Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 18: Κεφάλαιο 18

Τα μυστήρια.

Ολίγας ημέρας μετά τα συμβάντα ά διηγήθημεν εν τοις τελευταίοις κεφαλαίοις του Α' μέρους του παρόντος μυθιστορήματος, έκτακτόν τι συνέβαινεν εν τω Πληθωνείω άντρω. Ο Πλήθων εώρταζε μίαν των υπ' αυτού επανορθωθεισών ειδωλολατρικών εορτών. Εις τας τοιαύτας περιστάσεις, δις ή τρις του έτους, ο Πλήθων προσεκάλει εκτάκτως πολλαχόθεν της Πελοποννήσου τινάς των οπαδών του, εις ους είχε κατορθώσει να μεταδώση τας ειδωλολατρικάς αυτού δοξασίας.

— Αυτό εννοείται. [Άσχετη φράση εντός του κειμένου]

Κατωρθώθη προς τούτοις να ευρεθώσι τρεις νεανίδες χωρικαί, τρεις ωραίαι ποιμενίδες, αίτινες επί μισθώ εδέχοντο να εκτελέσωσιν έργα κανηφόρου εις την εορτήν. Τούτο ήτο θαύμα, διότι η επικρατούσα πρόληψις παρά τοις χωρικοίς κατά του Πλήθωνος ήτο ισχυροτάτη. Και όμως το γόητρον του χρυσίου είνε πάντοτε ισχυρότερον, και ο Πλήθων αντήμειβε γενναίως πάσαν τοιαύτην υπηρεσίαν.

Δώδεκα παίδες δεκαετείς λίαν καθαρίως ενδεδυμένοι απετέλουν χορόν, και είχον διδαχθή ν' απαγγέλλωσι ψιττακίζοντες παρόδους και στάσιμα εκ των αρχαίων δραμάτων, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα άλλως κατά την έννοιαν προς τα τότε πράγματα, οίον το εξής τεμάχιον·

Ω Διός αδυεπές φάτι, τις ποτε τας πολυχρύσου
Πυθώνος αγλαάς έβας
Θήβας; εκτέταμαι φοβεράν φρένα, δείματι πάλλων
Ιήτε, Δάλιε Παιάν,
Αμφί σοι αζόμενος τι μοι ή νέον
Ή περιτελλομέναις ώραις πάλιν εξανύσεις χρέος.
Ειπέ μοι, ω χρυσέας τέκνον Ελπίδος, άμβροτε φάμα.
Πρώτα σε κεκλόμενος, θύγατερ Διός, άμβροτ' Αθάνα,
Γαιάοχόν τ' αδελφεάν
Άρτεμιν, ά κυκλόεντ' αγοράς θρόνον ευκλέα θάσσει.

Ή το εξής.

Ακτίς αελίου, το κάλλιστον επταπύλω φανέν
Θήβα των προτέρων φάος,
Εφάνθης ποτ', ω χρυσέας αμέρας βλέφαρον,
Διρκαίων υπέρ ρεέθρων μολούσα,
Τον λεύκασπιν Αργόθεν φώτα βάντα πανσαγία
Φυγάδα πρόδρομον οξυτέρω κινήσασα χαλινώ·
Ον εφ' ημετέρα γα Πολυνείκης
Αρθείς νεικέων εξ αμφιλόγων
Οξέα κλάζων
Αιετός ες γαν ως υπερέπτα
Λευκής χιόνος πτέρυγι στεγανός, κτλ. κτλ.

Και είτα τους ομηρικούς ύμνους των θεών, και άλλα.

Οι δέκα ή δεκαπέντε οπαδοί του Πλήθωνος, όσοι ήρχοντο εις τας τελετάς ταύτας, εφόρουν χιτώνας και ιμάτια κατά τον αρχαίον τρόπον, εν καιρώ της τελετής. Αι τρεις κανηφόροι και οι δώδεκα παίδες έφερον στεφάνους. Ο δε Πλήθων εφόρει εφεστρίδα και εξετέλη έργα ιερέως. Ο Θεόδωρος, όστις δεν ενόει ουδέν εξ όλων τούτων, δεν ηδύνατο να πλησιάση, ήτο απηγορευμένον αυτώ.

Είς των παίδων ανήπτε το πυρ επί του βωμού, και ο Πλήθων έσφαζεν αμνόν ή τράγον και έκαιεν αυτόν ενώπιον των ειδώλων των θεών. Είτα εξήταζε τα σπλάγχνα, και έλεγεν εις τους κεκλημένους αν εσήμαινον ευτυχίαν ή δυστυχίαν. Την ημέραν εκείνην η τελετή προηγγέλλετο πομπωδεστέρα του συνήθους. Οι ελθόντες εις την εορτήν ήσαν πλείονες, περί τους είκοσιν. Ο δε Πλήθων αυτός εφαίνετο φαιδρός, ως να είχε κερδήσει τι. Αρτίως είχε κλεισθή η θύρα του σπηλαίου και οι μεμυημένοι είχον αποχωρήσει εις τα έσω αυτού. Ο δε Θεόδωρος εκάθητο έξωθεν, θεωρών μακρόθεν την θύραν. Ήτο δε ώρα περί δυσμάς ηλίου.

Ο Θεόδωρος εσκέπτετο ότι δεν έπρεπε να είνε ευχαριστημένος παρά του αυθέντου του, διότι ενώ αυτός τον υπηρέτει τόσον πιστώς, και εμπιστευτικάς παραγγελίας ελάμβανε πολλάκις παρ' αυτού, άς επιτυχώς εξετέλει, εκείνος τον απέκλειε, και δεν τον άφηνε να ίδη τα συμβαίνοντα, έστω και χάριν τέρψεως. Την στιγμήν ταύτην ο Θεόδωρος ουδεμίαν είχε πρόληψιν κατά των τελουμένων, και ησθάνετο παράδοξον επιθυμίαν να προσκυνήση και αυτός τα είδωλα, όπως τα προσεκύνει ο κύριός του. Βεβαίως ουδέν το σατανικόν θα είχον ταύτα, όπως ισχυρίζοντο οι άνθρωποι του λαού, τουναντίον εφαίνοντο λίαν φαιδρά και ωραία. Διατί λοιπόν και ο Θεόδωρος να μη δύναται ν' απολαύση του καλού εκείνου θεάματος, αλλά να κάθηται έξωθεν της θύρας εν αποκλεισμώ, ως να έπασχεν εκ λώβης; Δεν ήτο τούτο άδικον; Τας σκέψεις του Θεοδώρου ή Θευδά (διότι ούτω τον εκάλει ενίοτε υποκοριζόμενος ο Πλήθων), διέκοψε κύων τις, όστις προσέδραμεν ελαφρώς υλακτών, και έχων την γλώσσαν κρεμαμένην έξω των οδόντων. Εφαίνετο ως να ήρχετο μακρόθεν.

Προσήλθε παρά τους πόδας του Θεοδώρου σείων την ουράν. Ο Θεόδωρος τον παρετήρει έκπληκτος.

— Σαν να τον γνωρίζω, μου φαίνεται, αυτόν τον σκύλο, είπε. Τίνος
είνε; Τίνος είνε;

Και επροσπάθει ν' αναμνησθή. Αλλ' εδυσκολεύετο.

— Κάποιου φίλου μου θα είνε βέβαια, έλεγε. Μπα! και θέλει
θεολογία πως είνε φίλου μου; Αφού έρχεται και μου σει την ουρά. Μεγάλο πράγμα πώς το κατάλαβα! Αλλά τίνος να είνε;

Και εβίαζε την μνήμην του να τω είπη το όνομα του κυρίου του κυνός.

— Έλα, σκύλε, είπε θωπεύων αυτόν, δεν ειξεύρω πώς σε λένε· να
είξευρα το δικό σου όνομα, θα εύρισκα εύκολα και του αυθέντου σου. Ή να είξευρα καν της κυράς σου;...

Και εμειδίασεν εις την λέξιν ταύτην ο Θευδάς.

— Της κυράς σου; επανέλαβε· να είχες τουλάχιστον κυρίαν;...

Ω, διάβολε, διάβολε! είπε κρούων το μέτωπον αυτού. Το ηύρα το ηύρα!...

Και εθώπευε τον κύνα.

— Ω διάβολε, και φαίνεσαι, είσαι καλοθρεμμένο σκυλί. Έπρεπε να το
καταλάβω. Ναι, ναι. Φαίνεσαι όπου ζης από μοναστηριακά κομμάτια. Και μάλιστα από καλόγρηαις! Και τι καλόγρηαις!

Ο Θευδάς εστέναξε.

Την αυτήν στιγμήν ηκούσθη βήμα όπισθεν των θάμνων και φύσημα ανθρώπου ερχομένου εκ μακράς οδοιπορίας, κεκμηκότος. Εφάνη δε άνθρωπος ραιβοσκελής, δυσκόλως βαδίζων, σύρων επιπόνως τον αριστερόν πόδα παρά τον δεξιόν. Ο Θευδάς τον ανεγνώρισε.

— Τρέκλα, φίλε μου, είπε, συ είσαι λοιπόν;

— Εγώ, απήντησε πνευστιών ο έχων το όνομα Τρέκλας.

— Πώς ευρέθης εδώ;

— Μ' εστείλανε.

— Ποιος;

— Αυταίς η καλογρηαίς, είπε μυκτηρίζων ο Τρέκλας. Η φωνή του δε
ήτο έρρινος.

— Σένα βρέθηκαν να στείλουν; είπε μετ' οίκτου ο Θευδάς.

— Τι να γείνη!

— Και θα έχης ώραις εις τον δρόμο.

— Είμαι περήφανος 'στά πόδια, είπεν ο Τρέκλας δεικνύων τους
στρεβλούς πόδας του.

— Το ξεύρω.

— Μ' εστείλανε διά δουλειά.

— Διά τι δουλειά;

— Τώρα θα σου πω. Άφησέ με να ξαποστάσω, είπε καθίσας.

— Ξαπόστασε, καϋμένε Τρέκλα. Και αυτός ο σκύλος πώς ευρέθη;

— Με ακολούθησε.

— Σε ακολούθησε; είπεν ο Θευδάς. Θέλεις να πης, σου έδειχνε το
δρόμο.

— Όταν είνε κανείς υπερήφανος 'στά πόδια... είπεν ο Τρέκλας.

— Βέβαια, έχεις δίκηο.

— Τότε έχει ανάγκη από ένα σκυλί διά να του δείχνη το δρόμο.

— Σωστά.

— Και δι' αυτό μου το δίνουν η καλόγρηαις, αυτό το σκυλί, διά
οδηγόν.

— Κατάλαβα.

— Αλλοιώς δεν ειμπορούσα να τα καταφέρω.

— Αυτό εννοείται.

— Μα αυταίς η καλόγρηαις!...

— Τι;

— Σκύλιασαν.

— Σκύλιασαν;

— Βέβαια. Κοντεύουν να λυσσάξουν.

— Όχι δα!

— Στην τιμή μου.

— Η καϋμέναις!

— Ε, δεν ταις λυπάσαι;

— Αλήθεια.

— Μα είνε αξιολύπηταις.

— Διατί;

— Έχει πολλά &διατί&.

— Ως πόσα;

— Όσα θέλεις.

— Ειπέ ένα.

— Πρώτον αυταίς είνε...

— Τι είνε;

— Είνε όλαις θηλυκαίς.

— Αυτό θα πης;

— Ναι.

— Το είξευρα.

— Κ' εγώ γι' αυτό σου το λέγω.

— Διά ποιο &αυτό&;

— Διατί το είξευρες.

— Α, ενόησα.

— Θα ήσουν πολύ βαρυκέφαλος...

— Εγώ;

— Ναι.

— Πώς;

— Αν δεν το εννοούσες.

— Εμπήκα μέσα. Δεύτερο;

— Δεύτερος

— Ναι. Δεν έχει και άλλο;

— Έχει.

— Λέγε.

— Η γυναίκαις αυταίς είνε...

— Τι;

— Είνε όλαις σπαναίς.

— Μπα! αυτό;

— Ναι.

— Τόσον καλλίτερα.

— Διατί;

— Διατί δεν χρειάζονται και ξυράφισμα.

— Α, έτσι;

— Βέβαια. Και ύστερα;

— Ε;

— Και τι άλλο ακόμα;

— Τι άλλο;

— Ναι. Τρίτο;

— Τρίτο, είνε όλαις μακρυμαλλούσαις.

— Α! αυτό λοιπόν είνε το τρίτο; είπεν ο Θευδάς.

— Μάλιστα, το τρίτο το καλλίτερο.

— Το καλλίτερο;

— Και αν θέλης, και κάτι άλλο· είνε αυτό το τρίτο.

— Τι άλλο;

— Δεν το λέγω αυτό.

— Γιατί;

— Γιατί σκιάζομαι.

— Τι σκιάζεσαι;

— Μήπως σε τρομάξη.

— Να με τρομάξη εμέ;

— Ναι.

— Γιατί;

— Γιατί είνε πράγμα που τρομάζει.

— Δεν βαρυέσαι!

— Φαντάσου γυναίκα με μακρυά μαλλιά.

— Και λίγη γνώσι;

— Δεν θα φαίνεται σαν νεράιδα;

— Μες σε κανένα ρέμα;

— Μα δεν πειράζει, είνε το μόνο.

— Ποιο μόνο;

Ο Τρέκλας κατέπαυσεν ενταύθα τον λόγον και δεν ηθέλησε πλέον ν' απαντήση. Είχε στηριχθή επί του στελέχους δένδρου τινός και εφαίνετο ονειροπολών. Ήτο άνθρωπος τεσσαρακοντούτης με ηλιοκαή την όψιν και οι χαρακτήρες του εξέφραζον πολλήν πανουργίαν. Ο Θευδάς εγίνωσκεν ότι ματαίως θα επέμενε, και απέσχε πάσης περαιτέρω ερωτήσεως. Αν είχον έννοιάν τινα οι ανωτέρω παιγνιώδεις λόγοι, μόνος ο Τρέκλας είξευρε τούτο, ο δε Θευθάς επώπτευε μόνον, αλλ' ουδέν βέβαιον εγίνωσκεν. Αλλ' όμως ευτυχέστερος ήτο ούτος του χρονογράφου, διατελούντος εν ζοφερά αγνοία περί του πράγματος.

Αφού ανεπαύθη επ' ολίγας στιγμάς ο Τρέκλας, εσηκώθη και είπε προς τον Θεόδωρον·

— Ειξεύρεις διατί ήλθα;