Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 2: Κεφάλαιο 2

Καπνοί και σκωρίαι.

Όπως διηγηθώμεν τι συνέβη, ανάγκη μικράς αναδρομής εις το παρελθόν.

Ουχί μακράν του καπηλείου του Κατούνα, περί τα δισχίλια βήματα, έκειτο μεμονωμένη τις καλύβη, σκαιά και αλλόκοτος την θέαν, ιδρυμένη εις την υπώρειαν πετρώδους τινός λόφου, όπου ουδέ ίχνος βλάστης υπήρχεν. Ο άχαρις εκείνος και γυμνός βράχος ηδύνατο να προκαλή πάμπολλα σχόλια και μομφάς επί ελλείψει φιλοκαλίας, αν ήτο έργον ανθρώπινον. Επειδή όμως ήτο έργον της φύσεως, ουδείς εδικαιούτο να παραπονεθή.

Η εν λόγω καλύβη ήτο ευρεία και είχε μεγίστην οπήν εν τω μέσω της στέγης. Κατωκείτο δε υπό οικογενείας σιδηρουργών, συγκειμένης εκ τριών ανδρών και δύο γυναικών, εις ους εχρησίμευεν ου μόνον ως κατοικία αλλά και ως εργαστήριον. Εν τω μέσω έκειτο η κάμινος, κτιστή και υψηλή μέχρι των βουβώνων ανδρικού αναστήματος, εφ' ης νυχθημερόν έκαιον οι εξ ερείκης άνθρακες. Αύτη συνείχετο με ισοϋψές ίκριον, εφ' ου ήσαν ιδρυμέναι αι δύο φύσαι. Διά της εν τη οροφή μεγίστης οπής εξήρχετο ο καπνός. Περί την κάμινον ίσταντο τρεις μεγάλοι άκμονες, παρ' αυτούς έκειντο οι ραιστήρες, αι σφύραι, αι πυράγραι και τα λοιπά εργαλεία.

Παρά τας τέσσαρας γωνίας της καλύβης εκοιμώντο επί του εδάφους οι σιδηρουργοί και αι δύο γυναίκες. Ώρα του ύπνου ήτο συνήθως από της δύσεως του ηλίου μέχρι μέσων νυκτών και τότε αφυπνίζοντο, ήναπτον το πυρ και ήρχιζον την εργασίαν, μέχρι της πρωίας διαρκούσαν. Την ημέραν σπανίως ευρίσκοντο οι άρρενες εν τω εργαστηρίω. Εξετέλουν εκδρομάς εις τα πέριξ, είτε προς πώλησιν των προϊόντων της τέχνης είτε και προς άλλους αγνώστους σκοπούς. Επέστρεφον δε την εσπέραν κατάκοποι και κατεκλίνοντο. Ότε δε ηγείροντο προς το μεσονύκτιον, ως ελέχθη, δεν ήσαν συνήθως μόνον οι τρεις σιδηρουργοί, οίτινες ειργάζοντο. Ως επί το πλείστον ήρχοντο και άλλοι ομότεχνοι και συνηγωνίζοντο μετ' αυτών. Αι δύο γυναίκες δεν υστέρουν και αυταί εις το να βοηθώσι τους άνδρας. Ο ριπισμός των ανθράκων διά των φυσών, ο ραντισμός του πυρός, η κατάσβεσις του πεπυρακτωμένου μετάλλου ήσαν ίδια αυτών έργα. Ενίοτε δε και εις τον χειρισμόν του ραιστήρος ελάμβανε μέρος η πρεσβυτέρα των δύο. Ήτο δε αύτη εξηκοντούτις, ερρυτιδωμένη τας παρειάς, με δύο μεγάλους κυνόδοντας κρεμαμένους εκ της άνω σιαγόνας. Είτε ήνοιγε το στόμα, είτε κλειστόν είχεν αυτό, οι δύο κυνόδοντες ουδέποτε ηδύναντο να κρυβώσιν. Ότε εμειδία (μειδίαμα δ' εννοούμεν τον συνήθη αυτή μορφασμόν του προσώπου), επροξένει τρόμον εις την μικράν προστατευομένην της. Η γραία αύτη ήτο σύζυγος του πρεσβυτέρου των τριών ανδρών και μήτηρ των δύο νεαρών γύφτων. Ηδύνατο δε να ορκισθή εις τον Ήφαιστον ότι και της νέας κόρης επίσης ήτο μήτηρ.

Ο γέρων ήτο παράξενος, δριμύς, οξύχολος, εμορμύριζε πάντοτε, ποτέ δεν ήτο ευχαριστημένος. Έκαστος γογγυσμός αυτού απήντα εις έκαστον μορφασμόν, εις εκάστην θωπείαν και φιλοφρόνησιν της γραίας. Οι δυο νέοι γύφτοι εσύριζον, ετραγώδουν αδιαλείπτως, και δεν ωμίλουν ποτέ. Ο είς ήτο 22 ετών, ο έτερος 19. Ο είς ωνομάζετο Βούγκος και ο έτερος Μάχτος. Ούτω τους παρονώμαζεν ο πατήρ· αγνοείται αν είχον και άλλα ονόματα. Η μήτηρ τους απεκάλει &μεγάλον& και &μικρόν&. Ως δείγμα περί του τρόπου, καθ' ον συνεννοούντο προς άλληλα τα τέσσαρα ταύτα πρόσωπα, αρκεί να παράσχωμεν το εξής· Ο Βούγκος, έθετε τον σίδηρον εις το πυρ και ετραγώδει:

Με το βαρειό, με το βαρειό,
ξυπνά ο γύφτος το χωριό.
Το χωριό, το χωριό.
Τρα λα λα λα ρο λα ρο...
Για το σφυρί, για το σφυρί,
Τρελλαίνεται κι' η λυγερή.
Λυγερή, λυγερή.
Τρα λα λα λα ρη λα ρη, κτλ.

Ο Μάχτος εσύριζεν άλλον ήχον, όστις αντέφασκε και κατά μέλος και κατ' έννοιαν προς τον υπό του Βούγκου αδόμενον. Ο γέρων εγόγγυζεν, εψιθύριζεν, εστέναζεν αδιακόπως, και συνάμα κατέφερε την σφύραν επί του άκμονος. Η μαστόρισσα εμειδία, εμόρφαζεν, εδείκνυε τους δύο κρεμαστούς οδόντας, και έλεγεν·

— Άκουσέ τους, πώς το τερετίζουν. Μία χαρά!

— Σκάσε, παληόστριγλα, εγόγγυζεν ο γέρων. Χμι.. Γμ!..

— Σι σι σι, σι σι σι! εσύριζεν ο Μάχτος.

— Ώμορφα που σφυρίζεις, μικρό μου! έλεγεν η γραία.

— Σκασμός, γρηά φούρκα! έκραζεν ο μέγας Γύφτος. Γρου!....

Ο Βούγκος εξηκολούθει το άσμα·

Μες την φωτιά, μες την φωτιά
Παίζει ο Γύφτος τη ματιά,
Τη ματιά, τη ματιά,
Τρα λα λα λα τρα λα τα, κτλ.

Η γραία ενεθάρρυνεν αυτόν·

— Μπράβο, παιδί μου, ώμορφα!

— Θα σκάσης, γραία λώβα! έκραζεν ο γέρων.

Και τότε ήρπαζε τον ραιστήρα και τον ανύψου κατά της γραίας. Ο Βούγκος εξέτεινε την χείρα και προελάμβανε το κτύπημα. Διότι η δυστυχής γύφτισσα δεν είχεν ουδεμίαν πλευράν σώαν. Το ραχοκόκκαλόν της είχε κυρτωθή, και τα παγίδιά της εκρέμαντο γύρω τόσον ανειμένως, ώστε το σύνολον των ώμων και της ράχεως είχον όψιν σωρού. Και αν ο είς των υιών της, αφότου ήλθον εις ηλικίαν, ή η νέα κόρη, δεν απέτρεπόν τινα περιπλέον κτυπήματα, και δεν ήρπαζον τολμηρώς το βαρύ εργαλείον από των χειρών του σκληρού Γύφτου, προ πολλού ο σωρός ούτος δεν θα ήτο υπέρ την επιφάνειαν της γης.

Η νέα, περί ης δεν ωμιλήσαμεν, Αϊμά ονόματι, ήτο δεκαέξ ετών. Μέχρις ου χρόνου εξικνείτο η μνήμη της, εκτός μιας μόνης και φρικώδους αναμνήσεως της βρεφικής της ηλικίας, δεν ενθυμείτο άλλην οικίαν πλην της καλύβης των σιδηρουργών, ουδέ άλλους γονείς πλην του σεβασμίου τούτου ανδρογύνου. Ενταύθα είχεν ηλικιωθή, το μόνον δε όπερ κατώρθωσεν ήτο, αφότου ηλικιώθη, το να αποφύγη την βαναυσότητα του πρώτου των γύφτων, και τούτο διά της γλυκείας γλώσσης της. Είχε μέλανας και μεγάλους οφθαλμούς, ωχράν και αδύνατον την όψιν, και ωραίαν καστανήν κόμην. Το ανάστημά της εφαίνετο ολίγον κυρτόν. Ηδύνατο να καταστή ωραία, αν δεν έζη εν μέσω τοιούτου κύκλου, αλλά νυν δυσκόλως ηδύνατό τις να διακρίνη αν ήτο ευειδής ή άσχημος. Μεθ' όλην την ασβόλην καθ' ης επάλαιε, προσεπάθει να ενδύηται κοσμίως, και σπανίως εφαίνετο κηλιδωμένη. Άλλοτε ίσως εχειρίζετο και αυτή τους φυσητήρας και εβοήθει και εις τα λοιπά έργα. Αλλά προ πολλού ήτο απηλλαγμένη ήδη της αγγαρείας ταύτης. Η γραία μαστόρισσα είχε συναισθανθή την ανάγκην της οικιακής τάξεως, και ανέθηκεν αυτήν εις την Αϊμάν. Πλην τούτου οι δύο νέοι γύφτοι είχον αγαθήν καρδίαν, και οσάκις έπαυον να τραγωδώσι, συνηγόρουν υπέρ της νεάνιδος πάντοτε. Ο δε γέρων ήτο αφοπλισμένος υπ' αυτής και ποτέ το τρομερόν εργαλείον του κατ' αυτής δεν εστράφη.

Η Αϊμά διετήρει, όσον ενήν, την καθαριότητα, έπλυνε τα ενδύματα των τριών γύφτων, παρεσκεύαζε το φαγητόν, έκλωθεν, έπλεκεν, έρραπτε και επεσκεύαζε τας ποδιάς και τα υποκάμισα. Κατώρθωσε δε να εκτελέση και άλλον άθλον, ανήκουστον τέως, ως προς τον πετρώδη εκείνον τόπον, τον ηδικημένον υπό της φύσεως, τον μη ευλογημένον υπό του ουρανού, τον απεξηραμένον υπό των σκωριών και μαυρισμένον υπό των ανθράκων. Μεταξύ δύο υψηλών βράχων ανεκάλυψεν ως εκ θαύματος γην, και μάλιστα λιπαράν. Συνέλαβε την ιδέαν να κάμη κήπον. Μετεχειρίσθη το ολίγον εκείνο χώμα ως ζώπυρον, μετέφερε μακρόθεν επί των ώμων της εκατοντάδας κοφίνων μεστών χώματος, και ούτω κατεσκεύασε την φωλεάν της. Εφύτευσε διάφορα δένδρα και ευώδη φυτά, βασιλικούς, καρυόφυλλα, ηδυόσμους, τα απότιζε δις της ημέρας, κατεσκεύασεν αιμασιάν εκ λίθων με τας χείρας της, και μετ' ολίγον χρόνον πάντες οι γύφτοι ηναγκάσθησαν να σέβωνται το έργον τούτο των χειρών της. Τω όντι δε ο κήπος εκείνος, μικρός όσον ήτο, απετέλει ευάρεστον θέαμα και ήτο εις αντίθεσιν προς τους σκυθρωπούς και καπνισμένους τοίχους της μελαγχολικής καλύβης.

Καθ' όσον ηλικιούτο η Αϊμά, ησθάνετο εν εαυτή ορμεμφύτως της συστολής και ευπρεπείας το αίσθημα. Εντός της ακόμψου εκείνης καλύβης κατώρθωσε να κάμη και είδος κοιτώνος δι' εαυτήν. Δύο σανίδες ήρκεσαν όπως αποτελέσωσι χώρισμα εις μίαν των γωνιών, δι' ου εκρύπτετο από των οφθαλμών των άλλων, και έτεραι δύο οριζοντίως καρφωθείσαι απετέλεσαν κλίνην. Άλλως δεν κατεκλίνετο αυτή αφ' εσπέρας, όπως οι λοιποί σύνοικοι. Την μεν ημέραν πλην της επιμελείας του κήπου, είχε την παρασκευήν του φαγητού, και την πλύσιν καθ' εβδομάδα, την δ' εσπέραν μέχρι βαθείας νυκτός έρραπτεν, έπλενε και εμβάλωνε. Ότε δε οι γύφτοι εξύπνουν με την φωνήν του αλέκτορος, όπως αρχίσωσι την σφυρηλασίαν, αύτη απεκοιμάτο τότε. Ο βαρύς κρότος των σφυρών και των ραιστήρων δεν ηνώχλει πλέον, φευ! τα ώτα της, από πολλού συνειθισμένα εις τον ήχον τούτον. Ίσως μάλιστα η μακρά συνήθεια είχε καταστήσει ευαρέστους εις την ακοήν αυτής τους κρότους εκείνους. Πλην τούτου ήκουεν από όρθρου βαθέως μέχρι πρωίας συνδιαλέξεις, βλασφημίας, επιφωνήσεις και άσματα. Είπομεν ότι όχι μόνοι οι τρεις γύφτοι ειργάζοντο πάντοτε, και τούτο εμετρίαζε την μονοτονίαν των γογγυσμών του πρώτου γύφτου, των μειδιαμάτων και ακκισμών της γραίας και των αδιαλείπτων συριγμών των δύο μικρών γύφτων. Οι άλλοι προσερχόμενοι εις συνεργασίαν χαλκείς ήσαν εύθυμοι οπωσούν σύντροφοι. Ο είς αυτών διηγείτο μύθους, οίτινες δεν ετελείονόν ποτε αυτονυχί, οι δε άλλοι δύο έλεγον πολλά τετριμμένα αστεία εν τω μεταξύ και ημπόδιζον τον πρώτον να τελειώση. Η μαστόρισσα ήτο η δυστυχεστάτη πασών γυναικών, διότι, ενώ ύψονε και κατεβίβαζε τας δύο σφύρας, ενύσταζεν. Αλλά τις έπταιε; Την ημέραν δεν ήθελε να κοιμηθή, φιλοτιμουμένη να δίδη εις την μικράν συμβουλάς εις όλα τα έργα της.

Ηδύνατο ν' ακούση τις, κατά τους βαθείς όρθρους, καθ' ον χρόνον τα μαυρισμένα πρόσωπα των γύφτων έλαμπον φανταστικήν λάμψιν αντικρύ του πυρός, ο δε βαρύγδουπος ραιστήρ κατεφέρετο εκ διαλειμμάτων διακόπτων την μονότονον ιαχήν των δύο φυσητήρων, και ο μέλας καπνός ανεπέμπετο διά της ύπερθεν ρωγμής, και οι σπινθήρες ανέβαιναν απειράριθμοι εις ύψος, ηδύνατο ν' ακούση διαλόγους οίος ο επόμενος·

— Κάργα, γέρο μάστορη!

— Βρόντα!

— Τζάνουμ! σπρώξε.

— Σβύσε το!

— Μπουφ! Μπουφ!

— Ακόμα!

— Κτύπα! Δύναμι!

— Φόρτσα!

— Δος μου χέρι!

— Φόρτε!

— Σώνει, μάστορη!

— Δος του!

— Βάρδα, Μάχτο!

— Ωχ! κόμπιασα...

— &Θα χραπανίσης ψιλούς& ( 1).

— Ο διάβολος να σε πνίξη, πανούκλα!

— &Μη περιβολάς& ( 2).

— &Χαρχανταίς, μανταίς και αντάραις&!

Και ούτω παρήρχοντο αι νύκτες εκείναι, προπεμπόμεναι υπό γελώτων, θορύβων, βλασφημιών και υπό της κραυγής &Ήλιος!& ην συνείθιζε να εκπέμπη πάντοτε ο Μάχτος, ότε η πρώτη ακτίς ανέτελλεν επί του στερεώματος.

Εν μέσω του αλλοκότου τούτου κύκλου, όπου έζη η Αϊμά, παράδοξον πράγμα, ήτο σχεδόν ευτυχής.