Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 17: Κεφάλαιο 17

Το άντρον.

Ο Γεώργιος Γεμιστός είχε φροντίσει ίνα μετακομισθώσι αγάλματά τινα σωζόμενα εν τοις ερειπίοις της αρχαίας Σπάρτης, τα μόνα άτινα είχον σεβασθή οι αιώνες και οι βάρβαροι, και είχεν ηυπρεπισμένην την κατοικίαν αυτού ελληνικώ τω τρόπω. Εις τους αγρότας των περιχώρων ήτο απηγορευμένη η είσοδος. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι εσκανδαλίζοντο βλέποντες τα δαιμονικά εκείνα πράγματα, και εσταυροκοπούντο αφθόνως. Και όμως τόση ήτο η περιέργεια, ήτις ηρέθιζεν αυτούς, ώστε μεθ' όλον τον φόβον και την αποστροφήν ην ησθάνοντο, προέβαλλον δειλώς τας μορφάς έξω της εισόδου, οσάκις διέβαινον πλησίον εκεί όπως ίδωσι τι συνέβαινεν εντός. Μάλιστα αι γυναίκες υπέκειντο εις τον πειρασμόν τούτον. Εφαντάζοντο ότι θα έβλεπαν εκεί μαύρα τριχώματα, ουράς και άλλα τοιαύτα προσόντα, οία η χριστιανική φαντασία και τέχνη απέδιδεν εις τον πονηρόν δαίμονα. Αλλ' η περιέργεια αυτών δεν εκορέννυτο. Ουδέν το σατανικόν έβλεπον εις το αρχαϊκόν εκείνο ενδιαίτημα. Εις το πρώτον χώρισμα ήτο το μελετητήριον και ο κοιτών του φιλοσόφου, εις το δεύτερον υπήρχον αγάλματά τινα, είς βωμός και άλλα σύμβολα, ακατανόητα μεν, αλλ' ουδέν τα απαίσιον έχοντα. Ούτω δε αι περίεργοι απεμακρύνοντο εκείθεν, μηδεμίαν μεν αληθή πληροφορίαν αποκομίζουσαι, αλλ' όμως φέρουσαι εναύσματα προς διήγησιν μεγεθοποιημένων και φασματωδών πλασμάτων εις τας φίλας και γνωρίμους αυτών. Επί τέλους ο Πλήθων ηναγκάσθη ν' απαγορεύση την προσέγγισιν του τυχόντος, και ουδείς ηδύνατο να πατήση τα σύνορα αυτού. Την εκτέλεσιν της διαταγής ταύτης ανέθηκεν εις στρατιωτικόν σταθμόν κείμενον ου μακράν του σπηλαίου. Ο δεσπότης της Πελοποννήσου και πάσα άλλη αρχή ουδέν ηδύνατο ν' αποποιηθή εις τον Πλήθωνα, όστις ιδιώτευε μόνον διότι ούτω ήθελεν. Άλλως όμως είχε μεγίστην πολιτικήν σημασίαν εν τω τόπω.

Είνε αληθές ότι δεν είχεν εις τι να μεταχειρισθή αυτήν. Έβλεπε το μοιραίον τέλος επικείμενον και προσεγγίζον οσημέραι, ουδεμίαν δε είχε δύναμιν όπως αποτρέψη αυτό.

Ο Πλήθων εμόναζεν από μακρού χρόνου εν τω άντρω αυτού και δεν είχε σκοπόν να εξέλθη εκ της προσφιλούς αυτώ ησυχίας. Εν τούτοις η ησυχία αύτη διεκόπτετο από καιρού εις καιρόν δι' επισκέψεων ξένων τινών ή εντοπίων λογίων, οίτινες ήρχοντο να συζητήσωσι μετά του διδασκάλου τα αιωνίως άλυτα εκείνα ζητήματα, τα άψαυστα και συγκεχυμένα, άτινα έχουσι την ιδιότητα όσον πλειότερον τα κινεί τις, τόσον αδρανή να μένωσι, και όσον μάλλον επιμόνως ζητή τις να τα διαφωτίση, τόσον να καθίστανται σκοτεινότερα.

Είς τοιούτος επισκέπτης ήλθεν άπαξ πρότινος χρόνου και εύρε τον Πλήθωνα εις το αναχωρητήριόν του. Ο οδοιπόρος ούτος έφερε το καλογηρικόν ένδυμα και είχεν ήθος ταπεινόν και χριστιανικόν. Επαρουσιάσθη εις τα πρόθυρα του αναχωρητηρίου και εζήτησε την άδειαν να επισκεφθή τον Πλήθωνα. Ο Θεόδωρος παρουσιασθείς παρετήρησεν αυτόν μετά περιεργείας. Διότι εγίνωσκεν ότι ο κύριός του είχε προ πολλού διακόψει πάσαν προς τους μοναχούς σχέσιν και ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ετόλμα άνθρωπος φορών ράσον να παρουσιασθή όπως ζητήση συνέντευξιν μετά του Πλήθωνος.

— Και τι τον θέλεις; ηρώτησεν ο Θεόδωρος αποτόμως.

— Θέλω να τω ωμιλήσω, απήντησε μετά συστολής ο ξένος.

— Τι έχεις να το είπης;

Ο ξένος εκίνησε τους ώμους.

— Έχεις βεβαιότητα ότι θα σε δεχθή; επέμεινεν ο Θεόδωρος.

— Ειπέ του ότι τον ζητεί ένας, ο όποιος έχει κάτι να του ειπή.

Ο Θεόδωρος εδίσταζεν. Ο ξένος δεν είπε τι προς αυτόν, αλλ' η στάσις του ενέφαινεν αξιοπρεπή επιμονήν.

— Και ποίος να είπω ότι τον ζητεί; ηρώτησεν ο Θεόδωρος.

— Είς μοναχός, δούλος του Θεού του αληθινού, όστις έχει σπουδαία
να τω είπη.

Εν τούτοις αυτό δεν είνε το όνομά σου, παρετήρησεν ο Θεόδωρος.

— Αυτό το όνομα αρκεί εις εμέ, είπεν ο ξένος.

— Αλλά θα αρκέση τάχα εις τον κύριόν μου;

— Δοκίμασε, είπεν ο ξένος.

— Δεν ειμπορώ, χωρίς να μοι είπης το όνομά σου.

Ο ξένος εξέβαλε τότε εκ του κόλπου του χαρτοφυλάκιόν τι, και εχάραξε μίαν μόνην λέξιν επί τεμαχίου χάρτου.

— Δος αυτό εις τον κύριόν σου, είπε, και αν θέλη να με δεχθή,
καλώς.

Ο Θεόδωρος έλαβε το πιττάκιον, αλλά δεν εγίνωσκε γράμματα και δεν ηδύνατο ν' αναγνώση την υπό του μοναχού γραφείσαν λέξιν. Εν τούτοις ηναγκάσθη να μεταβιβάση το τεμάχιον του χάρτου προς τον Πλήθωνα. Ο φιλόσοφος δεν ηδυνήθη να καταπνίξη αίσθημά τι συγκινήσεως, ότε ανέγνω την λέξιν εκείνην. Ήτο δε αύτη γεγραμμένη μονογραφικώς και συντετμημένως, κατά την συνήθειαν του καιρού εκείνου, και έλεγε: «Γ. Σχολάριος».

Ήτο το όνομα του ασπόνδου και θανασίμου εχθρού του Γ. Γεμιστού. Τι παθών άρα ο Γεώργιος ούτος ο Σχολάριος ήλθε να επισκεφθή τον Πλήθωνα; Ο φιλόσοφος εις μάτην διελογίζετο. Δεν ηδύνατο να λύση το αίνιγμα τούτο.

Εν τούτοις δεν εδίστασε να δώση διαταγήν προς τον υπηρέτην του, όπως εισαγάγη παρ' αυτώ τον επισκέπτην.

Ειπέ του να έλθη, είπεν ησύχως. Ο Θεόδωρος υπήκουσεν.

Ο Πλήθων μεθ' όλην την φιλοσοφίαν του, δεν ηδύνατο να υπερνικήση προλήψεις τινάς, αίτινες εσώζοντο παρ' αυτώ από του χρόνου, καθ' ον ήτο άνθρωπος μόνον και δεν είχε γείνει ακόμη φιλόσοφος. Ούτω μείνας μόνος μετά την έξοδον του υπηρέτου εφρόντισε να κλείση την εσωτερικήν θύραν του ευρυχώρου άντρου, να σύρη τα παραπετάσματα και να καταστήση αόρατα εις τους οφθαλμούς του Γεωργίου Σχολαρίου τα παρ' αυτού λατρευόμενα. Ούτος δε, ως εισήλθε, παρά πάσαν την ταπεινότητα του ήθους αυτού, το πρώτον βλέμμα διηύθυνε προς τα επιπροσθούντα παραπετάσματα, και ματαίως προσεπάθει να διίδη διά του πυκνού υφάσματος τι έκρυπτον ταύτα.

Ο Πλήθων ηγέρθη και έδειξεν έδραν προς τον επισκέπτην. Αντήλλαξαν δε τότε και οι δύο ούτοι άνδρες βλέμμα απερίγραπτον.

Καλώς ήλθες, είπε μετά βεβιασμένης προθυμίας ο Πλήθων. Παράδοξον μοι φαίνεται πώς ευρέθης εδώ.

Έκαμα περιοδείαν εις την Πελοπόννησον, απήντησεν ο Σχολάριος. Επειδή επλησίασα εις τα χώματά σου, εφαντάσθην ότι δεν ήθελες μοι αρνηθή την φιλοξενίαν σου δι' ολίγην ώραν.

— Και διά πολλήν, είπεν ο Γεμιστός.

Ο Σχολάριος εκάθισε και περιέμενε να λάβη ο οικοδεσπότης τον λόγον. Παρήλθον στιγμαί τινες.

— Από πολλού χρόνου δεν έχομεν ιδεί αλλήλους, είπεν ο Γεώργιος
Γεμιστός.

— Τω όντι, είπεν ο Σχολάριος. Δεν ήλθες εις την βασιλεύουσαν
Πόλιν.

— Εγώ; Τι να πράξω εκεί; Είμαι ερημίτης, είπε ο Πλήθων.

— Όλοι ερημίται είμεθα, είπεν ο Σχολάριος.

— Εγώ δεν αναμιγνύομαι πλέον εις τα κοινά.

— Καλώς πράττεις.

— Ασχολούμαι εις μελέτην και συγγραφήν μόνον, είπεν ο Πλήθων.

— Και θα ωφελήσης ούτω το έθνος, διδάσκαλε, είπεν ο Σχολάριος.

Ο Γεμιστός τον εθεώρησε με βλέμμα πλήρες δυσπιστίας.

— Αλήθειαν λέγω, είπεν ο Σχολάριος. Μη έχης προκατάληψιν, ω
Πλήθων.

— Και όμως.., είπεν ο Γεμιστός μετά δισταγμού.

— Αν έγραψα κατά σου, ω Πλήθων, δεν έπραξα τούτο εκ μίσους.
Ουδεμίαν έχθραν έχω κατά σου.

— Πιστεύω, είπεν ο Πλήθων.

— Εις πάντα τα ζητήματα συμφωνούμεν. Αλλ' ως προς τα θρησκευτικά,
αν έγραψα κατά σου, έγραψα εκ πεποιθήσεως.

Ο Πλήθων εσίγα.

— Και πάλιν δεν περιήλθον εις την υπερβολήν, εις ην έφθασαν
άλλοι. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι είσαι άθεος, ω Πλήθων, και ότι επιθυμείς να διαδώσης εις το έθνος τούτο δόγματα ολέθρια και άκαιρα όλως. Λέγω μόνον ότι είσαι ισχυρογνώμων. Δυνατόν να φρονής ότι πρέπει να λατρεύηται το θείον υπό άλλην μορφήν και δι' άλλων τύπων, ή όπως ορίζει η αγία ημών Εκκλησία. Αλλά τούτο δεν είνε λόγος όπως κηρύξης μεγαλοφώνως τα τοιαύτα δόγματα.

Ο Πλήθων ετήρει σιγήν.

— Είσαι ελεύθερος, ω Πλήθων, επανέλαβε μετά παρρησίας ο Γεώργιος
Σχολάριος, είσαι ελεύθερος να δοξάζης όν τινα θεόν θέλης, ή να μη δοξάζης μηδένα. Δύνασαι να συγχέης τα φιλοσοφικά δόγματα προς τα χριστιανικά, και να ζητής διά των θεωριών του Πλάτωνος και των ερευνών του Αριστοτέλους ν' αντικαταστήσης την διδασκαλίαν του Χριστού. Δύνασαι να επιθυμής εγκαρδίως την επάνοδον της λατρείας των ειδώλων, και πάσαν την πομπήν και την συμβολικήν του αρχαίου κόσμου της πολυθεΐας. Δύνασαι προσέτι, όπερ χείρον κατ' εμέ, να πιστεύης ότι είνε ποτε δυνατόν και να πραγματοποιηθώσι τα όνειρα ταύτα. Αλλά δεν δύνασαι, δεν πρέπει, δεν είνε θεμιτόν ουδέ όσιον, το να κηρύττης τα διδάγματα ταύτα εις τον κόσμον και να προσπαθής να προσηλυτίσης άλλους εις τα υπό σου πρεσβευόμενα.

Ο Πλήθων ησθάνετο ιδρώτα περιρρέοντα το μέτωπον αυτού και δεν είχε δύναμιν ν' απαντήση προς τας λέξεις ταύτας.

— Εις τούτο μόνον διαφωνούμεν, επανέλαβε πραότερον ο Σχολάριος.
Κατά τάλλα ομολογώ ότι είσαι τίμιος και γενναίος ανήρ και ουδέν κακόν επιθυμώ διά σε.

Εν τούτοις ο Πλήθων, αν και δεν ωμίλει, εσκέπτετο όμως εφ' όσον ο Σχολάριος έλεγε τανωτέρω. Εσκέπτετο ότι ο τόνος ούτος ήτο απροσδόκητος εις το στόμα του άγαν τούτου ορθοδόξου μοναχού, του κεκηρυγμένου εχθρού πάσης καινοτομίας. Ήτο απροσδόκητος διότι είχε λογικόν τι και μετριοπαθές, και δεν ωμοίαζε με τον τόνον, ον απήντα εις τα συγγράμματά του, αυτού του Σχολαρίου, εν οις είχε κατενεχθή κατά τον Πλήθωνος, όπως είχεν υπαινιχθή αρτίως ούτος. Εν τοις συγγράμμασι τούτοις ο Σχολάριος κατεφέοετο κατά του Πλήθωνος σκληρότατα και φανατικότατα. Ο Πλήθων δεν ηδύνατο να λύση το πρόβλημα τούτο, πώς ο αυτός άνθρωπος, συγγράφων μεν ήτο απότομος και υβριστής, διαλεγόμενος δε ήτο διαλλακτικός και μέτριος. Ούτω δε ο Πλήθων ηναγκάζετο να παραδεχθή, ότι πάσα εποχή, ως φαίνεται, έχει ιδιαίτερον τόνον και κοινούς τόπους επιβαλλομένους εις πάντας εν γένει τους συγγραφείς, επί ποινή αποτεφρώσεως και σκορπισμού εις τον αέρα, αν τις τολμήση να παραβή τους επιβαλλομένους κανόνας. Δύναταί τις λοιπόν να είνε άλλως μέτριος και επιεικής καθ' εαυτόν, αλλ' εις το δημόσιον δεν επιτρέπεται να μετέρχηται τοιούτον ύφος, όταν η εποχή δεν επιτρέπη τούτο. Όθεν η συγγραφική τέχνη παρά τοις «λογίοις» πολύ απέχει του να είνε έκφρασις ατομικών αισθημάτων, και η παρατήρησις αύτη του Πλήθωνος έτεινεν εις το να ψεύση εκ προκαταβολής το γνωστόν αξίωμα περιωνύμου τινός νεωτέρου φυσιοδίφου.

Εν τούτοις ο Πλήθων συνάψας τας ιδέας του είπε·

— Καλώς λέγεις, ω Σχολάριε. Αλλ' ουδαμού εκήρυξα εγώ δόγματα
τοιαύτα, αν δε και εγράφη τι φιλοσοφικώτερον, δεν ήτο τούτο προωρισμένον όπως αναγνωσθή παρά του λαού. Αλλ' ας αφήσωμεν τούτο το ζήτημα, διότι μοι προξενεί κόπον.

Ο Σχολάριος συνεστάλη και εσιώπησε.

— Και είσαι απών εκ της Κωνσταντινουπόλεως από πόσου χρόνου;
ηρώτησεν ο Πλήθων.

— Από έξ μηνών, είπεν ο Σχολάριος.

— Είχες περιοδεύσει εις Πελοπόννησον;

— Ναι.

— Μετέβης εις πολλάς πόλεις;

— Εις πολλάς.

— Και ποίας εντυπώσεις έλαβες;

— Αγαθάς.

— Εκ Κωνσταντινουπόλεως λαμβάνεις ειδήσεις τακτικώς;

— Ουχί τακτικώς.

— Δεν έμαθες τελευταίον ουδέν;

— Ουχί.

— Αν εξεστράτευσαν οι Τούρκοι;

— Αγνοώ.

— Μετ' απαθείας πολλής λέγεις τούτο.

— Αληθώς.

— Δεν φαίνεσαι ανήσυχος.

— Τουναντίον. Αλλ' έχω λάβει την απόφασιν.

— Ποίαν απόφασιν;

— Τούτο θα είνε η θεία δίκη, είπε μυστηριωδώς ο Σχολάριος.

— Ούτω λοιπόν ουδεμίαν ελπίδα τρέφεις; είπεν ο Πλήθων.

— Ουδεμίαν. Οι βάρβαροι μέλλουσι να κυριεύσωσι την πόλιν. Εν
κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται.

Ο Πλήθων εστέναξε.

— Δεν φρονείς και συ το αυτό;

— Ουχί, είπεν ο Πλήθων. Νομίζω ότι οι αρμόδιοι πρέπει να μη
απελπισθώσι.

— Τίνες αρμόδιοι;

— Ο βασιλεύς.

— Αλλ' ο βασιλεύς ουδέν δύναται να πράξη, είπεν ο Σχολάριος.

— Διατί τούτο;

— Διότι περικυκλούται υπό ανθρώπων ανικάνων, είνε δε και αυτός
αναποφάσιστος.

— Και ποία δύναται να πράξη και τα παραλείπει; ηρώτησεν ο Πλήθων
μετά μεγίστης περιεργείας, διότι κατά τας πληροφορίας αυτού ο Γεώργιος Σχολάριος δεν είχε δικαίωμα να είπη τα παρ' αυτού λεγόμενα.

— Εν πρώτοις κατ' εμέ δεν πρέπει να ζητή επικουρίας, και μη σας
φανή παράδοξος η γνώμη μου. Οφείλει μάλλον να συντάξη τας ιδίας αυτού δυνάμεις.

— Αλλ' έχει δυνάμεις;

— Εκ των ενόντων, είπεν ο Σχολάριος. Ο αδελφός αυτού Ιωάννης ήτο
λογικώτερος. Εζήτει μεν επικουρίας, αλλά τουλάχιστον προσεχώρει εις την ένωσιν. Ο νυν βασιλεύς και επικουρίας ζητεί και την ένωσιν αποκρούει.

— Και ηδύνασο συ να συμβουλεύσης την ένωσιν; είπεν ο Πλήθων.

— Άπαγε, ουδ' αν μίαν ημέραν μέλλω να ζήσω.

— Τότε διατί κατακρίνεις τον βασιλέα;

— Δεν τον κατακρίνω διά τας πεποιθήσεις του, τον κατακρίνω μόνον,
διότι τα παρ' αυτού εκλεγόμενα μέσα αντίκεινται προς τον επιδιωκόμενον σκοπόν.

— Ορθώς λέγεις, είπεν ο Πλήθων. Αλλά δύναται να εύρη δυνάμεις
αρκούσας;

— Δύσκολον, αλλ' ουχί αδύνατον. Αρκεί να εύρη χρήματα. Εις την
Ευρώπην και εις την Ασίαν υπάρχουσι μυριάδες μισθοφόρων, οίτινες δύνανται να υπηρετήσωσιν.

— Αλλά και η δύναμις των μισθοφόρων θα είνε ξένη, είπεν ο Πλήθων,
οποία θα είνε και η επικουρική. Εκατέρα τούτων πρόσκαιρος. Δεν έχει ούτω;

— Λέγε.

— Ο δε βασιλεύς χρήζει δυνάμεως σταθεράς και παραμενούσης, διότι
σταθερός και παραμένων είνε και ο απειλούμενος κίνδυνος.

— Αληθές.

— Διά προσκαίρου άρα δυνάμεως δεν δύναται ο βασιλεύς ν' απωθήση
τον κίνδυνον τούτον ή προσκαίρως μόνον.

— Ορθώς.

— Και οψέποτε θα πέση η πόλις.

— Θα πέση όταν έλθη η &προεγνωσμένη& ώρα, είπεν ο Σχολάριος.

— Βεβαίως, είπεν ο Πλήθων μειδιάσας ότε ήκουσε τον θεολογικόν
όρον &προεγνωσμένη&.

Ο Σχολάριος δεν ηδύνατο να είπη &πεπρωμένη&, διότι τοιαύτη λέξις τω εφαίνετο βλάσφημος και απάδουσα προς τας θεολογικάς αυτού δοξασίας.

Ο Γ. Σχολάριος παρετήρησε το μειδίαμα τούτο τον Πλήθωνος και δυσηρεστήθη. Δεν ηδυνήθη δε να κρατηθή και έδωκεν έξοδον εις τα θεολογικά αυτού ένστικτα.

— Διατί μειδιάς, ω Πλήθων; είπε. Μήπως δεν σοι αρέσει η λέξις
&προεγνωσμένη;&

— Δεν είπον τούτο, είπεν ο Πλήθων.

— Αλλά μοι φαίνεται, είπεν ο Σχολάριος, ότι ουδείς των θύραθεν
φιλοσόφων ηδύνατο να λύση ορθότερον το ζήτημα τούτο ή όσον το έλυσαν οι ημέτεροι.

— Αγνοώ τα περί τούτου, είπεν ο Πλήθων.

— Κακώς πράττεις ν' αγνοής, είπεν ο Σχολάριος. Θα μοι επιτρέψης
να σοι αναπτύξω το δόγμα τούτο;

— Λέγε

— Ιδού. Οι εθνικοί έλεγον, ότι υπήρχε &τύχη& και &πεπρωμένον&. Οι
ορθόδοξοι πρεσβεύουσιν, ότι υπάρχει &πρόγνωσις& και &προορισμός&. Οι ενάντιοι ημίν παραδέχονται και αυτοί &πρόγνωσιν& και &προορισμόν&, αλλά δεν έχουσι περί αμφοτέρων ορθήν έννοιαν.

Κατ' αυτούς ό,τι αν προγνώ και προορίση ο Θεός, τούτο είνε ανέκκλητον, αμαρτωλός δε τις ων θα σωθή, μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις σωτηρίαν, και πάλιν ενάρετός τις ων θα κολασθή, μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις κόλασιν. Υπάρχει τι κακοδοξότερον τούτου; Υπάρχει τι αλογώτερον; Οι ορθόδοξοι τουναντίον πιστεύουσιν ότι ο προορισμός είνε ανεξάρτητος από της προγνώσεως. Τουτέστι, προέγνω ο Θεός ότι θα αμαρτήση τις, και τον προώρισεν εις κόλασιν· προέγνω ότι θα μετανοήση, τον προώρισεν εις σωτηρίαν· προέγνω ότι θα ζήση ενάρετον βίον, τον προώρισεν εις βασιλείαν αιώνιον. Αλλ' όμως ουχί διότι προέγνω ο Θεός και προώρισε, διά τούτο θα αμαρτήση τις ή θα αγαθοποιήση, αλλά διότι θα αμαρτήση ή θα πολιτευθή εναρέτως, διά τούτο προέγνω και προώρισεν ο Θεός. Η ατομική βούλησις του ανθρώπου μένει ελευθέρα και ανεξάρτητος από της θείας βουλήσεως. Όπως έπλασεν ο Θεός απ' αρχής τον άνθρωπον, λογικόν, ήτοι ελεύθερον, ούτω μέχρι τέλους καταλείπει αυτόν λογικόν και ελεύθερον. Ουδείς επηρεασμός θεόθεν εγγίνεται επί της θελήσεως του ανθρώπου (πλην της πνευματικής αρωγής της επιφοιτώσης προς ενίσχυσιν αγαθής ήδη προαιρέσεως υφισταμένης και ελευθέρως πλασθείσης παρά του ατόμου). Και ταύτα μεν δοξάζουσιν οι ημέτεροι. Ουδέν ορθοδοξότερον ουδέ λογικώτερον του δόγματος τούτου. Τι δε &λέγουσιν& οι εναντίοι; Προέγνω ο Θεός, προώρισεν ο Θεός, θα κολασθή άρα ο άνθρωπος. Και η θεία πρόγνωσις τυφλή, και η ανθρωπίνη θέλησις αδρανής. Ω της κακοδοξίας! ω της πωρώσεως! Φείσαι, Κύριε!...

Ο Πλήθων παραδόξως έμενε σκυθρωπός ακούων τας λέξεις ταύτας. Ο Σχολάριος τον ώκτειρε, και εσιώπησε. Κατ' αρχάς είχε σκοπόν να πραγματευθή και περί της αναλόγου δοξασίας των εθνικών, αλλά μεταμεληθείς παρέλιπε τούτο.

Ο Πλήθων ηγέρθη και περιήλθε δις περί την τράπεζαν και περί το λίθινον εδώλιον εφ' ου εκάθητο.

— Θα απέλθω, είπεν εγερθείς ο Σχολάριος. Είνε καιρός ήδη.

— Εξερχόμεθα ομού, είπεν ο Πλήθων.

Και εξήλθον ομού εις τα πρόθυρα του άντρου. Ο Σχολάριος επέμενε ν' αναχωρήση, αλλ' ο Πλήθων τον εβίασε να μείνη εισέτι.