Τα ψεύδη του Τρέκλα.
Ο Θεόδωρος τον εθεώρησε μετ' απορίας και απήντησε·
— Πώς θέλεις να ειξεύρω διατί ήλθες;
— Μήπως έμαθες τίποτε;
— Τι να μάθω;
— Επειδή εγώ δεν είμαι τόσον γρήγορος εις τον δρόμον...
— Έλα δα!
— Ειμπορεί να έφθασε το μαντάτον πρωτήτερα από εμέ, αν και εγώ
εστάλθηκα διά να το φέρω.
— Να μου φέρης εμέ μαντάτο;
— Όχι εις εσέ, εις τον αυθέντην σου.
— Εις τον αυθέντην μου;
— Ναι. Πού είνε τος;
Ο Θευδάς έδειξε την κλειστήν θύραν του άντρου.
— Είνε εκεί μέσα; ηρώτησεν ο Τρέκλας.
— Ναι.
— Και τι κάμνει;
Ο Θευδάς εκίνησε τους ώμους.
— Νόστιμο. Δεν ειξεύρεις;
— Δεν ειξεύρω, είπεν ο Θευδάς.
— Τότε λοιπόν τι είσαι εδώ;
— Διά να φυλάγω την πόρτα.
— Και είνε μοναχός ο αυθέντης σου;
— Όχι
— Είνε και άλλοι;
— Πολλοί.
— Ποιος και ποιος;
— Δεν τους γνωρίζω.
— Θα πάγης όμως να του πης...
— Εγώ;
— Θα πης ότι ήλθα διά σπουδαίαν υπόθεσιν.
— Όχι δα.
— Και έχω ανάγκην να του μιλήσω.
— Δεν γίνεται.
— Σου λέγω, είμαι σταλμένος.
— Ας πα να είσαι.
— Δεν το κουνάς, βλέπω.
— Αφού μέρωσε και δεν κλαίει...
— Θα πας να του πης;
— Δεν πάγω.
— Διατί;
— Είμαι εμποδισμένος.
— Τότε θέλεις ξαμπόδεμα.
— Χρειάζονται μαγικά.
— Ο αφέντης σου τα ξέρει
— Και δεν μας το έλεγες;
— Σύρε να του πης.
— Σου λέγω δεν πηγαίνω.
— Θα πας και θα τραγουδήσης.
— Δεν ξέρω τραγούδια.
— Να μάθης.
— Δεν παίρνω.
— Σαν δεν παίρνεις, δίνε.
— Δεν έχω.
— Άμε στο διάβολο.
— Δεν ξέρω το δρόμο.
— Να αυτός είνε, είπεν ο Τρέκλας δεικνύων το σπήλαιον.
— Οδήγησέ με συ, που έχεις γερά πόδια.
— Θ' αναγκασθώ της αλήθειας να σε οδηγήσω, είπεν ο Τρέκλας.
Και ορθωθείς, προσεποιήθη ότι βαδίζει προς την θύραν του άντρου. Ο Θευδάς έσπευσε να κωλύση αυτόν.
— Ε, πού πας; πίσω!
— Σύρε λοιπόν να πης του αυθέντου σου· είμαι σταλμένος από ταις
καλογρηαίς.
— Πε μου τουλάχιστον τι τον θέλεις, και τότε μπορώ ναποφασίσω.
— Αν σου το πω, θα πας;
— Θα πάω.
— Κάνεις όρκο;
— Κάνω.
— Λοιπόν άκουσε, είπεν ο Τρέκλας.
Και αναλαβών αιφνιδίως ήθος κωμικής σοβαρότητας, είπε·
— Το βέβαιον είνε ότι συμβαίνουν σπουδαία πράγματα, και ημείς οι
παραμικροί δεν τα καταλαβαίνομε καλά. Η ηγουμένισσα μ' έστειλε να ειδοποιήσω τον &άρχοντα&.
— Και να του πης τι; είπεν ο Θευδάς, εξαφθείσης της περιεργείας
αυτού.
— Να του πω τα συμβάντα, είπεν ο Τρέκλας.
— Και ποια είνε τέλος πάντων αυτά τα συμβάντα, διάβολε! έκραξεν
ανυπομονήσας ο Θευδάς.
— Πολλά και σπουδαία. Έχε υπομονήν, είπε μετά της αυτής
σοβαρότητος ο Τρέκλας. Πρώτον φωτιά άναψεν εις το μοναστήρι.
— Φωτιά; και τι έχει να κάμη ο αφέντης μου;
— Δεύτερον, μια αρμάδα άραξεν αντικρύ, εις το γιαλό μας, είπεν ο
Τρέκλας.
— Αρμάδα! και τι αρμάδα είνε αυτή; βενετική, γενοβέζικη,
τούρκικη;
— Γύφτικη, είπε σοβαρώς ο Τρέκλας.
— Γύφτικη! ω διάβολε, με περιπαίζεις τόσην ώρα κ' εγώ δεν τώξερα!
— Δεν σε περιπαίζω διόλου, είπε μετ' αγωνιώδους τόνου φωνής ο
Τρέκλας. Γύφτικη, από την Αίγυπτο. Και μήπως η Αίγυπτος, το Μισήρι που λένε, δεν είνε βασίλειο, καθώς τα άλλα;
— Δεν ξέρω, είπεν ο Θευδάς εν αμηχανία.
— Αν δεν το ξέρης να πας να το μάθης. Κρίμα που συναναστρέφεσαι
τόσον καιρό ένα φιλόσοφο άνθρωπο, σαν τον αφέντη σου! Και να μη ξέρης ότι η Αίγυπτος είνε βασίλειο, και έχει και αρμάδαις!
— Δεν τώξερα τόσον καιρό, και να με συγχωρής, είπεν ο Θευδάς.
— Πολλά έχεις να μάθης ακόμα, είπεν ο Τρέκλας. Όσο γηράζεις, τόσο
θα μαθαίνης.
— Ε, ύστερα, τι άλλο;
— Τρίτον, επανέλαβεν ο Τρέκλας, καβαλλαρία ήρθεν εις το
μοναστήρι.
— Καβαλλαρία;
— Είνε πεντακόσιοι, χίλιοι, αμέτρητοι και εγώ δεν ξέρω πόσοι. Και
μας πολιορκούν, είπεν ο Τρέκλας μετ' ελεγειακού τόνου.
— Σας πολιορκούν!
— Και μας χρειάζεται βοήθεια. Εγώ εβγήκα από την παραπόρτα,
έγεινα ίσωμα κάτω εις την γη, και έτσι εβγήκα. Πώς δεν μ' επήραν οι καβαλλάρηδες διά λαγόν, να με ρίξουν κάτω με καμμιά σαγιττιά!
— Διά λαγόν, δεν έχεις τα πόδιά του, είπεν ειλικρινώς ο Θευδάς.
— Ας είνε, ειμπορούσαν να με πάρουν διά χελώναν. Ξέρεις αυτοί οι
παληόφραγκοι τρώνε και ταις χελώναις.
— Φράγκοι λοιπόν είνε αυτοί οι καβαλλαρέοι που σας πολιορκούν;
— Φράγκοι, και τι θέλεις να είνε;
— Αλλά πώς οι φράγκοι κατατρέχουν τους φράγκους;
— Δεν κατατρέχουν τους φράγκους, αλλά ταις φράγκισσαις.
Ο Θευδάς ηναγκάσθη να πεισθή, μη έχων άλλο επιχείρημα να προτείνη. Επί δυο ώρας συνομιλών με τον Τρέκλαν είχεν εξαντλήσει πάσαν την προμήθειαν αυτού. Εν τούτοις τελευταίος τις δισταγμός τω απέμεινε.
— Αλήθεια, εις την ψυχή σου μου τα λες αυτά; είπε.
— Αλήθεια, εις την ψυχήν μου, απήντησεν απαθώς ο Τρέκλας.
— Αλλά πώς δεν μου τάλεγες πρωτήτερα, όταν ήλθες, αλλ' εφαίνεσο
να είχες τόσην όρεξι.
— Δεν ήθελα να σε τρομάξω από μιας αρχής, είπεν ο Τρέκλας.
— Τι διάβολε! Και θα μας έλθουν κ' εδώ αυτοί οι καβαλλαρέοι; είπε
μετ' αφελούς τρόμου ο Θευδάς.
— Δεν ξέρω, δεν μου είπαν ακόμα τα σχέδιά των, είπεν ο Τρέκλας.
Αργότερα, ειμπορώ να τους κάμω φίλους.
— Το έχεις σκοπόν; είπε μετά θαυμασμού ο Θευδάς.
— Βέβαια, αν τύχη.
Ο Θευδάς εσιώπησε. Παρήλθαν στιγμαί τινες, και ο Τρέκλας ηναγκάσθη να τω είπη·
— Ε, δεν πας τώρα;
— Πού;
— Εις τον κύριόν σου.
— Να κάμω τι;
— Να του πης ότι τον ζητούν.
— Εγώ;
— Ποίος άλλος;
— Δεν πάγω, είπεν ο Θευδάς μεταμεληθείς.
— Είσαι ψεύτης λοιπόν, τω είπεν ο Τρέκλας.
— Να μαζώξης τα λόγια σου, είπεν οργίλως ο Θευδάς.
— Ο διάβολε! και τι σου χρεωστούσα να με γελάσης μες τα μάτια;
— Εγώ σε γέλασα;
— Δεν μου υποσχέθηκες να πας;
— Δεν σου το υπεσχέθην επισήμως, είπεν ο γεννάδας.
— Και τι θα πη &επισήμως&; Δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αυτά, να σε
χαρώ.
— Σαν δεν καταλαβαίνης, κατάλαβε, είπεν ο Θευδάς.
— Μη χειρότερα.
— Δεν θα τα πης του αφέντη μου αυτά που μου είπες;
— Βέβαια.
— Τότε περίμενε να έβγη έξω απ' εκεί.
— Και πότε θα έβγη;
— Όποτε θέλη.
— Την πάθαμε, είπε μετά κωμικής χειρονομίας ο Τρέκλας.
— Υπομονή.
— Μα είσαι ψεύτης τέλος πάντων. Δεν το πίστευα να λες τέτοια
ψέμματα.
— Αφού ειμπορείς να του τα πης ο ίδιος του αφέντη μου...
— Ε;...
— Διατί δεν έχεις υπομονήν;
— Έτσι;
— Αλλά με βιάζεις να του πω εγώ αυτά οπού συνέβησαν;
— Ποία;
— Ταις φωτιαίς, ταις αρμάδαις και τους καβαλλαρέους οπού ήλθαν!
— Εγώ; Σοι είπα εγώ να τα διηγηθής αυτά εις τον αφέντη σου;
— Αμμή τι;
— Έχεις λάθος.
— Μη τα έχασες;
— Ο ένας από τους δυο.
— Τι λες εκεί;
— Σου είπα εγώ να διηγηθής εις τον αφέντη σου τέτοια πράγματα;
— Τι άλλο;
— Εγώ σου είπα μόνον να του πης ότι τον ζητώ.
— Έτσι ε;
— Τα άλλα αυτά τα είπαμεν μεταξύ μας, είπεν ο Τρέκλας.
— Μπράβο σου! Λοιπόν είνε όλα ψέμματα;
— Αμμέ; Θάρρεψες πως ήσαν αλήθεια;
— Είσαι τρομερός ψεύτης.
— Είσαι ψεύτης με δίπλωμα.
— Είσαι αδιάντροπος.
— Είσαι ξετσίπωτος.
— Είσαι...
— Είσαι...
Ο Τρέκλας, αφού εσκέφθη επ' ολίγας στιγμάς, εψιθύρισεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν·
— Ξεύρω εγώ τι θα κάμω. Είνε ανάγκη να καταφύγη κανείς εις τα
μεγάλα μέσα. Τα καταφέρνω εγώ καλά. Δεν είμαι ζώον, καθώς ο Θευδάς. θα τον καταφέρω εγώ τον Γεμιστόν να πεταχθή εξω έξαφνα. Δεν θέλει και πολλή φιλοσοφία. Φτάνει να μην είνε κανείς κουτός, και πολλά γράμματα δεν χρειάζονται. Χόμο! Χόμο! έκραξε· κουτ, κουτ!
Χόμο ήτο το όνομα του κυνός. Το ζώον τούτο, ακούσαν το όνομά του, έσπευσε προς τον καλούντα αυτό.
Ο Τρέκλας τον εθώπευσε, τον έλαβεν από των δυο προσθίων ποδών, ένυξε τους πόδας του, είτα την ουράν, κατ' ιδιάζοντα τινα τρόπον γνωστόν εις μόνον τον Τρέκλαν.
Το ζώον αισθανθέν δριμείαν οδύνην, ήρχισε να εκπέμπη τρομερούς και παρατεταμένους ολολυγμούς, και οι πέριξ βράχοι αντήχησαν. Ο Θευδάς κατεπτοήθη.
— Τι είνε; Τι είνε; έκραξεν.
Ο Τρέκλας, κρατών τον Χόμο από του λαιμού, εξηκολούθησεν απτόητος την μέθοδόν του. Ο Χόμο εξηκολούθησε να ολολύζη φρικωδώς.
— Τι έπαθε το σκυλί; έκραξεν ο Θευδάς, αλλ' εφοβείτο να πλησιάση,
βλέπων εξαγριούμενον τον κύνα.
— Σκάσε! είπε μετά περιφρονήσεως ο Τρέκλας. Έχει και αυτός την
σειράν του, καθώς συ.
— Μην ελύσσαξε; είπεν ο Θευδάς.
— Αυτό δεν είνε παράξενο να λυσσάξη, είνε σκυλί. Κοντεύεις εσύ να
το πάθης, που είσαι άλλης λογής ζωντίμι.
Εν τούτοις ο κύων εξακολουθεί να ολολύζη. Ολίγος χρόνος παρήλθεν εισέτι, και η θύρα του σπηλαίου ηνοίχθη αιφνιδίως.
— Τι είνε, Θεόδωρε; έκραξε μετά μεμπτικού τόνου ο Πλήθων.
Αι θρηνώδεις φωναί του κυνός ήσαν τόσον διάτοροι, ώστε αντήχησαν έσω του άντρου, και ο Πλήθων δεν ηδυνήθη να υπομείνη. Εξήλθεν εις την θύραν όπως μάθη τι συνέβανε, φορών έτι τα εμβλήματα της ιερωσύνης, ά περιεβάλλετο κατά τας τελετάς, ή κατά τας παρωδίας εκείνας.
Ο Θεόδωρος πλήρης φόβου και ανησυχίας έσπευσε προς αυτόν.
— Δεν ειξεύρω. Δεν είνε τίποτε. Ένα σκυλί φωνάζει. Ησυχάσατε,
κύριέ μου. Φταίγει αυτός ο κούτσαυλος, οπού μου έφερεν εδώ αυτό το μανδρόσκυλο.
Συγχρόνως ο Τρέκλας, ως είδε τον Πλήθωνα εξελθόντα, αφήκε τον κύνα ήσυχον, και ήρχισε να πηδά και να τρέχη διά κωμικών σκιρτημάτων, με τους ραιβούς πόδας του, όπως φθάση εις την θύραν του σπηλαίου.
— Άρχων! Άρχων! μην ακούς αυτόν. Στάσου να σου πω. Περίμενε. Είνε
ανάγκη. Ξεύρεις από πόσον δρόμον ήρθα με τα στραβά πόδια μου;
— Τι θέλεις; είπε μετ' ολιγωρίας ο Πλήθων, και ητοιμάζετο να
κλείση την θύραν και ν' αποσυρθή.
— Περίμενε, αφέντη, μίαν στιγμήν. Εγώ δεν φταίγω τίποτε. Δεν ήρθα
εγώ μοναχός μου. Άλλος μ' έστειλε.
— Ποίος άλλος;
— Η καλόγρηαις.
— Και τι θέλεις;
— Να σου πω ένα πράγμα.
— Τι;
— Μου είπαν να σου το πω κρυφά εις τ' αυτί σου.
— Έλα εδώ.
Ο Τρέκλας επλησίασε δειλώς προς τον Πλήθωνα με το εγκάρσιον κίνημα εκείνο του σώματος, το ομοιάζον τόσον καλώς προς τον κλυδωνισμόν της νηός εν σάλω, και τω είπε μίαν λέξιν μυστικά.
Οι χαρακτήρες του Πλήθωνος ηλλοιώθησαν.
— Τι λέγεις; είπε.
— Είνε αλήθεια, αυθέντα.
— Και πώς έγεινε αυτό;
— Δεν ειξεύρω.
— Ποίος ήλθεν εκεί;
— Κανείς.
— Πώς έφυγε;
— Έφυγε.
— Μόνη της;
— Δεν ξεύρω.
— Πόθεν εξήλθε;
— Δεν ξεύρω.
— Ω θεοί, θεοί, εψιθύρισεν ο Πλήθων συνάπτων τας χείρας.
— Ω θεοί, είπε και ο Θεόδωρος, κρίνας καλόν να μιμηθή το κίνημα
και την επίκλησιν του κυρίου του.
— Και ήδη, τι ποιητέον; είπεν ο Πλήθων.
— Τι ποιητέον; επανέλαβεν ο Θεόδωρος χωρίς να ειξεύρη τι είχε
συμβή.
— Είνε ανάγκη ενεργείας, είπε μεγαλοφώνως, σκεπτόμενος ο Πλήθων.
— Ενεργείας, επανέλαβε ψιττακίζων ο Θεόδωρος.
— Ειξεύρεις, φίλε, είπεν ο Πλήθων προς τον Τρέκλαν, ειξεύρεις
ποιον δρόμον έλαβεν η φυγάς;
— Πού να το ξεύρω; είπε μιμικώς ο Τρέκλας, αφού δεν την είδα;
— Και είνε πολλαί ώραι αφότου έγεινεν άφαντος;
— Δεν το ξέρομε αυτό, αφέντη, είπε μετ' εκτάκτου σοβαρότητος ο
Τρέκλας· ένα μόνο ξέρομε, ότι έφυγε.
— Αυτό μας το είπες.
— Σωστά σας το είπα.
— Αλλά τέλος, δεν ευρέθη το δωμάτιον κενόν;
— Βέβαια, αφέντη· αφού το πουλί επέταξε, επόμενον ήτο να ευρέθη
το κλουβί άδειο.
— Και δεν ήτο κανέν παράθυρον ανοικτόν, δι' ου να εξήλθε;
— Δεν ξέρω αν ήτον ανοιχτό ή κλειστό, αφέντη. Αυτό μονάχα ξέρω,
ότι αυτή θα εβγήκεν από κάπου.
— Και ποίαν ώραν εύρετε το δωμάτιον κενόν;
— Το κελλί ευρέθη άδειο σήμερα.
— Ποίαν ώραν;
— Είνε κάμποσαις ώραις.
— Ως πόσαι ώραι; είπεν ο Πλήθων.
— Δεν σέρνω ρωλόγι απάνω μου, απήντησεν ο Τρέκλας.
— Και δεν ενήργησε τι η ηγουμένη, όπως καταδιώξη την φυγάδα;
ηρώτησεν αύθις ο Πλήθων.
— Ήθελε να στείλη εμέ κατόπιν της, απήντησεν ο Τρέκλας, και
εκίνησεν άμα τους δυο πόδας, ώστε παρήχθη εντύπωσις ως θάμνου σειομένου υπό του βορρά.
— Εύγε, είπεν ο Γεμιστός, μη δυνηθείς να μη υπομειδιάση.
— Εύγε, επανέλαβεν ο Θευδάς.
Ο Πλήθων εσκέφθη επ' ολίγας στιγμάς, και είτα, αποταθείς προς τον υπηρέτην του·
— Κάλεσόν μοι ενταύθα τον οδηγούντα τους στρατιώτας, είπεν.
Ο Θευδάς απήλθεν εν τω άμα εις τον στρατιωτικόν σταθμόν, όπως καλέση τον διοικητήν της φρουράς.
Εν τω μεταξύ ο Πλήθων εξήταζε τον Τρέκλαν περί τινων άλλων περιστάσεων της αποδράσεως. Αλλ' ουδεμίαν πληροφορίαν κατώρθωσε παρ' αυτού να λάβη.
Ο Θεόδωρος επανήλθε μετά του επί της κεφαλής του σταθμού, και τότε ο Γεμιστός έδωκε παραγγελίας προς τον άνθρωπον τούτον, όπως καταδιώξη μετά των υπ' αυτών στρατιωτών εκείνην ήτις είχε δραπετεύσει.