Ο μοναστικός βίος.
Εν τω περιβόλω του μοναστηρίου συνέβαινον καθ' εκάστην τρομεραί μάχαι μεταξύ του επιδρομέως Χόμο και πολυαρίθμων αμυνομένων. Δύο δωδεκάδες γαλών ετρέφοντο εν τω περιβόλω τούτω, αίτινες θα ήσαν ικαναί να καταδιώκωσι τελεσφόρως τους μυς, αν δεν επαχύνοντο υπερμέτρως. Αλλ' όσον διά τον Χόμο, ούτος δεν ηδύνατο ο δυστυχής να εισχωρήση αποινεί εις το ιερόν οίκημα. Διά την τύχην αυτού η τοσαύτη πιμελή εχρησίμευεν οιονεί προς λίπανσιν των σωμάτων και όξυνσιν των ονύχων των εχθρών του. Αλλ' όμως ο φόβος δεν εκώλυεν αυτόν του να εισχωρή εις το μοναστήριον, βιαζόμενος υπό του ενστίκτου της ζωής. Είνε βέβαιον ότι μεταξύ των μοναζουσών είχε και προστάτιδας. Μία αυτών, η αδελφή Βεάτη, εδεικνύετο εξόχως ευμενής προς τον κύνα. Η ευμένεια δε ήτο το κυριώτατον γνώρισμα της γυναικός ταύτης. Αύτη εμειδία τόσον προθύμως και περιχαρώς προς πάντα τα περί αυτήν, ώστε ουδείς ηδύνατο να την μεμφθή ούτε διά το υψηλόν της ανάστημα ούτε διά την άπλυτον εμπροσθέλλαν ην εφόρει. Η αδελφή Βεάτη ήτο η επιτηδειοτάτη των μαγείρων και η αμελεστάτη των καλογραιών. Εις μάτην οι κώδωνες εκώφαινον νυχθημερόν τα ώτα της. Εις την εκκλησίαν δεν επάτει. Δεν ενόει να καταλίπη ουδέ στιγμήν το μαγειρείον. Ήτο δ' ευχαριστημένη με το επάγγελμά της, όπερ εδικαιολόγει αποχρώντως την εκ του ναού απουσίαν. Εδήλωσε δε εις την ηγουμένην, ότι αν εις το μέλλον τυχόν επαύετο από του διακονήματος τούτου, η προτιμώμενη παρ' αυτής θέσις ήτο η της κωδωνοκρουστρίας.
Η Βεάτη εύρισκε καιρόν να συμβιβάζη τα χρέη της με τας αδυναμίας της και τούτο ήτο επίσης αξιόλογον προτέρημα. Μία των αδυναμιών της συνίστατο εις το να περιέρχηται νύκτωρ τα δωμάτια των μοναζουσών, και ν' αρχίζη μετ' αυτών συνδιαλέξεις σχοινοτενείς περί παντός πράγματος. Θέμα αυτών συνήθως ήτο, ως εννοείται, η κακολογία. Η αδελφή Βεάτη είχε την καλήν συνήθειαν να λοιδορή αδυσωπήτως πάσας τας μοναχάς, όσαι είχον την ευτυχίαν να συζώσι μετ' αυτής υπό την αυτήν στέγην. Η αδελφή Βεάτη ήτο φιλοπράγμων και ανυπόμονος εις το έπακρον. Δεν ηνείχετο να υπάρχωσι μυστικά δι' αυτήν. Τω όντι εσκέπτετο ότι, αφού παν μυστικόν ήτο προωρισμένον να είνε γνωστόν εις δύο τουλάχιστον πρόσωπα, διατί να μη είνε και εις τρίτον, και διατί το τρίτον τούτο να μη είνε αυτή αντί πάσης άλλης; Ησθάνετο δε τοσούτον γαργαλισμόν περιεργείας, οσάκις εδίδετο αφορμή προς ανίχνευσιν μυστικού τινος, ώστε δεν ηδύνατο ούτε να κοιμηθή ούτε να φάγη. Εάν δεν κατώρθου νανακαλύψη τι συνέβαινε, κατέφευγεν εις εικασίας, εις συνδυασμούς, εις πλάσματα, και τέλος έλυεν οπωσδήποτε την απορίαν της. Σπανίως δε ηστόχει ολοσχερώς του επιδιωκομένου παρ' αυτής αξιεπαίνου σκοπού.
Μία τοιαύτη περίστασις απαιτούσα θηρευτικήν και ανιχνευτικήν όσφρησιν είχε παρουσιασθή αρτίως εις το μοναστήριον και διήγειρε σκανδαλωδώς ορθήν και άγρυπνον την προσοχήν της Βεάτης. Νέα τις άγνωστος εις πάσας τας μοναχάς είχεν έλθει εις το μοναστήριον και την είχον κλείσει εις δωμάτιόν τι χωρίς μηδεμία των μοναζουσών να ίδη αυτήν. Εψιθυρίσθη μόνον το πράγμα, και τις των αδελφών, ονομαζομένη Πογκία, ισχυρίζετο ότι την είδεν, αλλ' ήσαν συνειθισμέναι να μη πιστεύωσιν εις τας διαβεβαιώσεις της Πογκίας, καθόσον αύτη ήτο γνωστή ως ελαφρόσκιος, και είχε τόσας δράσεις όσους και οφθαλμούς. Οι οφθαλμοί της δ' έβλεπον προς τα εντός μάλλον ή προς τα εκτός, και υπείκον αποκλειστικώς εις την φαντασίαν της. Ήτο γνωστόν μόνον ότι η εν λόγω νέα είχεν έλθει διά νυκτός, αλλ' ουδεμία των μοναχών είξευρεν ούτε τις την έφερεν ούτε διατί ήλθε. Περιέμενον την επιούσαν και την μεθεπομένην, ελπίζουσαι να την ίδωσιν εξερχομένην του κελλίου, όπου είχε κλεισθή τη διαταγή της ηγουμένης. Αλλ' η προσδοκία αύτη υπήρξε ματαία. Ουδεμία των καλογραιών ηξιώθη να ίδη το πρόσωπόν της. Τις άρα ήτο η ξένη αύτη; Ήτο δόκιμος; Ήτο νεοφώτιστος; Ήτο κατηχουμένη; Ήτο μετανοούσα; Ήτο κατάδικος; Άγνωστον.
Η αδελφή Βεάτη ετριγυρίσθη. Αύτη μόνη είχε τόσην περιέργειαν, όσην αι άλλαι μοναχαί όλαι ομού. Τι να κάμη; Ανάγκη πάσα νανακαλύψη το μυστικόν. Ν' αποθάνη τις εκ σκληραγωγίας, υπομονή. Ν' αποθάνη εκ γήρατος, χάρισμα. Ν' αποθάνη εκ νόσου, υποφέρεται. Ν' αποθάνη εκ βιαίου θανάτου, τι να γείνη; Αλλά ν' αποθάνη εκ περιεργείας; Τούτο θα ήτο πρωτάκουστον. Και όμως η αδελφή Βεάτη θα ήτο ικανή να δώση εις τον κόσμον το τοιούτον παράδειγμα.
Η Βεάτη, ιδούσα ότι δεν έμελλε να κατορθώση τι διά των συνήθων μέσων, ήρχισε να σκέπτηται ήδη ότι ήτο ανάγκη εκτάκτου τινός διαβήματος. Εν τω μεταξύ δ' εξέφαζε διαφόρους αλλήλας αναιρούσας εικασίας. Κατά την αδελφήν Πογκίαν, η νέα ήτις είχεν έλθει είχεν όλως φανταστικά χρώματα. Ήτο υψηλή ως ανήρ και ωμοίαζε κατά την φυσιογνωμίαν με την Αγίαν Περπέτουαν, την προστάτιν του μοναστηρίου, ήτις είχε την έκτακτον όλως χάριν να δαμάζη τα άγρια θηρία. Τοιαύτην την είχεν ιδεί η αδελφή Πογκία εις τας οπτασίας της.
Η Βεάτη ουδέν εκ πάντων τούτων παρεδέχετο. Τα συμπεράσματα αυτής ήσαν άλλα, έμελλε δε να πλάση ολόκληρον ιστορίαν περί του πράγματος, αν δεν επροτίμα να κάμη μίαν αληθή. Προς τούτο ήρχισε να κατασκοπεύη περί την εσπέραν τα κατατόπια, όπου είχε μάθει ότι κατώκει η ξένη. Αύτη ήτο έγκλειστος εις το υψηλότερον δώμα, κτίριόν τι πυργοειδές, μέρος έρημον, οπού σπανίως ανέβαινον αι μοναχαί. Άλλως δε η θύρα του χωρίσματος τούτου ήτο από αμνημονεύτων χρόνων ερμητικώς κεκλεισμένη.
Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός, ενώ αι μοναχαί ανεγίνωσκον εν τω καθολικώ το απόδειπνον, η αδελφή Βεάτη εσκέφθη ότι δεν έπρεπε να χάση καιρόν, έλαβεν εκ του μαγειρείου δάδα ανημμένην και ανήλθε τα τρία πατώματα της &κόρδας&. Έφθασεν εις την θύραν του πυργοειδούς δώματος. Ώθησεν αυτήν, και εξεπλάγη ιδούσα ότι ήτο ανοικτή. Στενή κλίμαξ ήτο ενώπιόν της άγουσα προς το δώμα, όπου έπρεπε να κατοική η ξένη, αν υπήρχε τοιαύτη και δεν ήτο πλάσμα της φαντασίας. Η Βεάτη έθηκεν αποφασιστικώς τον πόδα επί της πρώτης βαθμίδος, και αι σεσαθρωμέναι σανίδες έτρεμον υπό τα γόνατά της. Ευρώς και υγρασία διέπνεε διά των χωρισμάτων τούτων. Η δας ην εκράτει η μοναχή επλησίαζε να σβεσθή. Έφθασεν εις το ύψος της κλίμακος. Η θύρα του πρώτου χωρίσματος ενέδωκεν επίσης. Ήτο τούτο είδος προθαλάμου, μετ' αυτόν δε είπετο ο κύριος θάλαμος, εν ώ έπρεπε να κατοική το μυστηριώδες πρόσωπον. Περί των δύο τούτων θαλάμων υπήρχεν αρχαία τις παράδοσις. Η Βεάτη ήθελεν αισθανθή φόβον, αν δεν κατείχετο υπό μεγίστης πολυπραγμοσύνης και έμενε χώρος δι' άλλο αίσθημα εν τη καρδία της.
Η παράδοσις αύτη έλεγεν ότι μοναχός τις κατοικών το πάλαι εις τα δώματα ταύτα, ασκήσας μεγίστην εγκράτειαν, είχεν αγιάσει. Κατ' άλλους δεν είχεν αγιάσει, αλλά τουναντίον εβρυκολάκιασε, και κατά την συνήθειαν των ομοίων του ηρέσκετο να επανέρχηται νύκτωρ εις το έρημον τούτο δώμα, όπως επισκέπτηται μετά θάνατον την πάλαι κατοικίαν του. Την τελευταίαν ταύτην γνώμην παρεδέχετο και η ηγουμένη του μοναστηρίου, η μήτηρ Πία, καθότι δεν εδέχετο αύτη ότι ήτο δυνατόν να αγιάση σχισματικός μη πρεσβεύων τα δόγματα του Πάπα. Αγνοώ ποτέρα των δύο γνωμών είνε η ορθή.
Ο προθάλαμος, εν ώ ευρίσκετο η αδελφή Βεάτη, κάθυγρος, με τους τοίχους μαύρους και αραχνιώντας, ήτο θλιβερώτατος. Εφ' ενός των τοίχων, σώζοντος εισέτι ολίγην κονίαν, εφαίνετο κεχαραγμένος μέλας Σταυρός μετά της λόγχης και του σπογγοφόρου καλάμου. Υπό το σημείον τούτο υπήρχεν ελληνική τις επιγραφή λέγουσα: «Ίδε, έφθασε, ταλαίπωρε ψυχή, ο απόστολος ο ερχόμενος οπίσω μας. Τι καθήμεθα; Αποδημία εστίν αιώνιος, μη έχουσα πάλιν επάνοδον». Την επιγραφήν ταύτην εχάραξε πιθανώς αυτός ο πάλαι ποτέ ζήσας αναχωρητής, όστις δεν εφαντάσθη, φαίνεται, ότι έμελλε να βρυκολακιάση και να επανέρχηται ενταύθα και μετά την αιώνιον αποδημίαν.
Όπως και αν έχη τούτο, η Βεάτη δεν κατείχετο την στιγμήν ταύτην υπό ουδενός δεισιδαίμονος αισθήματος. Επλησίασε θαρραλέως και έκρουσε την θύραν. Αλλ' αύτη ανθίστατο. Ήτο στερρώς κεκλεισμένη. Η Βεάτη επανέλαβε την κρούσιν. Έκρουσε δε ηρέμα και συνεχώς. Ουδεμία φωνή ηκούσθη.
— Ποία είσαι αυτού μέσα; ηρώτησεν η Βεάτη.
Ουδεμία απάντησις.
— Ποία είσαι; επανέλαβεν η Βεάτη. Δεν ομιλείς δι' αγάπην Θεού;
Τη στιγμή ταύτη εφάνη εις την Βεάτην ότι ήκουσεν ως πνοήν ή στεναγμόν τινα, κίνημά τι ανθρώπου αφυπνιζομένου. Ηκροάσθη. Δεν ήκουσε πλέον τίποτε. Ενόμισεν ότι ηπατήθη την πρώτην φοράν.
Ητοιμάζετο να κρούση και εκ τρίτου. Αλλά συγχρόνως ήκουσε βήματα εκ του αντιθέτου μέρους. Διά της κλίμακος ην είχεν αρτίως αναβή, ανέβαινέ τις.
Η Βεάτη μόλις επρόφθασε να κρυφθή όπισθεν της θύρας, δι' ης είχεν εισέλθει, και είχεν αφήσει αυτήν ανοικτήν. Διενοήθη ότι πρέπει να ήτο η ηγουμένη αυτή ήτις ήρχετο.
— Ποίος ήνοιξε αυτήν την πόρτα; ηκούσθη μορμυρίζουσα φωνή τις.
Εγώ την άφησα ανοικτή; Παναγία μου! Μη χειρότερα! Μη ήρθεν ο βρυκόλακας;
Η Βεάτη ανεγνώρισε την γυναίκα ταύτην. Δεν ήτο η ηγουμένη. Ήτο η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξετέλει χρέη νοσοκόμου εν τη μονή. Η Βεάτη διενοήθη ότι αύτη βεβαίως θα ανέλαβε να υπηρετή την έγκλειστον εις τα προς τροφήν και πάσαν άλλην διακονίαν του σώματος, και διά τούτο ήρχετο ενταύθα.
Η Βεάτη εκόλλησεν όπως ηδυνήθη εις την κόγχην της θύρας. Άλλως θα ήτο ήδη σκότος, διότι είχε σβέσει την δάδα. Η αδελφή Σιξτίνα, φοβουμένη μη την κατασκοπεύωσι μακρόθεν, έφερεν ένα εκ των ετεροπλεύρων εκείνων φανών, των φωτιζόντων τα έμπροσθεν του βαστάζοντος, καθιστώντων δε βαθύτερον το όπισθεν σκότος. Δεν εστράφη να ίδη οπίσω της θύρας, ήτο δε και αδύνατον να φαντασθή, ότι ήτο τις ενταύθα. Αν και δεν ηρκέσθη βεβαίως εις την υπόνοιαν ότι ήλθεν ο βρυκόλαξ, δεν συνέλαβεν όμως αλλοίαν υποψίαν. Μη έχουσα πεποίθησιν εις την μνήμην της, δεν είξευρε μετά βεβαιότητος ότι είχε κλείσει πράγματι την θύραν, την τελευταίαν φοράν καθ' ην ήλθεν ενταύθα. Δυνατόν να την άφησε και ανοικτήν και να μη ενεθυμείτο. Εν τούτοις προυχώρησεν αύτη προς τον κλειστόν θάλαμον.
Ανέσυρεν εκ της ζώνης της βαρείαν κλείδα και έθηκεν αυτήν εις το κλείθρον. Η προστριβή και ο κρότος του σιδηρού εργαλείου αντήχησε βραχνώς υπό τον λίθινον θόλον. Η θύρα ηνοίχθη μετά βαρέος τριγμού.
Η Βεάτη προέβαλε γοργώς την κεφαλήν όπισθεν της Σιξτίνης και προσεπάθησε να ίδη τα εντός του ανοιχθέντος θαλάμου. Αλλ' όσον άπληστον και αν ήτο το βλέμμα της ουδέν προέλαβε να ίδη. Η αδελφή Σιξτίνα έκλεισεν αύθις την θύραν και σκότος βαθύ αποκατέστη.
Τότε η Βεάτη εσκέφθη ότι, αφού δεν είχεν ικανοποιήσει την όρασιν, ώφειλε τουλάχιστον να ευχαριστήση την ακοήν. Πατούσα επ' άκρων των ονύχων επλησίασεν εις την θύραν, και έτεινε τα ώτα. Αλλ' ουδέν ήκουεν. Έμεινε χρόνον τινά αυτόθι. Ουδέν.
Η Βεάτη εσκέφθη ότι ίσως η ξένη εκοιμάτο, και αφού το πράγμα ούτως είχεν, η Σιξτίνα μη έχουσα ν' αποτείνη τον λόγον πρός τινα, δεν ήτο ανόητος να ομιλή μόνη της, και ούτω συνέβαινεν ώστε αυτή, η Βεάτη, καίπερ τείνουσα υπερμέτρως τα ώτα, ουδέν όμως ήκουεν. Η εικασία αύτη εφάνη εις την Βεάτην η λογικωτάτη, εξ όσων είχε κάμει ποτέ.
Εν τούτοις ηκροάτο εισέτι. Έμελλε δε να μείνη επί μακρόν χρόνον ορθία ενταύθα, αν δεν επήρχετο εις αυτήν η προφυλακτική πρόνοια, ότι ήτο επόμενον η Σιξτίνα να εξέλθη όθεν εισήλθε, και τότε η Βεάτη έμελλε να καταληφθή επ' αυτοφώρω ωτακουστούσα. Η σκέψεις αύτη την έκαμε να τραπή εις φυγήν. Αλλ' ενταύθα πάλιν άλλη δυσκολία. Είπομεν ότι ήτο σκότος. Η Βεάτη ήτο ηναγκασμένη να βαδίση ψηλαφίνδα, να καταβή την σεσαθραιμένην κλίμακα, να διέλθη τους σκοτεινούς εκείνους διαδρόμους δι' ων από μακρού χρόνου δεν είχε διαβή.
Εν τη αμηχανία της εσκέφθη να κρυβή εις την κόγχην την όπισθεν της θύρας του προθαλάμου, και να περιμείνη μέχρις ου εξέλθη η Σιξτίνα, αφού, ως επίστευεν, έμελλε να εξέλθη αύτη. Αλλ' αν δεν εξήρχετο; Αν έμελλε να μείνη εις τον θάλαμον της ξένης και να διανυκτερεύση μετ' αυτής, όπερ δεν ήτο απίθανον; Τότε ουδέν έμελλε να χάση η Βεάτη. Διότι μετά δύο ή τρεις ώρας δεν έμελλε να πυκνωθή πλειότερον το σκότος, τουναντίον περί το μεσονύκτιον θ' ανέτελλεν η σελήνη, ης το φέγγος θα διήρχετο διά τινος φεγγίτου, και θα ωδηγείτο να βαδίση ευχερέστερον. Πλην τούτου οι οφθαλμοί της, οίτινες έβλεπον καλώς, ήθελον συνειθίσει εις το σκότος, και θα υπηρέτουν αυτήν καλλίτερον. Αν τουναντίον, παρά πάσαν πιθανήν εικασίαν, εξήρχετο εκ του θαλάμου η Σιξτίνα, τότε η Βεάτη δεν ηδύνατο να φοβηθή το τεχνητόν σκότος, όπερ προεκάλει όπισθεν της νυκτοβάτιδος το ημιφαές δέλετρον, και η ανιχνεύτρια έμελλε να οδηγηθή διά της αντιλαμπής του φωτός πλειότερον ή η Σιξτίνα διά της ορθής αυτού λάμψεως.
Ταύτα διανοηθείσα η Βεάτη, απεφάσισε να παραμείνη. Εκάθισεν αναπαυτικώς επί της κόνεως της σεσωρευμένης όπισθεν της θύρας, και περιμένουσα μετ' άκρας υπομονής. Οφείλομεν προς τιμήν της να είπωμεν, ότι ουχί ο φόβος και το σκότος εκώλυσαν αυτήν να επανέλθη. Αν και είχε σβέσει εξ ανάγκης την δάδα, ην είχε φέρει, εν τούτοις ηδύνατο να καταβή και άνευ φωτός, και τούτο τη συνέφερε καλλίτερον. Αν είχεν ανάγκην φωτός, δεν ήθελε λησμονήσει να λάβη εκ του μαγειρείου μεθ' εαυτής πυρίτην λίθον και χάλυβα. Ουχί η επιλησμόνυση, αλλ' η ολιγωρία ήτο η αιτία της παραλείψεως ταύτης. Εν τοσούτω η αγαθή αύτη γυνή προυτίμησε να μείνη μάλλον ή ν' απέλθη, εκείνο δε όπερ έπεισεν αυτήν ν' αποφασίση τούτο, δεν ήτο ουδέν των προειρημένων αιτίων, αλλ' εκείνο όπερ προείπομεν, η πολυπραγμοσύνη υφ' ης κατείχετο. Και βεβαίως, αφού το αξιόλογον τούτο προτέρημα την έκαμνε ν' αναβή τρία ή τέσσαρα πατώματα εν καιρώ νυκτός, καθ' ον χρόνον αι άλλαι έψαλλον το &Χαίρε Μαρία&, δεν ηδύνατο άρα να την βιάση να μείνη δύο ή τρεις ώρας ενεδρεύουσα εις τον υψηλόν τούτον όροφον; Τι το κωλύον αυτήν;
Δεν περιέμενεν όμως πολύ. Εξαίφνης η θύρα του κελλίου ηνοίχθη. Η Βεάτη συνεμαζεύθη όπως καλλίτερον ηδύνατο παρά την γωνίαν της, αλλ' η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξήλθε βαστάζουσα το δέλετρον, δεν διηύθυνε το βλέμμα μακράν. Εστράφη ευθύς οπίσω, εισήγαγε την κλείδα εις το κλείθρον, αντήχησεν εκ νέου ο πένθιμος εκείνος τριγμός, έθηκε την κλείδα εις το θυλάκιόν της, και στραφείσα διηυθύνθη εις την κλίμακα.
Τότε η Βεάτη έμεινεν επί τινας στιγμάς αναποφάσιστος, διστάζουσα αν έπρεπε να την ακολουθήση ή να μείνη. Αλλ' όμως διελογίσθη ότι την κατόπτευσιν ην εξετέλεσεν απόψε ηδύνατο να την εκτελέση και την εσπέραν της αύριον, και μάλιστα μετ' ελπίδων μείζονος επιτυχίας. Όθεν ώρμησε κατόπιν της προπορευομέης Σιξτίνης.
Ότε αύτη είχε καταβή επτά βαθμίδας της κλίμακος, τότε και η Βεάτη εκινήθη. Αλλά περιέμεινε μέχρις ου η Σιξτίνα καταβή και την τελευταίαν βαθμίδα, και επειδή έμελλε τότε αύτη να στραφή επικάρσια όπως εύρη την θύραν, η Βεάτη ήθελεν ελλαμφθή υπό του φωτός του δελέτρου, όπως καταβή αφόβως την κλίμακα.
Τούτο και έπραξεν. Αλλά δυστυχώς καθ' ην στιγμήν η Βεάτη επάτει εις την δευτέραν εκ των άνω βαθμίδα, η σανίς έτριξε, και η αδελφή Σιξτίνα εκπλαγείσα εστράφη να ίδη.
Η Βεάτη παρεκάλει τον ουρανόν, ή εν ελλείψει αυτού την γην και τας υποχθονίους θεότητας, να τυφλώσωσι τα όμματα της Σιξτίνης, να αναπετάσωσι πυκνόν πέπλον προ των οφθαλμών αυτής, όπως μη δυνηθή να την ίδη. Ευτυχώς θαύμα συνέβη. Η Σιξτίνα εστράφη μεν, αλλ' ουδέν είδεν. Είτε διότι η ακτίς του οφθαλμού της δεν διηυθύνθη προσφυώς, είτε διότι η ακοή δεν ωδήγησεν αρκούντως την όρασιν, είτε διότι δεν έστρεψεν επαρκώς το δέλετρόν της, είτε τέλος διότι δεν αντελήφθη καλώς τον τριγμόν ον ήκουσεν ουδ' έδωκε πολλήν σημασίαν εις την αντίληψιν ταύτην, το βλέμμα της μόλις εστράφη και απεστράφη πάλιν, και εξηκολούθησε να βαδίζη διά του διαδρόμου. Η Βεάτη, ήτις είχε προσπαθήσει να ενωθή ει δυνατόν με τον μέλανα τοίχον, περιέμεινε στιγμάς τινας μέχρις ου απομακρυνθή, προτιμώσα να μείνη αυτή εις το σκότος ή να κινδυνεύση αύθις τον αυτόν κίνδυνον.
Η αδελφή Σιξτίνα προέβη. Η Βεάτη την ηκολούθησεν χωρις ν' ανησυχή πλέον.
Η Σιξτίνα προεπορεύετο, μηδαμώς υποπτεύουσα εις τι εχρησίμευεν η νυκτερινή αύτη περιοδεία της και ο φανός ον εκράτει. Αν είξευρεν ότι τα πάντα εγίνοντο όπως φωτίση τα βήματα της νυκτοπόλου Βεάτης, βεβαίως η Σιξτίνα ήθελε προτιμήσει να μείνη εις το πενιχρόν κελλίον της, να δαπανήση τα βήματα όσα έκαμεν εις τας γονυκλισίας, και να καύση το έλαιον προ της εικόνος της Αγίας Περπετούας μάλλον, ή προ των οφθαλμών της Βεάτης. Αλλά πάσαν την οσιότητα ην ήσκει, δεν είχε φθάσει ακόμη εις υψηλά μέτρα αρετής και δεν είχεν αποκτήσει το προορατικόν χάρισμα. Άλλως δε ο στέφανος αυτής προήρχετο εκ της υπακοής, διότι έπραττε τα πάντα όπως υπακούση εις την δέσποινάν της την ηγουμένην.
Η δυστυχής Βεάτη είχε και αυτή άλλην δέσποιναν, τοσούτω δεσποτικωτέραν όσω δεν είχε σάρκα και οστά, και εις αυτήν μόνην υπήκουεν. Ήτο δε αύτη η αδυναμία της, ήτις ώθει αυτήν να επιχειρή παραβόλους εκστρατείας, όπως ανακαλύψη πράγματα, περί ων ουσιωδώς δεν διεφέρετο. Αλλ' η πρώτη αποτυχία τη ενέπνευσεν ισχυρογνωμοσύνην και ωρκίσθη ν' ανακαλύψη το πράγμα ως τάχιστα.
Όλην την νύκτα η Βεάτη ωνειρεύετο ότι είχε παραβιάσει την θύραν του κλειστού θαλάμου, και συνδιελέγετο μετά της ξένης. Είνε αληθές ότι το όνειρόν της ήτο ατελές. Ωμίλει μεν μετ' αυτής, αλλά δεν την έβλεπε. Την πρωίαν, ότε αφυπνίσθη, δεν ανεπόλει τους χαρακτήρας του προσώπου της. Και αυταί δε αι λέξεις ας αντήλλαξε μετ' αυτής ήχουν μόνον ως βόμβος συγκεχυμένος εντός της κεφαλής της.
Όλην την επομένην ημέραν η αδελφή Βεάτη κατείχετο υπό νευρικής ανυπομονησίας. Περιέμενεν ανυπομόνως την νύκτα, όπως δυνηθή να εκτελέση το σχέδιόν της. Ήτο αφηρημένη όλην την ημέραν. Αι μοναχαί παρεπονούντο ότι το παρατεθέν αυταίς γεύμα ήτο άβραστον και ανάλατον. Η αδελφή Κλάρα, μία των φρονιμοτέρων καλογραιών, ελθούσα όπως τη μεταβιβάση παραγγελίαν τινά της ηγουμένης, ηναγκάσθη να επιστρέψη άπρακτος. Η Βεάτη δεν είχε την δύναμιν ν' ακούση, ουδέ να εννοήση τι.
— Λοιπόν τι να της είπω; ηρώτησεν η αδελφή Κλάρα.
— Ποίας; είπεν αλλόφρων η Βεάτη.
— Ποίας; Της ηγουμένης που μ' έστειλε.
— Ό,τι θέλεις, είπε μειδιώσα η Βεάτη.
— Πώς ό,τι θέλω;
— Πε της ότι δεν με ηύρες.
— Δεν σε ηύρα; Πώς γίνεται;
— Πώς δεν γίνεται; επανέλαβε φαιδρά η Βεάτη.
— Τότε θα μου πη, μην έφυγε το μαγειρείο από τον τόπον του;
— Ειμπορεί και να έφυγε, απήντησεν απροσέκτως η Βεάτη.
— Και τότε;
— Τότε;
— Η ηγουμένη θα μου πη πως ετρελλάθηκα.
— Ας σου πη.
— Και πως θέλω διάβασμα.
— Ας θέλης, είπεν η Βεάτη εξακολουθούσα να μειδιά προσηνώς.
— Αλλά τότε ο αββάς Βικέντιος Δεκρόττας....
— Ποίος Βικέντιος Δεκρόττας;
— Ο ιερεύς μας.
— Την ευχή του, είπεν η Βεάτη.
— Θα γυρεύη ν' ανοίξη την Σύνοψιν.
— Ας την ανοίξη.
— Και να με διαβάση.
— Ας σε διαβάση.
— Αλλά τούτο δεν θα με γλυτώση από την κατάραν της ηγουμένης,
είπε μετά τρόμου η Κλάρα.
— Ποίας ηγουμένης; είπεν αλλοφρονούσα η Βεάτη.
— Ποίας ηγουμένης; Είσαι 'στά καλά σου;
— Στα καλά μου;
— Ναι. Είνε άλλη ηγουμένη;
— Άλλη ηγουμένη;
— Βέβαια.
— Δεν ξεύρω, είπεν αφελώς η Βεάτη.
— Δεν ξεύρεις; επανέλαβεν η Κλάρα.
— Βέβαια, απήντησεν η Βεάτη.
— Να ξεραθής, είπε ξηρώς η Κλάρα.
— Να μαραθής, απήντησε μεμαραμμένως η Βεάτη.
Και η αδελφή Κλάρα, αισθανθείσα ακατανίκητον αγανάκτησιν έκαμε το σημείον του Σταυρού, και εξήλθεν εκ του μαγειρείου χωρίς να στραφή να ίδη οπίσω της.
Ήτο ήδη περί εσπέραν. Η αδελφή Βεάτη ουδόλως ηνησύχησεν εκ του μικρού τούτου συμβάντος, αλλ' ελησμόνησεν ήδη αυτό πριν ή συμβή. Ότε ο αραχνώδης πέπλος του σκότους ήρχισε να καταπετάννυται περί τα ζοφερά τείχη του μοναστηρίου, και οι κώδωνες κατά το σύνηθες βραδέως κρουόμενοι αντήχησαν ανά το ύψος του κωδωνοστασίου καλούντες θορυβωδώς τας καλογραίας εις την επιλύχνιον προσευχήν, τότε η αδελφή Βεάτη έλαβε δύο κηρία, έθηκε το έν αυτών εις το θυλάκιόν της, ήναψε το έτερον και ανέβη ανά μίαν τας βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος, της αγούοης από του μαγειρείου εις το πρώτον πάτωμα της μεσημβρινής πλευράς. Την φοράν ταύτην η Βεάτη ησθάνετο εν εαυτή διπλούν θάρρος ή την προλαβούσαν εσπέραν, είχε δε απόφασιν να εξαγάγη κέρδος τι, όπως ηδύνατο, εκ της δευτέρας ταύτης κατοπτεύσεως.
Αφού ανέβη και τας τεσσάρας κλίμακας, έστη επί στιγμήν όπως αναπνεύση, επλησίασεν εις την θύραν του κλειστού θαλάμου και ηκροάσθη. Ουδέ πνοή ηκούετο. Η Βεάτη ήθελε να βεβαιωθή μόνον, ότι η Σιξτίνα δεν ήτο εν επισκέψει παρά τη εγκλείστω. Είτα έκρουσε θαρραλέως την θύραν. Την φοράν ταύτην η Βεάτη υπήρξεν ευτυχεστέρα. Μετά την δευτέραν κρούσιν, στεναγμός ηκούσθη λίαν ευκρινώς. Η μοναχή εξέλαβε τούτο ως ευοίωνον σημείον και έκραξε·
— Κόρη μου! Είσαι μέσα;
— Ποίος είνε; ηρώτησεν ασθενής φωνή ένδοθεν του θαλάμου.
— Μία φίλη, απήντησεν η Βεάτη.
— Αχ, είπεν η έσωθεν φωνή.
— Διατί σ' έχουν εδώ; επανέλαβεν η Βεάτη.
— Δεν ειξεύρω.
— Ποίος σ' έφερεν;
— Άνθρωποι άγνωστοι.
— Πόθεν είσαι;
— Από τα περίχωρα.
— Και θα σε κρατήσουν πολύν καιρόν εδώ;
— Δεν ειξεύρω.
— Τι κακόν έπραξες διά να σε φυλακίσουν ούτω;
— Δεν ειξεύρω, αλλά...
— Αλλά; επανέλαβεν η Βεάτη.
— Έχω αμαρτίας, ως φαίνεται, είπεν η φωνή μετά στεναγμού.
— Και είσαι μόνη εδώ μέσα;
— Μόνη.
Η Βεάτη εσκέφθη επί μικρόν.
— Ποία είσαι; την ηρώτησε το αόριστον πρόσωπον.
— Είμαι καλογραία. Ησθάνθην συμπάθειαν, όταν έμαθα διά σε. Αν
ειμπορούσα να σε σώσω...
— Αλλοίμονον, είπεν η φωνή.
— Μην απελπίζεσαι. Έχε θάρρος.
— Θάρρος...
— Και σ' έχουν κλεισμένην απ' έξω;
— Ναι.
— Είνε οι στροφείς στερεοί; Δοκίμασε την θύραν.
— Είνε πολύ βαρεία.
— Και αυτή η γυναίκα που έρχεται κάθε μέρα δεν σε περιποιείται;
— Ναι.
— Σοι φέρει τροφήν;
— Μοι φέρει.
— Και τι σοι λέγει;
— Δεν ειξεύρει και αυτή τίποτε.
— Μη την πιστεύης, είπε σχετλιαστικώς η Βεάτη. Είνε γεμάτη
πονηρίαν.
— Αυτή!
— Ναι! Μη την εμπιστεύεσαι.
— Ω!...
— Αν ζητή να της ειπής τίποτε, μη της το λέγης.
— Τι να της είπω; είπεν η φωνή, ήτις εφαίνετο όλως καταβεβλημένη
και ο διάλογος τη επροξένει κάματον.
— Μη καταβάλλεσαι, είπεν η Βεάτη, εννοήσασα το αίσθημα της ξένης·
έχε θάρρος, σοι λέγω.
— Ναι, βέβαια.
— Εγώ θα πάρω τον τύπον του κλείθρου τώρα.
— Του κλείθρου;
— Ναι, θα κάμω αντικλείδι.
— Α! είπεν η φωνή και εφάνη ότι η λέξις αύτη τη επανέφερε ζοφεράν
ανάμνησιν.
— Και θα την ανοίξω διά να σ' ελευθερώσω, είπεν η Βεάτη.
— Ω, Θεέ μου! είπε μετ' ελπίδος η άγνωστος.
— Δύο ή τρεις ημέρας υπομονήν.
— Αλλ' ειξεύρω αν θα μείνω εδώ;
— Πώς; Θα σε μεταφέρουν αλλού;
— Δεν ειξεύρω τίποτε.
— Αν σ' εβγάλουν ή ημέραν ή νύκτα, εγώ θα τρέξω κατόπιν.
— Ω, ευχαριστώ, είπεν η άγνωστος.
— Μη σε μέλη, είπεν η Βεάτη. Έλπιζε.
— Ελπίζω.
— Και κάθε βράδυ θα έρχωμαι να σ' επισκέπτωμαι, καθώς τώρα.
— Ω, ναι, παρακαλώ.
— Θα συνομιλώμεν χωρίς να βλεπώμεθα.
— Καλά.
— Έχεις φως μέσα;
— Έχω.
— Απομάκρυνε το σώμα σου, μη σκιάζης την οπήν του κλείθρου.
Ηκούσθη θρους τις εκ κινήματος, όπερ έκαμεν η άγνωστος.
— Καλώς, είπεν η Βεάτη.
Και προσεκόλλησε το όμμα της εις την οπήν του κλείθρου.
— Σκύψε με τρόπον, ώστε το πρόσωπόν σου να μη φράττη την οπήν.
Στάσου δύο σπιθαμάς μακράν της θύρας. Αντίκρυσε το πρόσωπόν σου εις το κλείθρον.
Η άγνωστος εξετέλεσε τας οδηγίας ταύτας της Βεάτης. Αλλ' αύτη σχεδόν δεν διέκρινε την μορφήν της.
— Ο λύχνος σου είνε κινητός; ηρώτησεν η Βεάτη.
— Κινητός.
— Λάβε τον εις την χείρα και έλα να ιδώ το πρόσωπόν σου.
Η ξένη υπήκουσε και εις τούτο. Η Βεάτη προσήρμοσεν αύθις τον οφθαλμόν εις το κλείθρον και τότε κατώρθωσε να διακρίνη πρόσωπόν τι νεάνιδος ωχρόν και ισχνόν, περιβαλλόμενον υπό ατάκτου καστανής κόμης. Η Βεάτη ευηρεστήθη εκ της εξετάσεως ταύτης.
— Είσαι ωραία, είπε.
— Κ' εγώ δεν θα σε ίδω; είπεν η ξένη.
— Ιδέ με, αν ειμπορέσης, είπεν η Βεάτη πλησιάζουσα το ανημμένον
κηρίον εις το πρόσωπον και τοποθετουμένη εις τρόπον ώστε ν' αντικρύση το βλέμμα της ξένης.
— Είσαι αγαθή, είπεν αύτη.
— Τώρα θα σε αφήσω, κόρη μου.
— Διατί; είπε παραπονετικώς η νέα.
— Δεν είνε καιρός να έλθη εκείνη η γυνή;
— Ναι, είπεν η ξένη.
— Θα λάβω μόνον τον τύπον του κλείθρου.
Και εξαγαγούσα εκ του θυλακίου της το κηρίον, όπερ είχε φέρει επίτηδες μεθ' εαυτής, απετύπωσε δι' αυτού το σχήμα του κλειδίου.
— Καλήν νύκτα, κόρη μου, είπεν αποσυρομένη.
— Καλήν νύκτα, απήντησεν η νέα μη δυναμένη ν' αποσυρθή εκ της
θύρας, ης όπισθεν ίστατο.
Αλλά μακρυνθείσα δύο ή τρία βήματα η Βεάτη, επέστρεψεν αιφνιδίως πάλιν.
— Ελησμόνησα να σ' ερωτήσω πώς ονομάζεσαι, είπε.
— Αϊμά, απήντησεν η φωνή.
— Αϊμά; Αυτό είνε το όνομά σου;
— Αυτό.
— Ευχαριστώ.
Και η Βεάτη απεμακρύνθη.