Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 20: Κεφάλαιο 20

Τα εν τω Μοναστηρίω.

Επί τινος απορρώγος ακτής της Λακωνικής έκειτο Μοναστήριόν τι, όπερ πάλαι μεν κατωκείτο υπό ανδρών μοναζόντων και ωνομάζετο η Μονή του Αγίου Αθανασίου, σήμερον δε κατωκείτο υπό γυναικών και εκαλείτο η Μονή της Αγίας Περπετούας.

Αι δύο αύται χρονικαί μεταβολαί δεν ήσαν αι μόναι, αίτινες είχον επέλθει εις το ερημικόν τούτο ενδιαίτημα. Και τρίτη αλλοίωσις πολλώ σπουδαιοτέρα είχε συμβή. Ήτο δε αύτη η αλλαγή της πνευματικής υπηκοότητος του μοναστηρίου, υποταχθέντος εις τους δυτικούς κατά τα τελευταία έτη.

Το εκκλησιαστικόν τούτο ίδρυμα έφερεν όλον και ακέραιον τον τελειότατον βυζαντιακόν τύπον προκύπτοντα εφ' απάσης αυτού της απόψεως. Θόλοι, νάρθηκες, αχιβάδες, στέγαι, πύργοι, άνδηρα, φατνώματα, τα πάντα απέπνεον το σεμνόν εκείνο και επιβάλλον του ρυθμού, όπερ και μέχρι των ημερών ημών διεγείρει τοσαύτας συγκινήσεις, εις όσους δύνανται εισέτι να συγκινώνται. Ο ναός του μοναστηρίου έφερεν επί της πύλης του νάρθηκος χρονολογίαν ωπς' και επιγραφήν τοιαύτην «Θεοδώρας και Μιχαήλ των ευσεβάστων βασιλέων αιωνία η μνήμη τρις». Τα ένδον του ναού ήσαν ευπρεπέστατα. Το εικονοστάσιον, όπερ δεν ήρθη και μετά τον εκλατινισμόν του μοναστηρίου, ήτο έργον λεπτοτάτης ξυλογραφίας και όλον κεχρυσωμένον. Οι τοίχοι κατάμεστοι εκ των γενειοφόρων μορφών των αγίων, ενέπνεον πολλήν κατάνυξιν εις τους μοναστάς.

Εν τούτοις αι σειραί των κελλίων, υψηλαί και τριώροφοι αι πλείσται, εφαίνοντο ουχί εν ακμή διατελούσαι. Αλλεπάληλοι δηώσεις και εμπρησμοί είχον συμβή από αμνημονεύτων χρόνων. Μετά τους Αβάρους είχον επέλθει οι Άραβες, μετά τους Ενετούς οι Φράγκοι. Τα τριώροφα ταύτα δώματα έτρεμον επί των βάθρων των, ως να εκάμπτοντο υπό το βήμα τοσούτων παρελθόντων αιώνων. Αι γλαύκες εγόγγυζον την νύκτα επί των στεγών, οι κώδωνες αντήχουν περί μέσας νύκτας καλούντες τας μοναχάς εις την προσευχήν. Η βαρεία δόνησις των σιδηρών σημάντρων διεκλόνει τας γηραιάς δοκούς και τας σαπράς σανίδας, αι ήχοι των κρότων τούτων με τους μυστηριώδεις νυκτερινούς ψιθύρους της φύσεως συμφυρόμεναι απετέλουν εναρμόνιον αντήχησιν βυθίζουσαν την ψυχήν εις υπερφυά ρέμβην. Εν τοις τοιούτοις ερημικοίς ενδιαιτήμασιν, εις ά ιδιάζουσιν οι ανεκλάλητοι εκείνοι ψίθυροι, φαίνονται συμψιθυρίζοντες μετ' αυτών και οι στίχοι ούτοι του ποιητού της Αλβιώνος·

Του ίυγγος ο γογγυσμός ο πένθιμος ηκούσθη,
ο κώδων ο ερημικός της προσευχής εκρούσθη.
Χαίρε Μαρία! έρωτος και προσευχής η ώρα.
Χαίρε Μαρία! δέχθητι τα δάκρυα ως δώρα.

Το μοναστήριον ήτο ιδρυμένον εντός βαθείας φάραγγος, χωρούσης κατωφερώς προς την θάλασσαν, και αποληγούσης εις όρμον. Από των μικρών παραθύρων εφαίνοντο τα κυανά κύματα εξαπλούμενα ως άπειρος υγρά άρουρα, ην ο βορράς ώργονε διά της ισχυράς πνοής του. Η αντίπνους ριπή του ορμητικού τούτου ανέμου έφθανε μέχρι του γηραιού κτιρίου, και οι τοίχοι αυτού εσείοντο υπό τον ισχυρόν κτύπον της πνοής του. Η φύσις ηγωνία υπό την ακάματον ταύτην μάστιγα, δένδρα και φυτά ελάμβανον καχεκτικόν τύπον, καμπτόμενα υπό το άχθος της παραφόρου ορμής. Η παμπάλαιος οικοδομή, πλήρης ρωγάδων και χασμάτων, εφαίνετο ασθμαίνουσα και αντέδιδε μελαγχολικόν ψόφον διά των κενών κοιλωμάτων της, των ιχνών τούτων του διαβάντος χρόνου. Τα ανθρώπινα σώματα επάγωνον υπό τα τρίχηνα περιβλήματα αυτών και ουδεμία ηδύνατο να υπάρχη εστία πυρός πλην της καρδίας. Και όμως το ψύχος έφθανε και μέχρις αυτής. Το τραχύ του κλίματος υπέσκαπτε κατά μικρόν πάσαν ζωτικήν δύναμιν, και ουδείς των κατοικούντων ήλαυνεν εις βαθύ γήρας. Υπεράνω του μοναστηρίου εκρέματο υψηλόν όρος, το κτίριον δ' έκειτο ακριβώς παρά την ρίζαν αυτού. Η ψυχή του θεατού ανεπτερούτο, και ώρμα ως στρουθίον προς το επιβάλλον εκείνο ύψος. Το όρος ήτο βραχώδες και παρείχε θέαν σοβαράν και μεγαλοπρεπή. Άγρια δένδρα προσείρπον μεταξύ των υψηρεφών βράχων, και απετέλουν ποικίλον και αρμονικόν το σύνολον. Θεώμενός τις, εφαντάζετο ότι πατεί από κλώνος εις κλώνα και από βράχου εις βράχον, και συναναβαίνει με την ανάντη εκείνην κλιτύν την αιθερίαν ανάβασιν.

Άξιον σημειώσεως είνε, ότι οι ιδρυταί των μονών κατά τον μέσον αιώνα εγίνωσκον να εκλέγωσι τοποθεσίας αναλογούσας προς τα αισθήματα υφ' ων ενεπνέοντο και προσφυείς προς τους σκοπούς του θεωρητικού βίου, ον ήσκουν. Εάν οι αρχαίοι, ως πλεονάκις παρετηρήθη, είχον την υπερτάτην τέχνην να εκλέγωσι τας θέσεις των ναών των, αξίους στυλοβάτας των φαιδρών θεοτήτων ας ελάτρευον, εάν τα μνημεία της Αττικής είνε το συμπλήρωμα του ουρανού της, ως είπον νεώτεροι τινες φιλάρχαιοι, ωσαύτως αληθεύει ότι και οι ζηλωταί των μέσων αιώνων εζήτουν τας προσφιλείς αυτοίς εμπνεύσεις του χριστιανικού αισθήματος εν μέσω γραφικωτάτων τοποθεσιών. Ως προς τούτο δ' επεκράτησαν δύο σχολαί. Οι μεν πραότεροι και ανθρωπινώτεροι εθήρευον τας ημέρους και χλοεράς θέσεις, οι δε άγαν ζηλωταί ήσαν αυτόχρημα «κρημνοποιοί», κατά την λέξιν του αρχαίου κωμικού. Ούτοι δεν ανεπαύοντο εκ των μειλιχίων και ηρέμα μελαγχολικών θέσεων, αλλ' επεδίωκον απορρώγας βράχους, αβάτους κρημνούς και τραχείας φάραγγας.

Η εν λόγω μονή του Αγίου Αθανασίου ήτο κράμα αμφοτέρων των σχολών τούτων. Ο ιδρυτής αυτής, ακμάσας κατά τον θ' αιώνα, ήτο ευπαίδευτος μοναχός, πιστός οπαδός των αυταδέλφων Γραπτών και του Θεοδώρου του Στουδίτου, ακολουθήσας τα ίχνη αυτών εις τον κατά των εικονομάχων πόλεμον. Εκαλείτο Δαυίδ Παργολάς, και η θέσις εν η έκειτο το υπ' αυτού κτισθέν ησυχαστήριον ωνομάζετο εκ του ονόματος αυτού μέχρι του χρόνου καθ' ον συμβαίνουσι τα ενταύθα ιστορούμενα. Περί του ανδρός τούτου εσώζετο παράδοσις ότι είχε καταφρονήσει το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχου, όπερ προσέφερεν αυτώ είς των εικονοκλαστών βασιλέων, υπό τον όρον να μεταστή προς το εναντίον στρατόπεδον, προτιμήσας να είνε απλούς μοναχός και να μένη εν τη ορθοδοξία. Μετά δε την αναστήλωσιν των εικόνων, έκτισε το μοναστήριον τη συνδρομή της βασιλίδος Θεοδώρας. Εν τη βιβλιοθήκη εσώζετο χειρόγραφόν τι, περιέχον ακριβή καταγραφήν των τε προνομίων και της προικοδοτήσεως της σταυροπηγιακής ταύτης μονής, και αναφέρον ότι η οικοδομή δεν συνεπληρώθη ευθύς υπό του Δαυίδ, αλλά παρήλθον πολλά έτη μετά τον θάνατόν του και επερατώθη αύτη. Έφερε δε τω όντι καταφανή τα ίχνη των επιπτυχών και του πολλαπλού σχεδίου. Πάντα τα μέρη της οικοδομής ούτε το αυτό ύψος και εύρος είχον, ούτε τον αυτόν ρυθμόν. Η βόρειος πλευρά ήτο μονώροφος κατά τα τρία τέταρτα και μέρος της δυτικής πλευράς. Αι λοιπαί ήσαν τριώροφοι. Εν τούτοις η ανωμαλία αύτη δεν εζημίου την πρόσοψιν του κτιρίου, διότι συνετέλει εις το να φαίνονται εκ του μέρους της θαλάσσης οι θόλοι και οι όροφοι του ναού, η άποψις δε αύτη ήτο όντως γεραρά και σεβασμία. Τινές των πλευρών έφερον ίχνη εμπρησμού και καταστροφής, διερχόμενος δέ τις διά νυκτός υπό τους παλαιοκτίστους εκείνους ορόφους, ησθάνετο διπλούν ρίγος, το ρίγος της υγρασίας και του ευρώτος, και το ρίγος του φόβου. Ευτυχής δε θα ήτο αν ο φόβος δεν προέβαινε μέχρι δεισιδαιμονίας. Ανθρώπινον πλάσμα, μονάζουσά τις, εκ των τότε διαιτωμένων εν τη μονή, ή μοναχός εκ των πάλαι ακμασάντων βαστάζων δέλετρον, εκ των μονοπλεύρων εκείνων και ετεροφαών και διαβαίνων εν νυκτί διά των θλιβερών τούτων διαδρόμων, θα παρείχεν όψιν φάσματος εξελθόντος αρτίως εκ της τελευταίας του κατοικίας όπως επισκεφθή άπαξ έτι τα δώματα ταύτα, εν οις έζησέ ποτε τον πρόσκαιρον βίον. Βήμα αντηχούν υπό τους θόλους τούτους, μη όντος ορατού του βαδίζοντος, ήθελεν εκληφθή ως ηχώ υπάρξεως πάλαι εκλιπούσης. Πνοή τυχαία ακουομένη περί τα υγρά ταύτα τείχη ήθελε νομισθή ως ύστατος αποχαιρετισμός ψυχής απελθούσης εις την αιωνιότητα, και μυστικόν παράπονον νεκρού, εις ον είνε λίαν στενή η ορισθείσα αυτώ κατοικία. Ενταύθα δεν ηκούοντο φαιδραί λαλιαί, δεν αντήχουν άσματα, δεν ωπτάνοντο πρόσωπα μειδιώντα, δεν ηκούοντο φιλήματα. Το μόνον ερύθημα όπερ ενεφανίζετο, ήτο το ερύθημα της Ηούς, προκυπτούσης καθ' εκάστην εκ του ορίζοντος, και ο μόνος ερωτικός στεναγμός, όστις αντήχει, ήτο ο του άνεμου, όστις ενίοτε καθίστατο ηπιώτερος, αλλά συνήθως εβρυχάτο απειλητικώς. Η μόνη θωπεία επί των παρθενικών παρειών ήτο η της αύρας και το μόνον φίλημα ήτο το φλοισβίζον ρεύμα του ρύακος το προσπαίζον στιγμιαίως επί της χλόης, και είτα χυνόμενον εις τον βαθύν χείμαρον.

Και όμως η φύσις ήτο ουχ' ήττον φαιδρά, αλλ' η τύχη είχεν επιζητήσει να καταστρέψη πάσαν αυτής την ευεργετικήν χάριν. Το σεβάσμιον τούτο ίδρυμα εφαίνετο ως πολιός γέρων κατακεκλιμένος επί της χλόης, και απολαύων εκ περισσού άπας έτι των ευεργετημάτων της φύσεως. Η κοιλάς διερρέετο υπό χειμάρρου αρδεύοντος πλουσίως τας φυτείας και τους κήπους. Σύσκια και χλοερά άσυλα εσχηματίζοντο παρά τας εκατέρωθεν κλιτύς, εις ά αι ακτίνες του ηλίου δυσκόλως εισεχώρουν. Κλήματα άγρια, έρποντες κισσοί και περιπλοκάδες περιεπτύσσοντο τα στελέχη των πλατάνων και αρκεύθων. Ίχνη αρχαίας φιλοπονίας εσώζοντο περί τους διατηρουμένους εισέτι κήπους, αλλά καθ' ον χρόνον υπόκειται η παρούσα ιστορία, η καλλιέργεια αυτών είχε παραμεληθή. Βάτοι και άκανθαι απέφραττον τας κανονικώς άλλοτε τμηθείσας διόδους μεταξύ των πρασιών, και αι αμαδρυάδες αι κατοικούσαι τα άλση ταύτα βαδίζουσαι, θα ηναγκάζοντο βεβαίως να ανασηκόνωσι τα κράσπεδα των εσθήτων αυτών, αν ήθελον να μη σχισθώσιν αύται υπό των βάτων. Λέγομεν τούτο φανταζόμενοι, ότι κατά τους χριστιανικούς αιώνας και αύται αι μυθολογικαί νύμφαι, όσαι επέζων εισέτι, ενεδύθησαν πάντως εσθήτας, και δεν ετόλμων πλέον να εμφανίζωνται γυμναί, όπως κατά την ειδωλολατρικήν αρχαιότητα. Αν όμως η εικασία ημών είνε εσφαλμένη, αιτούμεν ταπεινώς συγγνώμην παρά των εγκρατών της αρχαίας και νεωτέρας μυθολογίας.

Εν τούτοις κηπουρός τις υπήρχεν, αλλά και ούτος, αν είχε τινα ικανότητα, ήτο αύτη διά παν άλλο έργον πλην του έργου του κηπουρού. Ο άνθρωπος ούτος, γνωστός ήδη εις τον αναγνώστην, κατώκει παρά το ρεύμα, εντός καλύβης τινός, ήτις άλλοτε ήτο αχυροσκεπής, ως εφαίνετο εκ της ολίγης καλάμης, ήτις εσώζετο έτι επί της στέγης της. Μύλος τις εφαίνετο υποκάτω δεξαμενής, όστις άλλοτε πρέπει να είχε και τροχόν, ως ηδύνατό τις να συμπεράνη εκ της ρωγμής δι' ης εχύνετο το ύδωρ. Παρά το ερείπιον τούτο έβλεπέ τις κειμένας δέσμας καλάμων και ράβδους αιγοκλήματος, και ο κηπουρός εκάθητο, ή μάλλον έκειτο βλέπων μετά ζηλοτύπου οφθαλμού κύνα τινά, όστις ήτο εξηπλωμένος μακαρίως επί της πεπατημένης χλόης. Προφανώς τον εζήλευε διότι δεν ήτο υποχρεωμένος να εργάζηται, ενώ αυτός ήτο ηναγκασμένος να πλέκη καλάθια διά να ζήση. Από καιρού εις καιρόν ο κηπουρός, διακόπτων την εργασίαν ταύτην εχασμάτο βλέπων τον κύνα. Ούτος δε απήντα διά νωθρού γαυγισμού εις τον προκλητικόν τούτον τρόπον του κυρίου του. Περιττήν θεωρούμεν πάσαν περαιτέρω σύστασιν προς τον αναγνώστην. Αμφότερα τα όντα ταύτα είνε ήδη αυτοσύστατα, και ο μεν κύων εκαλείτο Χόμο, ο δε άνθρωπος ωνομάζετο Τρέκλας. Διά να είνε όμως σωστή η ανταλλαγή των ονομάτων έπρεπε και ούτος να καλήται &Κάνις&. Αλλ' αν θέλη ο αναγνώστης, είνε ελεύθερος να τω δώση και το όνομα τούτο, ή και οιονδήποτε άλλο.

Είνε άξιαι πολλού διαφέροντος αι ανθρωποκυνικαί σχέσεις μεταξύ των δύο τούτων όντων. Αύται εποίκιλλον εφ' απάσης της διατονικής κλίμακος των αισθημάτων, από της σκληροτάτης τραχύτητος μέχρι της μαλακωτάτης τρυφερότητος. Ως χαρακτήρ ο Χόμο ήξιζεν αναμφιβόλως κάτι πλειότερον του Τρέκλα, αλλ' όμως δεν εξετιμάτο κατά την αξίαν του. Ο Χόμο ησθάνετο άκραν αφοσίωσιν προς πάντας τους κυρίους του, και είχε πολλούς και πολλάς, έλειχε δε τας ποδιάς όλων. Αλλ' η διαγωγή του Τρέκλα προς τον Χόμο ηδύνατο ου μόνον παρά τοις κυσί, αλλά και παρά τοις ανθρώποις να χαρακτηρισθή ως επίμεμπτος. Σπανίως τω έρριπτε κόκκαλόν τι, συχνότατα όμως τω επεδαψίλευε μαστιγώσεις. Και όμως ο Χόμο δεν απέκαμνε να υπομένη τας δυστροπίας του, εκάθητο δε παρά τους πόδας αυτού μετά παραδειγματικής εγκαρτερήσεως. Οι δε μεταξύ των δύο συναπτόμενοι διάλογοι είνε άξιοι ιδιαιτέρας περιγραφής. Εάν ο Χόμο, βαρυνόμενος την αργίαν, και μη έχων εκδρομήν τινα να εκτελέση, ήρχιζε να σκαλίζη χάριν ασκήσεως το έδαφος με τους πόδας του, ο Τρέκλας τω έλεγε·

— Ησύχασε, Χόμο.

— Γαυ! απήντα ο κύων, και εξηκολούθει να σκαλίζη.

— Μη σκαλίζης, σου λέγω.

— Γαυ! Γαυ!

— Θα σε δείρω, Χόμο.

Ενταύθα ο Χόμο μετέβαλλε τον συνήθη αυτώ γρυσμόν επί το βαθυφωνότερον, από &Γαυ& εις &Γωύ&. Τότε ο Τρέκλας ήρπαζε λεπτήν ράβδον και έτυπτε τον Χόμο.

Ο Χόμο εξέπεμπεν ωρυγμόν, και μετά την πρώτην πληγήν απεμακρύνετο. Το ευτύχημα ήτο ότι ο Τρέκλας και εβαρύνετο να τον καταδιώκη και δεν ίσχυε με τους στρεβλούς πόδας του να τον φθάση. Άπαξ όμως είχεν οργισθή πολύ, και απεφάσισεν αντί πάσης θυσίας να τον φθάση. Έρριψε ρόπαλόν τι κατόπιν του, αλλ' ο Χόμο υπερεπήδησε τον ρύακα και έφυγεν. Ο Τρέκλας έτρεχε κατόπιν του, και προσεποιείτο ότι έχει να τω δώση έν κόκκαλον. Αλλ' ο Χόμο δεν ηπατάτο ευκόλως. Ενόει καλώς ότι ο σκοπός του Τρέκλα ήτο εχθρικός. Εν τούτοις ο Τρέκλας, βλέπων το ανωφελές της καταδιώξεως, μετέβαλε τακτικήν, και επανελθών εις τον μύλον εκάθισε και ήρχισε να πλέκη το καλάθιον. Ο Χόμο, μη ων πανούργος, ενόμισεν ότι ο θυμός του παρήλθε, και επέστρεψε προς αυτόν σείων την ουράν. Αλλά τότε ο Τρέκλας αρπάζει αιφνιδίως τον Χόμο από του λαιμού και τον έτυπτεν ασπλάγχνως. Και όμως ο κύων δεν εμνησικάκει.

Αξία ιδιαιτέρας προσοχής είνε η συνήθως επαναλαμβανομένη περιπαθής εκείνη σκηνή, καθ' ην ο Τρέκλας διηγείτο εμπιστευτικώς τους καϋμούς του εις τον Χόμο. Τότε ο Χόμο τον επαρηγόρει, ως ηδύνατο.

— Χόμο, φίλε μου, νηστικούς θα μας αφήσουν σήμερα.

— Γαυ! έκαμνεν ο Χόμο. Το επιφώνημα τούτο ίσως εσήμαινεν «Εμέ με
αφήνεις πολλαίς φοραίς νηστικόν, και δεν παραπονούμαι».

— Αυταίς η διαβολοκαλόγρηαις, η ψεύτραις, η παληοβρώμες....

— Γαυ! Γαυ!

— Αυταίς η υποκρίτριαις, η άνοσταις....

— Γαυ!

— Θα μας αφήσουν να ψοφήσωμε της πείνας και οι δυο.

— Γαυ! Γωύ!

— Αταίς τους ξέρουν να τρώνε, και έχουν πολλά για να φάνε, που να
βγάλουν τη φάγουσα.

Ο κύων έσεισε την ουράν.

— Για μένα και για σένα είνε η νηστεία.

Ο κύων κατεβίβασε τα ώτα.

— Εμάς τους δύο θέλουν και καλά να μας πάνε στον παράδεισο.

— Γωύ! έκαμνεν αρνητικώς ο κύων.

— Με το στανιό θέλουν να μας αγιάσουνε.

— Γωύ!

— Δεν μας σώνουν τα άλλα τα βάσανά μας, μας αφήνουν και
νηστικούς.

— Γαυ! έκαμεν ο κύων καταφατικώς.

— Να είχα τουλάχιστον ένα κόκκαλο να σου ρίξω εσένα, και μένα δεν
με μέλει, ειμπορώ να μείνω και νηστικός.

— Γουβ! το επιφώνημα τούτο εξέφραζεν ίσως απορίαν, πού τα εύρεν ο
Τρέκλας τόσα αγαθά αισθήματα. Βεβαίως θα ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην θα έκαμνε τοιαύτην θυσίαν.

— Πόσον ευχαριστούμαι, καλέ μου Χόμο, που σ' έχω συντροφιά.

Του κυνός η μορφή εξέφραζεν έκπληξιν.

— Είνε καλό να έχη κανείς ένα φίλον εις αυτόν τον κόσμο. Και εμέ
τα βάσανά μου είνε πολλά.

Ο κύων δεν μετείχε πλέον του διαλόγου. Ο Τρέκλας εμονολόγει.

— Φαντάσου να σ' αφήση έξαφνα η γυναίκα σου, Χόμο. Το έπαθα εγώ
αυτό. Μ' επαράτησεν η άπιστη. Και τι τα θέλεις, είνε άσχημο να σε παρατήση η γυναίκα σου. Ας λέγουν ότι θέλουν, μοναχός του δεν ειμπορεί να ζήση κανείς. Τραβά τον διάβολο του, Χόμο. Ξαλαφρόνω που σου τα λέγω, και είνε το καλό οπού έχω βεβαιότητα πως δεν θα πας να τα πης αλλού. Αλλ' ως τόσο, καλλίτερα είχα να μη σου τα 'λεγα και να μην είχαν συμβή. Να κοιμηθής μια βραδειά με την αγκαλιά ζεστή, Χόμο, και την άλλη να μείνης μάρμαρο, δεν είνε καλή δουλειά, Εσείς οι σκύλοι τώχετε ως τόσο καλά. Κάνετε όλαις ταις δουλειαίς σας με μεγάλη ελευθερία, χωρίς να σας μέλη τέσσερα. Εμείς είμεθα αναγκασμένοι να κλειδομανταλόνωμε ταις πόρταις, και πάλι οι μουσαφεραίοι μας έρχονται απ' τα παράθυρα.

Ο Χόμο εφαίνετο ότι ηκροάτο την παθητικήν ταύτην εξομολόγησιν, αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να δώση απάντησιν. Άλλως δε δεν ηγάπα να συζητή περί ανέμων και υδάτων. Είνε αληθές ότι δεν είχεν ανάγκην να λάβη μαθήματα ηθικής παρά του Τρέκλα, όπως δεν είχεν ανάγκην ουδέ τροφήν να λάβη παρ' αυτού. Αν ήτο να περιμένη ο Χόμο την τροφήν του εκ της χειρός του Τρέκλα, θα ήτο άξιος οίκτου. Το καλόν ήτο ότι ο Χόμο περιήρχετο δις και τρις της ημέρας περί τα μαγειρεία των καλογραιών, και εκείθεν τακτικώς εψωμίζετο. Εκείσε δε διηυθύνθη και σήμερον, αφού ήκουσε την εποικοδομητικήν ταύτην διδαχήν του Τρέκλα.