδε.
— Και δεν του ωμίλησες;
— Εφοβήθηκα, αφέντη.
— Τι εφοβήθηκες;
— Μου φάνηκε σαν έξω απ' εδώ, αφέντη.
— Και έφυγεν απ' εκεί;
— Έφυγε.
— Τον είδες πού διευθύνετο;
— Τον είδα.
— Ώστε ειξεύρεις τώρα πού είνε;
— Δεν ξέρω, αφέντη.
— Τι λέγεις λοιπόν;
— Δεν τον είδα πού πήγε. Τον είδα μόνον ποίον δρόμον επήρε.
— Και δεν τον ακολούθησες;
Ο βοσκός εκύτταξε τον ιππότην, ως να εζήτει παρ' αυτού δικαιολογίαν. Εφαίνετο λέγων αυτώ: Δεν μοι έδωκες παραγγελλίαν να τον ακολουθήσω.
Ο ιππότης λαβών τον λόγον είπε·
— Δεν φταίγει αυτός, αρχηγέ.
— Ποίος λοιπόν;
— Δεν τω είπα εγώ να τον ακολουθήση.
— Αλλά τι τω είπες;
— Τω είπα να έλθη να με πληροφορήση.
Ο αρχηγός σκεφθείς επ' ολίγον είπε προς τον ορεσίβιον·
— Τώρα, ειξεύρεις τα κατατόπια όλα του βουνού;
— Τα ξεύρω, αφέντη.
— Ειμπορείς να οδηγήσης έν απόσπασμα;
— Ειμπορώ.
— Δεν ειμπορείς να εύρης και τα ίχνη ενός οδοιπόρου, εις ένα
τόπον απάτητον;
— Δι' αυτό δεν αποκρίνομαι, είπε σύννους ο βοσκός.
— Δεν έχεις κανένα σκύλον;
— Έχω ένα.
— Λαγωνικόν;
— Μανδρόσκυλον.
— Είνε μεγάλος;
— Είνε τόσος, είπεν ο χωρικός, σημειώσας ύψος τι από του εδάφους
διά της χειρός.
— Δεν γνωρίζει ο σκύλος σου τα ίχνη; επανέλαβεν ο αρχηγός.
— Δεν ξέρω αν τα γνωρίζη.
— Δεν έκαμε αυτήν την τέχνην ποτέ;
— Είνε μανδρόσκυλος, επανέλαβεν υπερηφάνως ο βοσκός.
— Τέλος ειμπορείς, συ ή ο σκύλος σου, να οδηγήσητε αυτό το
απόσπασμα;
— Ειμπορούμεν, αφέντη.
Ο αρχηγός, στραφείς προς τον ιππότην, είπεν·
— Ετοίμασε τους ανθρώπους σου. Ιππεύσατε και υπάγετε με τον καλόν
τούτον άνθρωπον, όπου σας οδηγήση.
— Ορισμός σας, αρχηγέ, απήντησεν ευπειθώς ο ιππότης.
Και στραφείς απήλθεν, ακολουθούμενος υπό του βοσκού.
Τρεις ημέραι παρήλθον. Κατειχόμην υπό μεγίστης ανυπομονησίας, όπως μάθω το αποτέλεσμα της εκστρατείας ταύτης. Περί δε των αιτίων ουδέν κατώρθωσα να ανακαλύψω, αγνοώ δε και μέχρι της στιγμής ταύτης, διατί οι ιππόται διεφέροντο υπέρ της συλλήψεως του αγνώστου εκείνου, του φέροντος την τρυφεράν κόρην εις τους βραχίονας. Κατά τον χρόνον τούτον ο Μαλλεόρβης εισήρχετο, εξήρχετο, έμενε σύννους και σιγών.
Την τετάρτην ημέραν είς των ιπποτών ήλθε και μοι έφερε την μικράν κόρην, πάσχουσαν δεινώς, όπως την περιθάλψω. Ότε την είδον, δεν ηδυνήθην να κρατηθώ και είπον απροσέκτως·
— Και πού είνε ο άνθρωπος, όστις την είχε μαζή του; Τον
συνελάβετε και αυτόν;
Ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην είς των ιπποτών ηναγκάσθη να ρίψη επ' εμέ άγριον βλέμμα. Μ' έκαμε δε να μετανοήσω και εδάγκασα σφοδρώς τα χείλη μου. Ουδεμίαν άλλην απάντησιν μοι έδωκεν. Ελυπήθην διότι μετά πολυετή άσκησιν δεν είχον μάθει ακόμη εντελώς την τέχνην της σιωπής, και εξηλεγχόμην όλως αδόκιμος, ως παιδίον.
Εν τούτοις, όπως εξαγοράσω το αμάρτημα τούτο, ήρχισα να σε νοσηλεύω μετά ζήλου, κόρη μου. Όσα μέσα είχον, τα έθεσα εις ενέργειαν και μετήλθον πάσαν επιμέλειαν. Είνε ευτύχημα ότι σε βλέπω την στιγμήν ταύτην ηλικιωθείσαν και ακμαίαν νεανίδα. Σεμνύνομαι διά το έργον μου. Η χαρά μου μετέχει, αν δύναμαι άνευ βλασφημίας να είπω τούτο, της χαράς του Θεού, όστις αγάλλεται βλέπων πάντα αυτού τα κτίσματα εν αρμονία, ή μετέχει τουλάχιστον της χαράς της μητρός, ήτις αναπολούσα τους πόνους, ους υπέστη, αισθάνεται την φιλοστοργίαν της αυξανομένην. Καγώ δύναμαι να είπω ότι σε ανεγέννησα εκ της νόσου, όπως η μήτηρ σου σ' εγέννησεν εκ του μη όντος, ή εξ ελαχίστου ωού, όπερ μικρόν διαφέρει του μηδενός. Αλλ' εύρον φευ! πολλάς φιλοφρονήσεις υπό την γλώσσαν μου σήμερον. Εις τι χρησιμεύουσι ταύτα πάντα; Από αμνημονεύτων χρόνων η κολακεία υπεδύθη το πρόσωπον της φιλίας, αύτη δε εξ ανάγκης παριστά βωβόν πρόσωπον εις το δράμα του βίου. Ο φίλος αναγκάζεται να σιωπά, μη δυνάμενος ν' αμιλλάται προς τον κόλακα κατά την εύροιαν του λόγου, καθώς ενώπιον της κακίας ταπεινοί το βλέμμα η δυστυχής αρετή, και ερύθημα φλέγει τας παρειάς της, όταν αναλογίζηται ότι είχε σχηματίσει ίσως εσφαλμένην ιδέαν περί εαυτής. Διότι η αντίζηλος αυτής ματαιοί πάντας τους υπολογισμούς της. Αλλ' όμως ας επανέλθω εις το προκείμενον.
Μετά τρεις μήνας, μόλις είχες αναρρώσει και σ' εχώρισαν απ' εμού. Η διαταγή του αρχηγού ήτο ανέκκλητος και ουδέν ετόλμουν να είπω. Αλλ' αδύνατον να εκφράσω πόσον ελυπήθην διά το σκληρόν τούτο μέτρον. Δεν ηδυνάμην να μάθω πού σε μετέφεραν. Γνωρίζεις μέχρι πόσου υπόκειται ο άνθρωπος εις την συνήθειαν. Γνωρίζεις δε πόσον ανθρώπινον το στέλεχος, καταδικασθέν βιαίως εις το να μένη αμέτοχον πάσης παρηγόρου στοργής, παντός αισθήματος όπερ ο Θεός διά της αθανάτου πνοής του ενεφύσησεν εις την καρδίαν, γνωρίζεις πόσον ρέπει υπέρ παν άλλο πλάσμα εις την ανάγκην ταύτην του βίου; Πάσαν σημαντικήν κάκωσιν δύναται η φύσις να υπομείνη, την πείναν, το ψύχος, την οδύνην και την ένδειαν. Αλλ' η ένδεια της καρδίας, ω, αύτη μαραίνει το σώμα και την ψυχήν. Επί της γης δεν δύναται να υπάρξη τιμωρία σκληροτέρα της αστοργίας και του μονήρους βίου. Καγώ προσεκολλήθην τότε εις την ύπαρξίν σου, τέκνον μου. Ήσο τόσον μικρόν, τόσον τρυφερόν και συμπαθές πλάσμα, ώστε δεν ηδυνάμην να μη αισθανθώ ηδονήν εκ της προς σε επαφής. Οίμοι! Και τούτο παρήλθεν ως όνειρον. Σήμερον δεν έχω πλέον δύναμιν να αισθανθώ ό,τι ησθανόμην τότε. Ήδη ο κορμός εξηράνθη, αι ρίζαι εκόπησαν. Ουδέν δύναται να με συνδέση πλέον προς τα εγκόσμια αισθήματα. Όσα σοι είπον αρτίως, είνε αναμνήσεις. Εκπλήττομαι πώς είχον τότε δύναμιν να αισθάνωμαι τόσον βαθέως, ενώ σήμερον ουδ' εξ επιπολής μ' επιψαύουσι πλέον τοιαύται αυτόματοι ορμαί.
Είπον ότι μας απεχώρισαν. Αλλά πριν μας αποχωρίσωσι είχε συμβή τι, όπερ μοι επροξένησε πολλήν εντύπωσιν. Ήτο η τετάρτη ώρα της νυκτός. Είχες αποκοιμηθή. Διετέλεις ήδη εν αναρρώσει. Εγώ είχον κλείσει την θύραν και ετοιμαζόμην να κατακλιθώ πλησίον σου. Αίφνης ακούω ότι έκρουον έξωθεν την θύραν σιγανώς. Ηπόρησα. Οι ιππόται δεν ήρχοντο την νύκτα εις το νοσοκομείον, και ουδείς άλλος πλην αυτών επλησίαζεν εις τα τείχη, φρουρούμενα άλλως έξωθεν υπό στρατιωτών. Τις ήτο ο κρούων την θύραν; Επλησίασα ακροποδητί και ηκροάσθην. Δυνατόν να ηπατώμην. Ο κτύπος ήτο ασθενής και άτολμος, και ήλεγχε τους δισταγμούς του κρούοντος. Εν τούτοις μετά τινας στιγμάς επανελήφθη.
— Ποίος είνε; έκραξα.
— Άνοιξε, απήντησεν έξωθεν.
Εδίστασα. Κατ' αρχάς έκρινα συμφορώτερον να μην υπακούσω. Είτα μεταμεληθείσα εφρόντισα να κλείσω τα δύο θυρόφυλλα του θαλάμου, εν ώ εκοιμάσο, κόρη μου, μη θέλουσα να σε ίδη, όστις και αν ήτο, και ήνοιξα την έξω θύραν του προθαλάμου. Εισήλθεν άνθρωπος τις άγνωστος. Εξεπλάγην διά την ωχρότητα της μορφής του. Εφόρει δε αλλόκοτα ενδύματα. Εν τούτοις δεν εφοβήθην. Ησθανόμην ότι ήμην εν τω οίκω μου, και η αόριστος παρουσία του φύλακος Αγγέλου μ' επροστάτευε.
— Ποίος είσαι; είπον προς τον άγνωστον.
— Ξένος, απήντησεν ούτος.
— Τι θέλεις;
— Θέλω να σ' ερωτήσω κάτι.
— Και πώς ευρέθης εδώ;
Ο άγνωστος δεν απήντησε.
— Σ' ερωτώ πώς ευρέθης εδώ, επανέλαβον οργίλως. Και διά ποίας
θύρας εισήλθες;
— Μη με ερωτάς, απήντησε θρασύς ο άγνωστος. Δεν ήλθον διά να μ'
ερωτήσης, ήλθον διά να σ' ερωτήσω.
Ενόμισα ότι ήτο παράφρων, και δεν επέμεινα. Και όμως ευλόγως ηδύνατο να παραξενευθή τις, διότι αι θύραι του οικήματος ήσαν κλεισταί, η δε κυρία πύλη εφυλάττετο, ως σοι είπον ήδη.
— Τι θέλεις να μ' ερωτήσης; είπον.
— Σου έφεραν εδώ μίαν μικράν κόρην; είπεν ο άγνωστος.
Εδίστασα πάλιν. Ηγνόουν αν έπραττον καλλίτερον να είπω την αλήθειαν ή να ψευσθώ μάλλον. Τέλος απεφάσισα το δεύτερον.
— Δεν είδα καμμίαν μικράν κόρην, απήντησα.
Ο άγνωστος έδειξε διά του βλέμματος ότι δεν μ' επίστευε.
— Και πού είνε τώρα αυτή; είπε· πού την έχεις;
— Ποίαν;
— Η μικρή κόρη, οπού σου έφεραν.
Εξεπλάγην διά την επιμονήν του ανθρώπου. Ενώ εγώ τω έλεγον ότι δεν μοι έφεραν καμμίαν μικράν κόρην, αυτός πάλιν εξηκολούθει να μ' ερωτά πού την είχα θέσει.
— Σου λέγω δεν έχω καμμίαν μικράν, επανέλαβον εντόνως.
— Ζη αυτή ή απέθανεν; είπεν ο άγνωστος.
— Δεν ειξεύρω.
— Είνε ασθενής, καθώς έμαθα;
— Τι μου λέγεις εκεί;
— Και τι κάμνει τώρα; κοιμάται;
— Δεν είδα καμμίαν μικράν, σοι λέγω.
Ή ώφειλον να τον εκλάβω ως παράφρονα, ή έμελλον εγώ να παραφρονήσω. Τόσον αλλόκοτος μοι εφαίνετο η ισχυρογνωμοσύνη του.
— Μήπως είν' εκεί; ηρώτησε, δείξας μοι τα θυρόφυλλα του κοιτώνος
σου, δι' ων εφαίνετο φως.
— Μη ονειρεύεσαι; Δεν είνε κανείς, σου είπα.
Εκ της αλλοκότου θρασύτητος του αγνώστου είχον εξαφθή εις το έπακρον. Ο άνθρωπος ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις μοι απέδειξεν ότι το ψεύδος στομούται ενίοτε και καθίσταται ανίσχυρον όπλον. Μέχρι του καιρού εκείνου είχον καλλιτέραν ιδέαν περί της χρηστότητος του μέσου τούτου.
— Εκεί είνε; επανέλαβεν ο άγνωστος.
Και τούτο λέγων, ώρμησε διά ν' ανοίξη την θύραν, ην μοι εδείκνυε, την θύραν του θαλάμου, εν ώ ευρίσκεσο, κόρη μου. Ησθάνθην την κεφαλήν μου ιλιγγιώσαν εκ της απιστεύτου αυθαδείας του ξένου. Ώρμησα κατόπιν αυτού, και τον συνέλαβον από της χειρίδος.
— Πού πας; ανέκραξα. Πίσω! Μην ετρελλάθης χριστιανέ!
— Κοιμάται ή έξυπνη είνε; μοι απήντησεν απαθώς.
— Πού είσαι; Εδώ είνε μέρος ιερόν, είνε άσυλον!
— Μην κάμνης θόρυβον, μη την εξυπνήσης, μοι είπεν ησύχως.
Δεν ηδυνήθην να τον εμποδίσω και ήνοιξεν ήδη την θύραν.
— Ιδού αυτή, κοιμάται, είπε.
— Δεν είνε αυτή που ζητείς, είπον εγώ απηλπισμένη.
— Μη την εξυπνήσης, είπεν αύθις ο ξένος.
Και πατών επ' άκρων των ποδών επλησίασεν εις την κλίνην σου.
— Δυστυχής κόρη, εψιθύρισεν, ως είδε το πρόσωπόν σου. Εκοιμάσο
ύπνον ήσυχον και η αναπνοή σου δεν ηκούετο.
Ομοίαζες με αρνίον αναπαυόμενον, μικρά μου κόρη. Ο ξένος σ' εθεώρησεν επί πολλήν ώραν. Εγώ διετέλουν εν αμηχανία και δεν είξευρον πλέον τι να πράξω. Είχον μετανοήσει πικρώς, διότι ήνοιξα την θύραν του προθαλάμου εις τον ξένον. Τώρα δε μοι επήλθεν επί μίαν στιγμήν η ιδέα να καλέσω εις βοήθειαν και να εκδιώξω διά της βίας τον άνθρωπον τούτον. Ομολογώ ότι η έμπνευσις αύτη ήτο του πείσματος, όπερ μ' εκυρίευσεν, ηττηθείσαν υπό του ξένου, διότι άλλως δεν εφαίνετο ούτος έχων κακούς σκοπούς. Εν τούτοις δεν ενέδωκα εις την ορμήν ταύτην του πάθους, και υπέμεινα.
— Είνε πολλαί ημέραι, αφότου είνε εις τας χείρας σου αυτή η
μικρά; με ηρώτησεν ο άγνωστος.
Τότε ευρέθην εις νέαν αδημονίαν. Δεν είξευρον αν έπρεπε να μεταβάλω τακτικήν και ναπαντήσω μετ' ευθύτητος ή να εξακολουθήσω την πολεμικήν τέχνην του ψεύδους μετερχομένη και νυν ότε αύτη κατέστη ήδη όλως περιττή και ανωφελής. Επροτίμησα να μη απαντήσω το παράπαν εις την ερώτησιν του αγνώστου, και τούτο εύρον κάλλιστον μέσον προς εκδίκησιν. Αλλ' εκείνος εν ανάγκη είξευρε ν' απαντά και μόνος εις τας ιδίας αυτού ερωτήσεις, και τούτο πάλιν ήτο άλλη τέχνη, ης ουδέ την ύπαρξιν τέως υπώπτευον. Ιδών λοιπόν ότι δεν απήντων είπε·
— Πολλαί ημέραι είνε, διότι αυτή η μικρά φαίνεται να ήτον βαρειά
άρρωστη, και τώρα είνε εις ανάρρωσιν.
Εγώ ουδέν είπον. Αλλ' ο ξένος μοι απηύθυνε και δευτέρα ερώτησιν·
— Εκείνοι που σου παρέδωκαν αυτήν την μικράν, ποίας συστάσεις σου
έκαμαν; Ποίας παραγγελίας σοι άφησαν περί αυτής;
Δεν απήντησα. Αλλ' ο ξένος επανέλαβε μετ' ολίγον·
— Σπουδαίας συστάσεις σοι έκαμαν περί αυτής, διότι εκείνοι έχουν
σκοπούς. Συ όμως δεν τους ειξεύρεις.
Εκ της τελευταίας φράσεως εκινήθη άκρως η περιέργειά μου. Η φράσις αύτη ένυξε πάσας τας απορίας μου, ανεκάλεσε πάσας τας υπονοίας, ας είχον συλλάβει από πολλών ημερών. Παραχρήμα η εκφρασις του προσώπου μου μετεβλήθη, και λαβούσα σκίμποδα έθηκα αυτόν παρά τον τοίχον και παρεκάλεσα τον ξένον να καθίση. Εκείνος υπήκουσε.
— Λοιπόν έχουν σκοπούς; είπον χωρίς να κρατηθώ· έχουν σκοπούς,
είπες; Και τι σκοπούς έχουν δι' αυτήν την μικράν, παρακαλώ;
Ο άγνωστος εμειδίασε.
— Μήπως ξεύρω κ' εγώ; είπε.
— Δεν ειξεύρεις λοιπόν; Και όμως φαίνεσαι εν γνώσει των
πραγμάτων.
Τότε εφάνη ότι έκαμεν απόφασίν τινα. Η μορφή του έδειξε συγκίνησιν. Εστέναξε και μοι είπε·
— Δύναμαι να εύρω συνδρομήν εκ μέρους σου, ω γύναι;
— Εξ όλης της ψυχής μου υπόσχομαι να σε συνδράμω, απήντησα εγώ.
Αρκεί να είνε νόμιμος ο σκοπός σου.
— Αλλοίμονον, είπεν ο άγνωστος, και μήπως είνε εύκολον να κρίνη
τις τι είνε νόμιμον και τι δεν είνε εις τας ημέρας μας; Το μόνον υπέρ ου εγγυώμαι είνε, ότι η υπόθεσις αύτη δεν είνε ιδιοτελής· δεν είνε, επανέλαβεν ενθέρμως.
— Κ' εγώ ησθάνθην συμπάθειαν διά την μικράν αυτήν, είπον. Αλλά
σοι ομολογώ ότι η περιέργειά μου είνε μεγαλειτέρα και της συμπαθείας μου.
— Γυναίκες! γυναίκες! είπεν εκείνος· τω όντι διά τα μικρά
πράγματα φροντίζετε πάντοτε μέχρι πάθους.
Εγώ δεν απήντησα. Ο ξένος μοι είπε μετά μικράν παύσιν·
— Μοι ορκίζεσαι ότι δεν θα εξέλθη εξ ακριτομυθίας λόγος εκ του
στόματός σου, αν σοι είπω τι;
— Σοι ορκίζομαι, απήντησα προθύμως, τείνουσα την χείρα.
— Άκουσε λοιπόν. Άμποτε όσα μέλλω να σοι είπω να αποβώσι προς
ευτυχίαν της μικράς ταύτης κόρης.
— Άμποτε, επανέλαβον.
Ο ξένος διετέθη κάλλιον επί του εδωλίου, εφ' ου εκάθητο. Εγώ δε προσήγγισα το εμόν όπως εγγύτερον ακούω, και ήρχισε να μοι λέγη ταύτα.
Η Αϊμά, ως να έπραττε καθ' υπαγόρευσιν της Σιξτίνης, έκαμε αυτά. Ήλθεν εγγύτερον προς αυτήν και ήκουε μετ' εντεταμένης προσοχής.
— Διά τον αυτόν λόγον, μοι είπεν ο ξένος (ήρχισεν η Σιξτίνα), δι'
ον εγώ ήθελον να σώσω ή και να &απολέσω& την κόρην ταύτην, διά τον αυτόν οι ιππόται (την λέξιν ταύτην απήγγειλε μετ' αλλοκότου πικρίας) ηθέλησαν να την αποκτήσωσιν. Η παιδίσκη αύτη δεν δύναμαι να σοι είπω πόθεν κατάγεται, ουδέ πώς ήλθεν εις την θέσιν, εν η ευρίσκεται σήμερον. Τόσον μόνον μάθε, ότι ευθύς ως εγεννήθη, έδωκαν περί αυτής χρησμόν &οι θεοί&.....
Ενταύθα του λόγου είχε φθάσει η αδελφή Σιξτίνα και αίφνης ηκούσθη έξωθεν της θύρας του υπερώου φωνή καλούσα αυτήν ονομαστί·
— Σιξτίνα! Σιξτίνα!
Η μοναχή διέκοψεν αποτόμως την σειράν της διηγήσεώς της και ηγέρθη.
— Ποίος να είνε; είπεν έμφοβος.
Η νέα κόρη επτοήθη και αυτή, και συνεστάλη άκουσα παρά την γωνίαν της. Αι ώραι είχον παρέλθει, ήτο ήδη μεσονύκτιον. Η φωνή εκείνη εξεκάλεσεν αποτόμως τας δύο γυναίκας εκ του φανταστού κόσμου, εν ώ έπλεον, και επανήγαγεν αυτάς εις τον πραγματικόν κόσμον.
— Σιξτίνα! επανέλαβεν η φωνή.
— Ω Θεέ μου! είνε η ηγουμένη, είπεν η Σιξτίνα, αναγνωρίσασα την
φωνήν εκείνην. Τι να με θέλη;
— Ανοίξατε την θύραν, επανέλαβεν η φωνή.
Η αδελφή Σιξτίνα ουδ' εφαντάσθη να παραβή την διαταγήν ταύτην. Κατ' αρχάς εσκέφθη να κρυβή υπό την κλίνην της Αϊμάς, αλλ' είτα ενόησεν ότι τούτο θα ήτο ανωφελές διότι, αφού η ηγουμένη είχεν υποψίας, ευκόλως έμελλε να την ανακαλύψη, και τούτο θα ήτο το χείριστον. Όθεν έσπευσεν ανδρείως εις την θύραν και ήνοιξεν.
Εισήλθεν η ηγουμένη. Ήτο γυνή πεντηκοντούτις, υψηλή, λευκή και κάτωχρος. Είχεν ήθος σοβαρόν και ψυχρότατον· η παρουσία της μόνη προυξένει παγετόν εν καιρώ φθινοπώρου.
— Τι θέλεις εδώ; είπε προς την Σιξτίναν ευθύς ως εισήλθεν.
— Ήλθα να υπηρετήσω την ξένην, απήντησε τρέμουσα η μοναχή.
— Τέτοια ώρα; Μεσάνυκτα;
— Είνε μεσάνυκτα; είπεν αυτομάτως η Σιξτίνα, αγνοούσα πράγματι τι
ώρα ήτο.
— Λοιπόν τέτοια ώρα κάμνεις τας επισκέψεις σου; επανέλαβεν
αγερώχως η ηγουμένη.
— Ήλθα ενωρίς, είπεν αναλαβούσα εν τω μεταξύ η Σιξτίνα, και
επειδή την ελυπήθην, έμεινα να της κάμω συντροφιάν. Δεν είξευρα όμως αν είχε περάσει τόσον η ώρα.
— Άλλοτε να προσέχης εις τας ώρας, αδελφή Σιξτίνα, είπε ξηρώς η
ηγουμένη. Αι ώραι του βίου περνούν τόσον γρήγορα, όσον και αι ώραι του ημερονυκτίου, και μία μοναχή, ήτις δεν τας μετρεί, θα ειπή δει είνε αμελής εις τα χρέη της.
Η Σιξτίνα υπεκλίθη και ανάψασα το δέλετρον ητοιμάσθη ναποχωρήση. Η ηγουμένη τη έδωκε το κλειδίον του ναού ειπούσα αυτή·
— Πάρε το κλειδί, και ύπαγε νανοίξης. Είνε η ώρα του όρθρου. Θα
περάσης από το κελλί της αδελφής Φεβρωνίας. Εξύπνισέ την διά να σημάνη τους κώδωνας.
Η αδελφή Σιξτίνα εξήλθε σιωπηλή. Μείνασα η ηγουμένη μετά της Αϊμάς τη είπε·
— Τι σου έλεγε, κόρη μου, η Σιξτίνα;
— Τίποτε, απήντησεν αδημονούσα η Αϊμά.
— Πώς τίποτε, ενώ ωμιλούσατε τόσαις ώραις μαζή;
— Ελέγαμεν το ένα, το άλλο, είπεν η Αϊμά, διά να περάση η ώρα.
— Είσαι φιλαλήθης; είπεν αποτόμως η ηγουμένη.
Η Αϊμά κατένευσε.
— Λοιπόν είνε αδύνατον να με απατήσης. Δεν ειμπορούσε η Σιξτίνα
να παραβή απλώς και ως έτυχε τους κανόνας, και να μείνη τόσας ώρας μαζή σου. Η εντολή της ήτο να σου φέρη την τροφήν σου και να φύγη.
Η Αϊμά δεν απήντησε.
— Διά να μείνη λοιπόν τεσσάρας ώρας κατά συνέχειαν μετά σου,
παρέβη τα χρέη της, και διά να τα παραβή, θα ειπή ότι είχε λόγους. Τους λόγους λοιπόν τούτους επιθυμώ κ' εγώ να μάθω.
Η Αϊμά παρετήρει έκπληκτος.
— Ειξεύρεις έν πράγμα; επανέλαβεν η ηγουμένη. Και συ υπόκεισαι
σήμερον εις τους κανόνας του μοναστηρίου, καθώς εκείνη. Ενόσω μένεις εδώ, κανείς νόμος ούτε θείος ούτε ανθρώπινος δεν δύναται να σε εξαιρέση εκ της εδικής μου εξουσίας. Δύναμαι να σε τιμωρήσω, αν θέλω. Θα υπακούσης ως καλή κόρη, να μοι είπης αυτό οπού σ' ερωτώ;
Η ατυχής Αϊμά περιήλθεν εις αμηχανίαν και ηγνόει τι ώφειλε να πράξη. Αι τοσαύται αντιφατικαί απαιτήσεις επροξένουν αύτη ίλιγγον. Ένθεν μεν η Βεάτη διά της οπής του κλείθρου είχε παραγγείλει αύτη αφ' εσπέρας να φυλαχθή από της Σιξτίνης και να μη εμπιστευθή τι εις αυτήν. Είτα δε ήλθεν η Σιξτίνα, ης αι προτάσεις και αι αναμνήσεις ήσαν λίαν δελεαστικαί, ώστε υπεράνθρωπον κατόρθωμα θα ήτο διά την άπειρον νέαν να ενθυμηθή τας συστάσεις εκείνας και να μη ενδώση εις τας υπό της Σιξτίνας διδομένας αυτή νύξεις. Τέλος ήρχετο η μήτηρ Πια, η ηγουμένη, ήτις εζήτει να ματαιώση πάσαν εντύπωσιν εκ της δευτέρας προερχομένην και ν' ανατρέψη πάντα υπολογισμόν της πτωχής κόρης.
Η μήτηρ Πία έν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι είχε τελείαν την εξωτερικήν επίφανσιν της αρετής. Αν έμενον χάσματα εις τον ομοιόμορφον κίτρινον χιτώνα, ον εφόρει από της κορυφής μέχρι των ονύχων, θα ήτο αστειότατον θέαμα. Δεν εννοούμεν δε να υπήρχον τα χάσματα ταύτα φύσει, αλλά θέσει, επί της εσθήτος της μητρός Πίας. Την μεν γλαφυρότητα των μελών του γυναικείου σώματος απηθανάτισεν ήδη η πλαστική και εξυμνεί καθ' ημέραν η ποίησις, αν επιδημή εισέτι αύτη και δεν απήλθεν εις απροσίτους και αιθερίους χώρας, η δε δύστηνος λογογραφία μόλις τολμά να έρπη περί τα κράσπεδα της ποδήρους εσθήτος. Δυστυχώς ο κίτρινος χιτών ήτο ακέραιος, συνεχής και άνευ πτυχών σχεδόν, ώστε ουδέν ηδύνατό τις να διίδη εκ του παραδόξου τούτου φαινομένου. Έβλεπε μόνον έν όλον μονότονον και απερίγραπτον, τα δε μέρη διέφευγον και το προσεκτικώτατον εταστικόν βλέμμα. Η μήτηρ Πία ωμοίαζεν ουχί απροσφυώς με αγριόν τι άνθος, ου το όνομα εκφεύγει την μνήμην ημών, άνθος λευκόν, άοσμον και άμορφον. Το όλον του σώματός της είχε σχήμα κώδωνος. Δεν είχε λαιμόν, δεν είχεν οσφύν, δεν είχε πύελον. Τα κάτω μόνον του σώματός της ήσαν πλατύτερα των άνω, αλλ' αγνοείται αν τούτο ήτο του σώματος ή του ενδύματος ίδιον. Διά να την περιλάβη τις με το βλέμμα, ηναγκάζετο να χαράξη εις το κενόν καμπύλα γεωμετρικά σχήματα, και πάλιν θα ευρίσκετο εις αμηχανίαν αν ακριβώς επετύγχανε της αντιλήψεως.
Η μήτηρ Πία είχεν ενδυθή το μοναχικόν σχήμα κατ' εκλογήν και ησθάνετο εν εαυτή την προς τούτο κλήσιν. Κατώρθωσε δε να γείνη ηγουμένη από πολλών ετών. Ηδύνατο ουχί αφυώς να γείνη και προμνήστρια, αν αι περιστάσεις ετύγχανον ευνοϊκαί, αλλ' εις τα πρώτα βήματα είχε ναυαγήσει. Εμίσει φοβερώς τους άνδρας, και δεν ηδύνατο να υποφέρη την παρουσίαν μύστακος. Μόλις ηνείχετο τας αγενείους γνάθους, αλλ' υπό τον όρον του να μη είνε αύται λίαν ευτραφείς. Από δέκα ετών και επέκεινα μόνον κατ' όναρ έβλεπε μύστακας στρημμένους, καθ' ύπαρ δε ουδέν άλλο ή τους βαθυπώγωνας αγίους της Ανατολικής Εκκλησίας, τους εζωγραφημένους επί των τοίχων ένδον των ναών. Τη είχε δ' επέλθει προς στιγμήν η ιδέα να καλέση κουρέα, όπως καλλωπίση τους αγριωπούς τούτους μοναχούς τους εγκεκολημμένους επί των λίθων και επί της κονίας, αλλ' ύστερον μετεμελήθη ιδούσα το δύσκολον της εκτελέσεως του αλλοκότου τούτου σχεδίου. Ήτο δε η πρώτη φορά καθ' ην παρητήθη, διότι συνήθως επέμενε μέχρι τέλους εις τας ιδέας της, και η ισχυρογνωμοσύνη ήτο η κυριωτάτη αυτής αρετή. Το δεσποτικόν δε του χαρακτήρος αυτής εξεφαίνετο τοσούτον προχείρως επί του προσώπου της, ώστε εκ πρώτης όψεως ενέπνεε δυσάρεστον αίσθημα η παρουσία αυτής.
Η Αϊμά ησθάνετο ως κρίκον τινά πιέζοντα τα στήθη της επί τη παρουσία της γυναικός ταύτης. Ήτο δε η δευτέρα φορά καθ' ην την έβλεπε. Κατ' αρχάς η νέα υπετάχθη και ήτο έτοιμος να ενδώση εις πάσαν απαίτησιν, αλλ' είτα δι' αντιδράσεως εξηγέρθη εν αυτή το αίσθημα της αμύνης, και ανέλαβεν ισχύν οίαν δεν είχε συνήθως.
Η ηγουμένη επέμενεν, ως είπομεν, να μάθη ποίον ήτο το θέμα της συνομιλίας της με την Σιξτίναν. Αλλά χωρίς να προσδοκά τούτο, εύρε την νέαν αναλαβούσαν αρρενωπόν τι ενώπιον αυτής. Εις την απαίτησιν της μοναχής αντιπροέβαλεν η Αϊμά άλλην απαίτησιν:
— Θα μοι είπης λοιπόν, κόρη μου; επανέλαβε μειλιχίως η ηγουμένη.
— Θα μοι είπητε, μήτερ μου, απήντησεν αίφνης η Αϊμά, διατί με
κρατείτε κλεισμένην εις το κελλίον τούτο;
Η ηγουμένη, αν και ώφειλε να περιμένη τοιαύτην ερώτησιν, ουχ ήττον εθορυβήθη. Αλλ' η αμηχανία της στιγμάς μόνον ολίγας διήρκεσεν. Είτα αναλαβούσα είπεν·
— Αλλά δεν ειξεύρεις λοιπόν, κόρη μου; Δεν ειξεύρεις διατί σ'
εφέραμεν εδώ;
— Πώς να το ειξεύρω; είπεν η Αϊμά.
— Είνε η γνώμη του κραταιοτάτου αυθέντου μας, του Δεσπότου του
Μωρέως, ως και των ευγενεστάτων ιπποτών, είπε μετ' αξιωματικού ήθους η ηγουμένη, ως να ανεγίνωσκε διάταγμά τι, να μην είνε κανείς αβάπτιστος εις όλην την Πελοπόννησον. Διά τους άνδρας ωρίσθησαν οι ενοριακοί ναοί, διά τας γυναίκας τα γυναικεία μοναστήρια, ως τόπος όπου θα τελεσθή το ιερόν μυστήριον του Βαπτίσματος. Και διά τούτο σ' έφεραν εδώ, διά να κατηχηθής και να βαπτισθής, κόρη μου. Βλέπεις ότι φροντίζουν διά την σωτηρίαν της ψυχής σου, πλειότερον παρά σε την ιδίαν.
— Και θα μείνω πολύν καιρόν εδώ; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Όσον καιρόν διαρκέση η κατήχησις. Τούτο εξαρτάται από σε την
ιδίαν. Ει μεν φανής πρόθυμος και γη αγαθή να δεχθής τον λόγον της αληθείας, ταχέως θα εξέλθης από εδώ. Ει δε και φανής σκληροτράχηλος, καθώς οι Εβραίοι εις την έρημον, τότε η κατήχησίς σου θα διαρκέση πολύν καιρόν και η εδώ διαμονή του άλλον τόσον.
— Αλλά δεν μοι είπες την αλήθειαν, μήτερ μου, απήντησεν η Αϊμά.
Η ηγουμένη έκαμε το σημείον του Σταυρού.
— Πώς το λέγεις αυτό; είπε.
— Εμέ δεν με ηρώτησε κανείς αν είμαι ή δεν είμαι βαπτισμένη, και
κανείς δεν ειξεύρει ότι είμαι αβάπτιστη.
— Και όμως όλοι σ' έχουν δι' αβάπτιστην.
— Απατώνται, είπεν εν πεποιθήσει η Αϊμά.
— Τότε θα έχης πιστοποιητικόν της βαπτίσεώς σου. Αν είν' έτσι,
δείξέ το και απαλάττεσαι.
— Δεν ειξεύρω εγώ πιστοποιητικόν, είπεν η Αϊμά. Αλλ' είμαι
βαπτισμένη.
— Πώς θα μας πείσης;
— Ειμπορώ να πείσω τους ομοθρήσκους μου, όχι σας, είπε τολμηρώς η
Αϊμά.
— Πώς είπες; εψιθύρισεν η ηγουμένη, εκπλαγείσα, πόθεν εγίνωσκεν η
νέα να κάμνη τοιαύτην διάκρισιν.
— Δεν ανήκομεν εις την ιδίαν θρησκείαν, επανέλαβεν η Αϊμά. Και
σας λέγω κ' εγώ, ότι δεν ειξεύρω αν είσθε βαπτισμένοι ή αβάπτιστοι.
— Σιώπα, αυθάδης! έκραξεν αγανακτούσα η ηγουμένη.
— Μη σας κακοφαίνεται διόλου. Καθένας έχει την θρησκείαν του.
Η ηγουμένη έδακνε τα χείλη, και δεν είχε πλέον τι να είπη.
— Ώστε βλέπετε, επανέλαβεν η Αϊμά, ότι δεν μ' έφεραν εδώ διά να
βαπτισθώ, καθώς σας έλεγα.
Η ηγουμένη δεν απήντησε.
— Διότι κανείς δεν βαπτίζεται δυο φοράς, εκτός εκείνων οπού
αλλάζουν την θρησκείαν των. Και επειδή η εδική μου είνε η καλλιτέρα, δεν θέλω να την αλλάξω. Εάν θέλουν να με βιάσουν να αλλαξοπιστήσω, ας ειξεύρουν ότι αυτή η χάρις δεν τους γίνεται, και ειμπορούν να με αφήσουν ελευθέραν να φύγω απ' εδώ. Αν πάλιν μ' έφεραν δι' άλλον σκοπόν, ας μοι το ειπούν, διότι πολύ στενοχωρούμαι, μήτερ μου, να μένω κλεισμένη εδώ μέσα.
Η ηγουμένη εβίασεν εαυτήν εν τω μεταξύ, και πραϋνθείσα είπεν·
— Υπομονή, θα μάθω αύριον και θα σοι είπω τι τρέχει. Λέγεις
λοιπόν ότι είσαι βαπτισμένη;
— Ναι.
— Θα τους το είπω.
— Εις ποίους;
— Εις αυτούς οι όποιοι διέταξαν να έλθης εις το μοναστήριον.
— Καλώς.
— Και όταν άπαξ μάθουν τούτο, θα τους ερωτήσω περί σου.
— Ναι, μήτερ μου.
— Και θα σοι ανακοινώσω ό,τι μάθω.
— Ευχαριστώ.
Η ηγουμένη είχεν εκτελέσει την υποχώρησιν ταύτην σκοπίμως, και μετ' αυτήν επανήλθεν εις την προτέραν απαίτησίν της.
— Αλλ' όμως ελησμονήσαμεν την ομιλίαν μας την πρώτην, είπε.
— Ποίαν ομιλίαν;
— Διά την Σιξτίναν.
Η Αϊμά εσίγησε.
— Δεν μοι είπες τι σοι έλεγεν η Σιξτίνα, επανέλαβεν η ηγουμένη.
— Δεν μοι έλεγε τίποτε, εψέλλισεν η Αϊμά.
— Πρέπει να είσαι δικαία. Με ηρώτησες, σοι είπα όσα είξευρα. Εάν
δεν σ' ευχαρίστησαν εντελώς, δεν πταίω εγώ. Τώρα είνε η σειρά μου να σ' ερωτήσω, και επανέρχομαι εις την ερώτησίν μου.
— Μοι έλεγε διάφορα, μοι διηγείτο ιστορίας, είπεν η Αϊμά. Τώρα
εννοώ τον σκοπόν της.
— Ποίον σκοπόν της;
— Αυτό οπού μου έκαμνεν, ήτον κατήχησις, καθώς ελέγετε πρωτήτερα.
Μοι διηγείτο συναξάρια και βίους των Αγίων.
Η μήτηρ Πία δεν επείσθη. Είπε καθ' εαυτήν ότι η κόρη αύτη ήτο πονηροτέρα ή όσον εφαίνετο. Εν τούτοις προσεποιήθη ότι επίστευσεν εις τους λόγους της. Διενοήθη δε ότι μάλλον έπρεπε να πιέση την Σιξτίναν όπως μάθη ό,τι επεθύμει. Αποχαιρετίσασα δε την Αϊμάν απήλθεν εις τον όρθρον.