Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 22: Κεφάλαιο 22

Η Σιξτίνα.

Ότε η Βεάτη έφθασεν εις το κατώτερον πάτωμα, ήκουσεν όπισθέν της το βήμα της Σιξτίνης, ήτις ανέβαινε διά της κλίμακος με το σοβαρόν βήμα της, κρατούσα τη ετέρα των χειρών το περίφημον μονόφωτον δέλετρόν της. Ο τρόπος δε μεθ' ου, εβάδιζε και πάντα τα κινήματα αυτής ενέφαινον γυναίκα έχουσαν την συναίσθησιν της ιδίας αξιοπρεπείας και μηδ' υποπτεύουσαν ότι είνε δυνατόν να σφάλη ή να παρεκκλίνη κατά κεραίαν εκ των χρεών της.

Η αδελφή Σιξτίνα ήτο μία εκ των γυναικών εκείνων, αίτινες ομοιάζουσι καθ' όλα με την χελώνην, αν υποθέσωμεν ότι το κολόβιον δύναται προσφυώς να παραβληθή με το καυκίον, όπερ δεν είνε απίθανον. Όλην την ζωήν της είχε προσπαθήσει να μάθη την τέχνην του να κρύπτη τους λογισμούς της, όπως κρύπτει η χελώνη την κεφαλήν και τα κώλα. Οφείλομεν δε να ομολογήσωμεν ότι είχε κατορθώσει να τελειοποιηθή εις την τέχνην ταύτην, τόσας δε προόδους είχε κάμει εις το επάγγελμα τούτο, ώστε κατήντησε να μη δύναται πλέον, και αν ήθελε, να εκφράση, ή να επιδείξη αφελές αίσθημα ή αληθή ιδέαν. Αν ενεφανίζετο αίφνης υπερφυής τις δύναμις, ήτις να τη επιβάλη ως απαραίτητον χρέος το να φανή εφάπαξ ειλικρινής, η Σιξτίνα και αν επεθύμει, δεν ηδύνατο να κατορθώση τούτο. Το ψεύδος και η υπόκρισις είχον καταστή παρ' αυτή δευτέρα φύσις, θάττον δε ηδύνατό τις να αποσπάση απ' αυτής την ψυχήν ή την μακροχρόνιον ταύτην έξιν. Ήθελε προτιμήσει δε να μείνη επί ένα όλον αιώνα εις το Καθαρτήριον πυρ, ή να εκστομίση έστω και μίαν λέξιν μη προλελογισμένην ή υπηγορευμένην πρός τινα απόρρητον πάντοτε σκοπόν.

Η αδελφή Σιξτίνα επρωταγωνίστει εις την τέχνην του να λέγη άλλα αντ' άλλων. Ηρίστευεν εις την τέχνην του να σιγά. Το στόμα της ήτο τόσον ερμητικώς κεκλεισμένον, ώστε εφαίνετο ότι εγεννήθη κωφάλαλος. Εκ της μακράς και κατηναγκασμένης συσφίγξεως των οδόντων, είχον σχηματισθή περί τας άκρας των χειλέων της δύο ελικοειδείς ρυτίδες, ήσαν δε αύται, ούτως ειπείν, η σκιά των λέξεων, αίτινες διήρχοντο αλλά δεν εξεφωνούντο. Το στόμα διέπνεεν αντί να λαλή. Αι σκέψεις της εξητμίζοντο εις αορίστους φθόγγους και εις ανάρθρους ψιθυρισμούς, αλλ' ουδέποτε εξεφράζοντο. Ηδύνατό τις ανατέμνων τον εγκέφαλόν της να εύρη μόρια εννοιών, αλλ' ουχί ακεραίας εννοίας. Τόσον εκ της πολυχρονίου έξεως του να συστέλλη τας λέξεις είχε μεταβή κατ' αντανάκλασιν ο τοιούτος περιορισμός και μέχρι της σκέψεως, ώστε μη δυναμένη να ομιλή, δεν ηδύνατο πλέον μηδέ να σκέπτηται.

Η αδελφή Σιξτίνα είχεν ασκήσει την πρώτην δοκιμασίαν της έν τινι σεμιναρίω θηλειών ιδρυμένω παρά τον Τίβεριν, ονόματι «Άκουα Σιλέντσιι», περιφήμω επί μοναστική πειθαρχία κατ' εκείνον τον χρόνον. Η αρχή και το τέλος της δοκιμασίας εν τω ειρημένω μοναχικώ παιδαγωγείω συνίστατο εις το να υποχρεώσι τας δοκίμους να κρατώσιν επί πολλάς καθ' εκάστην ώρας εντός του στόματος σταγόνας τινάς ύδατος χωρίς να τας καταπίνωσιν, εξ ου και το όνομα του σεμιναρίου. Σκοπός δε του πειράματος τούτου ήτο να γυμνάσωσι τας τροφίμους εις την σιωπήν. Φρονώ ότι η μέθοδος αύτη δεν εστερείτο επιβολής, απήτει δε τοσαύτας σταγόνας ευφυίας όσας και ύδατος. Φαίνεται δε ότι, πλην του ότι ώξυνε την έξιν, επενήργει αντιδραστικώς επί του λάρυγγος η τοιαύτη άσκησις, ώστε εκ της συνεχούς παρουσίας της υπερμέτρου υγρότητος επέφερεν αντιπεπονθότως την ξηρότητα, και εντεύθεν μάλλον προήρχετο η έξις της σιγής. Άλλως δεν τολμώ να υποβάλω εις τους φυσιολόγους την τοιαύτην εξ απειρίας προερχομένην εικασίαν.

Όπως και αν έχη τούτο, η αδελφή Σιξτίνα είχεν επαρθή εις τοιούτον υπεράνθρωπον σημείον εις την τέχνην ταύτην της σιωπής, ώστε καθ' ην στιγμήν ανένηψε και ενεθυμήθη ότι ήτο ανθρωπόμορφον πλάσμα και ώφειλε να απαντά τουλάχιστον εις τας απευθυνομένας αυτή ερωτήσεις, τότε μόνον παρετήρησεν ότι ο λάρυγξ αυτής ετραύλιζεν, η γλώσσα είχε καταστή ψελλή, τα δε χείλη εστρεβλώθησαν. Την στρεβλότητα δε ταύτην των αισθητηρίων είχε παρακολουθήσει και η στρέβλωσις του πνεύματος, ώστε κατ' αρχάς μόνον κολοβάς φράσεις κατώρθου να προφέρη, εδέησε δε να παρέλθη πολύς χρόνος μέχρις ου μάθη ν' απαγγέλλη αύθις περιόδους, και τότε εψεύδετο πλέον άνευ συνειδήσεως. Είχε καταστή αυτόματον, και αι απαιτήσεις της νέας αυτής θέσεως, επιβάλλουσαι αυτή την τυφλήν υπακοήν, την ηνάγκαζον να ψεύδηται κατά κόρον διά λογαριασμόν άλλων.

Επί τοσούτον δε προέβη το αξιόλογον τούτο προτέρημα, ώστε θαύμα θα ήτο αν η αδελφή Σιξτίνα κατώρθου ποτέ να είπη μίαν λέξιν αληθή, από αμνημονεύτων δε χρόνων δεν ηξιώθη να διαπράξη το σφάλμα τούτο. Εν τούτοις έμελλε να παρουσιασθή περίστασις, καθ' ην ήθελον ανατραπή πάσαι αι μεθοδείαι και αι τέχναι αύται, και η αδελφή Σιξτίνα έμελλε να χάση και αυτή την πυξίδα της.

Ότε εξήλθε τελεία εκ του σεμιναρίου του «Ύδατος της σιωπής», η αδελφή Σιξτίνα είχεν ακολουθήσει απόσπασμά τι του τάγματός της εις την Ανατολήν, των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Μετ' αυτών είχε μεταβή εις την νήσον Ρόδον, την κτήσιν ταύτην των ειρημένων ιπποτών. Ταύτα συνέβησαν προ δέκα ετών και επέκεινα. Η Σιξτίνα είχε διατρίψει επί τινα έτη εν Ρόδω. Σήμερον δε, ότε διέμενεν εν τη Μονή της Αγίας Περπετούας, έτυχεν αφορμής ν' αναμνησθή γεγονότα τινά από μακρού χρόνου τεθαμμένα εν τη διανοία αυτής. Τα γεγονότα ταύτα δεν επίστευεν η Σιξτίνα ότι έμελλόν ποτε ν' αναζήσωσιν εν τη μνήμη της, και διά τούτο εξεπλάγη ότε ησθάνθη εν εαυτή νυγμόν τινα, ως ωδίνας εγκυμοσύνης, τας μόνας ας ποτε υπέστη. Η αφορμή δε της αναμνήσεως ταύτης εδόθη εκ της παρουσίας ξένου τινός προσώπου εις το μοναστήριον. Οι χαρακτήρες του προσώπου τούτου, ους επιμελώς ηδυνήθη να παρατηρήση, ενεποίησαν αυτή παράδοξον εντύπωσιν. Προ δέκα ετών είχε γνωρίσει νεαρώτατόν τι πρόσωπον, παιδίον ως όλα τα παιδία, το οποίον με τους χαρακτήρας μεταβεβλημένους εκ της ηλικίας, ενεφανίζετο σήμερον εις τους οφθαλμούς αυτής. Δυνατόν να ηπατάτο η Σιξτίνα, αλλά πιθανόν να έβλεπεν ορθώς. Η στομακάκη ης την βάσανον είχεν υποστή κατά την νεαράν αυτής ηλικίαν, δεν ηδύνατο να παραβλάψη και την όρασιν αυτής, αι αισθήσεις της δε ωξύνθησαν τοσούτω μάλλον, όσω τα φωνητήρια όργανα είχον αμβλυνθή. Η Σιξτίνα ησθάνθη κατ' αρχάς ασθενή παλμόν υποσείοντα το στήθος της, ότε είδε το πρόσωπον τούτο. Τη επαύριον ο παλμός μετεβλήθη εις σκίρτημα. Όσον μάλλον εθεώρει την μορφήν ταύτην, τόσον μάλλον επείθετο περί της ομοιότητος, και περί της πιθανής ταυτότητος του προσώπου. Την τρίτην ημέραν η Σιξτίνα ήλθεν εις πειρασμόν να εκστομίση προς το εν λόγω πρόσωπον τα αισθήματα υφ' ων κατείχετο. Αλλ' οίμοι! Η μακροχρόνιος έξις του να ψεύδηται, είτε διά του λόγου είτε διά της σιγής, καθότι και η σιγή ήτο είδος σιωπηλού ψεύδους, δεν τη επέτρεπε να έλθη εις τοιαύτην διάχυσιν. Πριν ή πέση εις το ολίσθημα τούτο, ώφειλε κατά τους κανόνας να εξομολογηθή εις την ηγουμένην ή εις τον αββάν Βικέντιον. Αλλά τούτο θα ισοδυνάμει προς άρνησιν της επιθυμίας της, και προς παντελή αποχήν.

Τέλος αφού επί πέντε ημέρας η αδελφή Σιξτίνα διήλθεν όλους τους σταθμούς της αμαρτίας, από της &προσβολής& και του &συνδυασμού& μέχρι της &συγκαταθέσεως& και της &πάλης&, έμελλε πιθανώς να φθάση εις το πέμπτον και τελευταίον στάδιον, εις το &πάθος&. Την εσπέραν καθ' ην επέστρεφεν η Βεάτη εκ της συνδιαλέξεως, ην είχε συνάψει διά της οπής του κλείθρου προς την έγκλειστον, η Σιξτίνα ανέβαινε μετά την κατάβασιν αυτής, απόφασιν έχουσα να μη οπισθοδρομήση, αλλά να παραβή εφάπαξ τους κανόνας της και να ικανοποιήση τέλος την εύλογον περιέργειαν ην ησθάνετο από τοσούτων ημερών. Προς ανάπαυσιν δε της συνειδήσεώς της εφαντάζετο ότι ίσως η θεία Πρόνοια εκάλει αυτήν να εκτελέση αγαθήν τινα πράξιν, και διά τούτο ησθάνετο τον ασυνήθη τούτον γαργαλισμόν μεταξύ της γλώσσης και του λάρυγγος.

Η Σιξτίνα κύπτουσα όλη υπό την ροπήν της απηγορευμένης ταύτης παραβάσεως των κανόνων ανέβαινεν ανά δύο, όσον ηδύνατο να εκταθώσι τα σκέλη της, τας λιθίνας βαθμίδας της κλίμακος. Φθάσασα εις το υπερώον, ήνοιξε την θύραν, και εύρε την ξένην ορθίαν εισέτι, και διατελούσαν προφανώς υπό την εντύπωσιν της συνδιαλέξεως αυτής μετά της Βεάτης. Αλλ' η Σιξτίνα ουδεμίαν είχεν αφορμήν να παρατηρήση τούτο.

— Ε, πώς πέρασες, κόρη μου; την ηρώτησεν η Σιξτίνα.

— Καλά, μητέρα μου, απήντησεν η Αϊμά, αναμιμνησκομένη την
σύστασιν της Βεάτης, όπως μη εμπιστεύηται εις την Σιξτίναν.

— Σου έφερα φαγί, είπεν η Σιξτίνα, αποθέτουσα επί της τραπέζης
πινάκιον.

— Ευχαριστώ, είπεν η Αϊμά.

— Η ηγουμένη επιτρέπει να τρώγης λάδι, είπεν η Σιξτίνα.

— Δεν με μέλει δι' αυτό, απήντησεν η Αϊμά.

— Τούτο το εκάμεν επειδή ήσουν αδύνατη. Άλλως πως οι κανόνες του
μοναστηρίου δεν το επιτρέπουν, επειδή είνε σαρακοστή.

Η Αϊμά εσίγα.

— Φάγε, κόρη μου, είπεν η Σιξτίνα.

— Δεν πεινώ.

— Περιμένεις να φύγω, είπεν η Σιξτίνα.

Η Αϊμά την παρετήρει έκπληκτος. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έλεγε τοσούτους λόγους η μοναχή.

— Μήπως σ' ενοχλώ; επανέλαβεν αύτη.

— Όχι, μήτερ μου.

— Διατί δεν γευματίζεις;

— Δεν έχω όρεξιν, είπεν η Αϊμά απορούσα διά την φιλοφροσύνην
ταύτην, και δυσπιτούσα έτι μάλλον, επί τη αναμνήσει των νουθεσιών της Βεάτης.

Η Σιξτίνα έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή και ήτο σύννους. Τέλος είπεν·

— Η ηγουμένη επιθυμούσε να εξαγορευθής, αν ήθελες.

— Να εξαγορευθώ;

— Ναι, βέβαια.

— Και τι θα πη αυτό; ηρώτησεν αμαθώς η Αϊμά.

— Δεν ειξεύρεις;

— Δεν ειξεύρω, είπεν η νέα.

— Η εξαγόρευσις είνε μυστήριον της αγίας καθολικής Εκκλησίας μας,
είπε δογματικώς η Σιξτίνα, και είνε ανάγκη ο κάθε χριστιανός να εξομολογήται τακτικά. Άλλως, θα υπάγης εις την κόλασιν.

— Πού;

— Εις την κόλασιν, επανέλαβεν η Σιξτίνα.

— Και πού είνε αυτή η κόλασις; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Η κόλασις είνε εις τα καταχθόνια του Άδου, είπε μετά
πεποιθήσεως η Σιξτίνα.

Η Αϊμά εσιώπα.

Εν τούτοις ενόησεν η Σιξτίνα ότι είχεν εκλέξει κακήν μέθοδον. Ο σκοπός αυτής κατ' αρχάς ήτο να πείση την νέαν ότι οφείλει να εξομολογηθή, και να εκτελέση αυτή χρέη πνευματικού. Αλλ' ησθάνθη διττήν τύψιν συνειδήσεως, ένθεν μεν επί τη φυσική απάτη, ένθεν δε επί τη παραβάσει των ηθικών παραγγελμάτων. Όθεν έστη ενταύθα και μετέβαλε τακτικήν. Εσκέφθη ότι το καλλίτερον ήτο να έλθη αποτόμως εις το προκείμενον, και να υποβοηθήση την μνήμην της νέας, αν ήτο δυνατόν να ενθυμηθή τι αύτη, ει δ' άλλως να πεισθή αυτή ότι ηπατάτο. Αλλά δεν εφαντάζετο ότι έμελλεν από ανακριτρίας να περιέλθη εις την θέσιν της εξεταζομένης. Αιφνιδίως λοιπόν λέγει προς την Αϊμάν·

— Ενθυμείσαι, κόρη μου, αν έζησες ποτε εις την Ρόδον;

— Εις την Ρόδον; επανέλαβεν ενδοιάζουσα η Αϊμά.

— Εις την νήσον Ρόδον, επέμεινεν η Σιξτίνα. Είνε ωραία νήσος.

— Όχι, δε έζησα εκεί, είπεν η Αϊμά.

— Για θυμήσου καλά, είπεν ισχυρογνωμόνως η Σιξτίνα.

— Δεν θυμούμαι τίποτε.

— Ήσουν πολύ μικρή τότε.

— Δεν θυμούμαι.

— Και όμως, είπε βιάζουσα την γλώσσαν η Σιξτίνα, διότι ησθάνετο
δυσκολίαν όπως κινή αυτήν, αν και ήσουν μικρή, έπρεπε να θυμάσαι.

— Διατί;

— Διότι έκαμες εις τα χέρια μου.

— Πώς;

— Έζησες καμπόσους μήνας σιμά μου.

— Εγώ;

— Ναι.

— Πότε;

— Εις εκείνον τον καιρόν.

— Πού;

— Σοι το είπα, εις την Ρόδον.

Η νεάνις εκίνησε τους ώμους.

— Βίασε το μνημονικόν σου να ενθυμηθής, είπεν η Σιξτίνα. Δεν
ενθυμείσαι την Ρόδον;

— Σας είπα όχι.

— Δεν ενθυμείσαι τέλος πάντων τίποτε εκ της παιδικής σου ηλικίας;

Η νέα έκαμεν αμφίβολον κίνημα.

— Προτού να έλθης εις τον Μωρέαν, πού ήσουν;

— Δεν ειξεύρω.

— Δεν έζης έως τώρα με τους Γύφτους, καθώς έμαθα;

— Ναι.

— Και είνε αυτοί οι γονείς σου;

— Ποιος ξεύρει;

— Μέσα σου τι πιστεύεις; ότι είσαι θυγάτηρ των;

Η κόρη έκαμε μορφασμόν.

— Ειμπορεί να είμαι, είπεν.

— Ειμπορεί. Αλλά δεν έχεις βεβαιότητα, καθώς φαίνεται.

— Δεν έχω, είπεν η Αϊμά.

— Τότε, εις την κεφαλήν σου δεν κατέβη ποτέ καμμία ιδέα; δεν σ'
εφώτισεν η φαντασία σου;

— Εις τι πράγμα;

— Ότι αυτοί δεν είνε γονείς σου.

— Τι ωφελεί αυτό; Αφού δεν γνωρίζω ποίοι είνε.

— Ειμπορείς να τους μάθης.

— Αλήθεια; είπεν η Αϊμά, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.

— Όλα γίνονται.

— Πώς; ειξεύρεις λοιπόν να μ' ειπής; έκραξεν η Αϊμά.

— Ειμπορεί και να ειξεύρω, είπε πανούργως η Σιξτίνα. Αλλά πρέπει
να έχης υπομονήν.

— Ω, είπεν η Αϊμά μετ' ατονίας, και τούτο εσήμαινεν: Αλλ' έχω
παραπολλήν. Έως τώρα τίποτε άλλο δεν είχα.

— Δεν σου λέγω με βεβαιότητα τίποτε, κόρη μου, είπε θωπευτικώς η
Σιξτίνα. Εν τούτοις, αν με βοηθήσης...

— Τι να σε βοηθήσω; είπεν αφελώς η Αϊμά.

— Αλλά συ, φαίνεται, δεν ενθυμείσαι τίποτε. Αλλ' είνε δυνατόν να
μην ενθυμήσαι αληθώς;

— Τι θέλεις να ενθυμούμαι;

— Την παιδικήν σου ηλικίαν.

— Εγώ τω όντι δεν ενθυμούμαι, είπεν η Αϊμά. Το μόνον, οπού...

— Λέγε, είπεν η Σιξτίνα, ιδούσα την νέαν διστάζουσαν.

— Το μόνον οπού ενθυμούμαι είνε, ότι δεν πρέπει να είμαι παιδί
των.

— Ποίων; Των Γύφτων;

— Ναι.

— Και πού στηρίζεσαι, διά να συμπεραίνης τούτο;

— Αλλά..., είπεν ενδοιάζουσα η Αϊμά, δεν ενθυμούμαι κ' εγώ ουδέ
το πιστεύω με βεβαιότητα. Ως όνειρον έρχεται εις την ενθύμησίν μου, ότι μίαν ημέραν ήμουν εις τον δρόμον, και δεν είχα ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Την άλλην ημέραν ευρέθην έξαφνα εις την καλύβην των ανθρώπων αυτών.

— Ιδού οπού ενθυμείσαι. Και τι άλλο ακόμη;

— Και... ενθυμούμαι και ένα πέλαγο οπού αρμένισα, προτού να
ευρεθώ εκεί.

— Να, οπού δεν ήσουν πάντοτε εις αυτήν την χώραν. Διά να
αρμενίσης πέλαγο, θα πη ότι ήλθες απ' αλλού ...

— Βέβαια, είπεν η Αϊμά μειδιάσασα. Απ' αλλού θα ήλθα.

— Και αφού απ' αλλού ήλθες, θα ήλθες από την Ρόδον.

— Πώς το ειξεύρεις αυτό; παρετήρησεν η Αϊμά. Ειμπορεί να ήλθα από
άλλο μέρος και όχι από την Ρόδον.

— Σωστά, γίνεται και τούτο, είπεν η Σιξτίνα. Αλλ' όμως, αφού εγώ
σ' ενθυμούμαι από την Ρόδον.

— Λοιπόν ειπέτε μοι τούτο, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά. Αφού μ'
εγνωρίσατε, διηγηθήτέ μοι· ίσως ενθυμηθώ κεγώ.

— Μη βιάζεσαι, απήντησεν η Σιξτίνα. Ειπέ μοι ακόμη, δεν
ενθυμείσαι τίποτε πλειότερον, απ' αυτά που μοι είπες;

— Τι άλλο;

— Προτού να σε πάρουν οι Γύφτοι ψυχοκόρην.

Και η Σιξτίνα διεκόπη, περιμένουσα ίνα συμπληρώση η Αϊμά την φράσιν. Αλλ' αύτη εσίγα.

Η Σιξτίνα επανέλαβε·

— Και προτού ν' αρμενίσης το μεγάλο πέλαγο, που ήλθες από την
Ρόδον...

Και πάλιν η Σιξτίνα επέσχε τον λόγον. Αλλ' η Αϊμά ήκουε μόνον.

— Προτού να συμβούν όλα αυτά, δεν ενθυμείσαι άλλο τίποτε;

Η Σιξτίνα επέμενεν, ως να είξευρε τους λόγους, δι' ους η Αϊμά εδίσταζεν. Αλλ' αν είχε καταμετρήσει το βάθος του δισταγμού της κόρης, δεν θα ετόλμα, όσον και αν ήτο σκληρόκαρδος, να κινήση την νευράν ταύτην. Η ισχυρογνώμων επιμονή της μοναχής προεκάλει ακριβώς εν τη καρδία της νέας ανάμνησιν, ης η εξέγερσις έκαμνεν αυτήν να φρίττη. Εις τα ενδόμυχα της ψυχής ταύτης υπήρχε τι ως βάραθρον βαθύ ορωρυγμένον, ζοφερόν, ερεβώδες, απαίσιον, αλλ' εσφραγισμένον διά της σφραγίδος του χρόνου. Όστις παρεκινδύνευε να αποσπάση αποτόμως το επίπωμα τούτο, ώφειλε να ιλιγγιά προς το βάθος της αβύσσου, εξετέλει δ' εξ ανάγκης έργον βάρβαρον.

Η Αϊμά επίεσε με την χείρα το στήθος, εδίστασεν επί μακρόν, και είπεν

— Ενθυμούμαι... και κάτι άλλο ... αλλ' είνε όνειρον.

— Όνειρον; επανέλαβεν η Σιξτίνα.

— Πολύ κακόν, πολύ φρικτόν όνειρον, είπεν επιμόνως η νέα.

— Και δεν θέλεις να το είπης;

— Ω, δεν ειμπορώ. Δεν ειμπορώ ουδέ να το ενθυμηθώ.

— Δοκίμασε, κόρη μου.

— Είνε ανάγκη; είπεν η Αϊμά φρικιώσα.

— Είνε ανάγκη. Χωρίς να ειξεύρω όσα ενθυμείσαι εκ του βίου σου,
δεν ειμπορώ να σε βοηθήσω εις τίποτε.

— Ω, Θεέ μου, Θεέ μου!

— Διατί φοβείσαι τόσον; Μήπως τα παρελθόντα επανέρχονται;

— Ω, επανέρχονται είπεν η Αϊμά. Τω όντι, αυτός, αυτός είνε.

— Ποίος αυτός; ηρώτησεν η Σιξτίνα, διεγερθείσης της περιεργείας
της εκ της τελευταίας φράσεως.

— Τίποτε, είπεν η Αϊμά, μεταμεληθείσα. Τίποτε.

— Αλλ' ομιλείς μυστηριωδώς, τέκνον μου. Δεν εννοώ.

— Ω, όχι.

— Θα μοι είπης λοιπόν;

— Ω, ποτέ! ποτέ! είπεν η Αϊμά μετά φρίκης.

Η κατατρύχουσα την νεανίδα ανάμνησις απετέλει δι' αυτήν συναίσθημα όλως αυτόματον και νευρικόν. Ο τρόμος αυτής προήρχετο εκ της σφοδροτάτης και σπαρακτικής εκείνης εντυπώσεως, ήτις εκφράζεται παρ' ημίν διά της φράσεως: &επήρε φρίξι!& Υπό την εντύπωσιν ταύτην, η κόρη ήσπαιρε κατά γράμμα ως ιχθύς. Και όμως είχον παρέλθει μακρά έτη, και η εντύπωσις αυτής εσώζετο εισέτι, και διηγείρετο εκάστοτε ακμαία εις πάσαν πρόκλησιν. Εντεύθεν εξηγείται ο τρόμος αυτής ενώπιον της δεσποτικής απαιτήσεως της Σιξτίνης.

Αύτη πάλιν βλέπουσα τον ακατανόητον τούτον φόβον της νέας ησθάνετο την περιέργειάν της ερεθιζομένην. Εν τούτοις φοβηθείσα μη απολέση τα πάντα, ενόησεν ορμεμφύτως ότι ώφειλε να υποχωρήση προς καιρόν. Αλλ' η Αϊμά κατείχετο και αυτή υπό υψίστου διαφέροντος. Ήλπιζε ν' ακούση τι παρά της Σιξτίνης περί της τύχης της. Επάλαιε δε μεταξύ διττών αισθημάτων. Η Σιξτίνα τη είπεν·

— Ας αναβάλωμεν, κόρη μου, αφού δυσκολεύεσαι να το είπης.

— Όχι, είπεν η Αϊμά, υπερνικώσα την φρίκην αυτής· θα μοι είπετε
διά τους γονείς μου;

— Θα σοι είπω όσα ειξεύρω διά σε, απήντησεν η μοναχή.

— Διά τους γονείς μου; επανέλαβεν η Αϊμά.

— Και διά τους γονείς σου, αν ειξεύρω.

— Λοιπόν ακούσατε, μήτερ μου, είπεν η νέα, και συνέσφιγγε πάντοτε
την καρδίαν της με την αριστεράν χείρα.

Όταν ήμουν μικρή, ενθυμούμαι οπού μ' έφερεν εις την αγκάλην του ένας άνθρωπος . ..

— Και τι άνθρωπος ήτον αυτός; ηρώτησεν η μοναχή.

— Αυτόν μοι φαίνεται ότι τον ανεγνώρισα αυτάς τας ημέρας, αλλά
δεν ειξεύρω. Αργότερα σας λέγω τούτο.

— Εξακολούθει, κόρη μου.

— Πόσον καιρόν μ' έφερεν εις την αγκάλην του, δεν ειξεύρω, αλλά
με ηγάπα και μ' επροστάτευεν.

— Έπειτα;

— Ενθυμούμαι οπού επεριπάτει πάντοτε την νύκτα εις τα δάση· την
ημέραν εφοβείτο να παρουσιασθή εις τας πόλεις, διότι τον κατεδίωκον, ως φαίνεται.

— Τίνες;

— Οι εχθροί του. Δεν ειξεύρω ποίοι ήσαν. Την ημέραν ανεπαυόμεθα
εις παράμερα μέρη· την νύκτα μ' εσήκωνε εις τους βραχίονάς του και εβαδίζομεν μεγάλα διαστήματα.

— Και ποίος ήτον ο σκοπός του;

— Δεν ειξεύρω εγώ. Μόνον ειξεύρω ότι εύρισκε πάντοτε καλήν τροφήν
δι' εμέ, και όταν εκοιμώμην μ' εσκέπαζε με τον επενδύτην του. Υποκάτω εις πυκνά φυλλώματα, μέσα εις τους θάμνους, όπου εκοιμώμεθα, μου ετοίμαζε πάντοτε την καλλιτέραν θέσιν διά κλίνην, και ενώ εκοιμώμην, πολλαίς φοραίς μοι εφαίνετο ότι έβλεπα την σκιάν του να με φυλάττη ορθία εις το πλάγι μου. Διότι αυτός είχε λογισμούς και αγρυπνούσε πάντοτε.

— Και διατί σε αγαπούσε τόσον; Μήπως ήτο συγγενής σου;

— Δεν ειξεύρω. Με ωνόμαζε παιδί του, τον ωνόμαζα πατέρα μου. Και
όμως...

Η Αϊμά διεκόπη.

— Τι έχεις πάλιν; είπεν η μοναχή.

— Τίποτε, είπεν αναλαμβάνουσα η Αϊμά. Κόμβος γίνεται εις τα στήθη
μου.

— Κόμβος; Διατί;

— Όταν έλθω διά να είπω αυτό, αρχίζω να τρέμω όλη.

— Θάρρος, τέκνον...

Η Αϊμά εδίστασεν επί μικρόν, και είπε·

— Και όμως, ενώ με αγαπούσε τόσον, μ' έρριψεν εις τον κρημνόν διά
να με φονεύση.

— Εκείνος;

— Εκείνος ο ίδιος, είπε τρέμουσα η Αϊμά και συσπώσα τους
βραχίονας. Τα χείλη της δε είχον καταστή ωχρά. Οι οφθαλμοί της είχον στυλωθή εις αόρατόν τι φάσμα, ιστάμενον ενώπιόν της.

— Σ' έρριψε λοιπόν από τον κρημνόν; επανέλαβεν η Σιξτίνα.

— Μ' έρριψε διά να με φονεύση. Αλλ' έπεσα εις τον ποταμόν, και
πάγωσα. Ω Θεέ μου! ακόμη είμαι παγωμένη, είπε ψυλαφώσα το σώμα με τας χείρας αυτής.

— Δεν γίνεται να είσαι παγωμένη, είπε μειδιώσα η Σιξτίνα. Εδώ
κάμνει ζέστην, και ο χειμώνας μας πέρασεν. Έτσι σου φαίνεται.

— Ω Θεέ μου!

— Και έπεσες εις το νερόν;

— Ναι.

— Ήτο βαθύ;

— Πρέπει να ήτο πολύ βαθύ.

— Και πώς δεν επνίγης;

— Αυτό δεν ειμπορώ ακόμη να εννοήσω, είπεν η Αϊμά. Τι έγεινε δεν
ειξεύρω. Αλλά φαίνεται ότι έμεινα πολύν καιρόν αναίσθητη. Εις αυτό το διάστημα μου εφαίνετο ως να ήμουν νεκρά, προσέθηκε παραλογιζομένη.

— Αλλ' αφού ήσουν αναίσθητη, πώς γίνεται να είχες αυτήν την
ιδέαν; παρετήρησεν η Σιξτίνα· και αν ήσουν νεκρά, πώς θα το είξευρες;

— Έχεις δίκαιον, είπεν η Αϊμά. Δεν είξευρα πού ευρισκόμουν, ήμουν
εις ένα χαμένον κόσμον.

— Και όταν ήλθες εις τον εαυτόν σου, πού ευρέθης; ηρώτησεν η
μοναχή.

— Όταν άνοιξα τα όμματά μου, μου εφάνη ότι ήμουν επάνω εις μίαν
κλίνην ζεστήν, και φωτία αναμμένη έκαιε πλησίον μου. Ένας αγνώριστος άνθρωπος έστεκεν επάνωθέν μου και μ' εκύτταζε με συμπάθειαν.

— Και έπειτα;

— Έπειτα δεν ενθυμούμαι πλέον. Εδώ σταματά η μνήμη μου. Ως
φαίνεται έπεσα εις αρρώστιαν, η οποία διήρκεσε πολύν καιρόν.

— Είνε αληθές, είπεν η Σιξτίνα.

— Ειξεύρεις λοιπόν;

— Έκαμα την νοσοκόμον διά σε, κόρη μου, είπε μετ' ειλικρινούς
συμπαθείας η Σιξτίνα.

— Λοιπόν είνε η σειρά σας να μου διηγηθήτε, μήτερ μου.

— Θα σοι διηγηθώ όσα ειξεύρω, απήντησεν η Σιξτίνα. Αλλά ποίους
λόγους να είχεν ο άνθρωπος εκείνος διά να θελήση τον θάνατόν σου;

— Αυτό δεν ειξεύρω, είπεν η Αϊμά.

— Και όμως ήθελα να το μάθωμεν.

— Ποίος το ειξεύρει; είπε μετ' αμφιβολίας η Αϊμά.

— Θα υπάρχουν άνθρωποι να το ειξεύρουν, πιστεύω.

— Και πού να τους εύρωμεν;

— Αυτό πρέπει να το φροντίσωμεν χωρίς άλλο. Πιστεύεις ότι
αισθάνομαι συμπάθειαν διά σε;

— Ευχαριστώ, μήτερ μου.

— Και επιθυμώ να μάθω ποία είσαι, προσέθηκεν η Σιξτίνα μη
ευρίσκουσα άλλην ερμηνείαν της λέξεως συμπάθεια.

— Κ' εγώ επιθυμώ το ίδιον, είπεν η Αϊμά.

— Άκουσε λοιπόν.

Η Αϊμά ετοποθετήθη καλλίτερον επί του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο, και ητοιμάσθη ν' ακούση απλήστως τας τοσούτον πομπωδώς προαγγελλομένας αποκαλύψεις της αδελφής Σιξτίνης.