Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 16: Κεφάλαιο 16

Ιστορική παρέκβασις.

Στάδια τινα μακράν της Σπάρτης εκείτο το &Πληθώνειον& άντρον, εν ώ κατώκει ο Γεώργιος Γεμιστός, ο μετονομασθείς &Πλήθων&, ου το κλέος ευρύ τότε ανά πάσαν την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ο οψιγενής Έλλην πλατωνικός του ιε' αιώνος, ο ονειροπολήσας να αρχίση εκ νέου κατά τον χρόνον εκείνον το έργον του Ιουλιανού, ο μετά τον Παραβάτην δεύτερος Παραβάτης. Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ανήρ σοφώτατος και πολυμαθέστατος. Ήτο τόσον ανώτερος του χρόνου καθ' ον έζη, όσον η αρχαία εποχή ήτο ανωτέρα της τότε αθλίας εποχής, και όσον η αθλία εκείνη εποχή ήτο ουχ ήττον ανωτέρα της σήμερον απροσδιορίστου εποχής.

Αλλά παρά πάσαν την σοφίαν και πολυμάθειαν αυτού ο Γεώργιος Γεμιστός ήμαρτε, και ήμαρτε λίαν αδικαιολογήτως. Διότι εφαντάσθη ότι ήτο δυνατόν να επανορθώση θεσμούς και ήδη ταφέντα εσαεί και κείμενα υπό την σεσωρευμένην σκωρίαν του χρόνου.

Ο Γεώργιος Γεμιστός επεθύμει ουδέν ήττον ή να επανιδρύση εις την Ελλάδα την αρχαίαν θρησκείαν, την λατρείαν του Διός, της Ήρας, της Αθηνάς, της Αφροδίτης και των άλλων της αρχαιότητος θεών. Και όμως ήτο ευφυής, και ηδύνατο να προΐδη ότι η θρησκεία του Χριστού δεν ηδύνατο να αντικαταστή δι' άλλης θρησκείας, πλην της ελλείψεως πάσης θρησκείας, όπως και συνέβη επί των ημερών ημών.

Αλλ' όπως εγκαταλίπωμεν ταχέως τα ολισθήματα ταύτα της γραφίδος, άτινα ημείς πρώτοι αποκηρύττομεν, ανάγκη να περιορισθώμεν εις όσα έχουσι στενήν σχέσιν προς την ημετέραν ιστορίαν, και καταλείπομεν εις την ιστορικήν κριτικήν, εις ην ουδεμίαν έχομεν εμπιστοσύνην, πάσαν εκτίμησιν των γεγονότων. Το καθ' ημάς, θ' αρκεσθώμεν εις την περιγραφήν των προσώπων και των πραγμάτων, όπερ είνε στενώς και ακριβώς το ημέτερον έργον.

Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων κατώκει εν τω Πληθωνείω άντρω όπερ είχε φροντίσει να παρασκευάση ευαρμόστως προς τας αρχαίας ελληνικάς παραδόσεις. Είδωλα και ξόανα θεών, τα μόνα άτινα είχον διασωθή εκ της φανατικής μανίας των μοναχών, σύμβολα και εμβλήματα αρχαία, βωμοί, θυμέλαι, θύρσοι, γλαύκες, ουδέν εκ των κλασσικών εμβλημάτων έλειπεν εκ του άντρου του Πλήθωνος. Οσάκις απεσύρετο ούτος εις το άντρον, επεθύμει να έχη πάσας ταύτας τας μυστικάς ψυχαγωγίας, αίτινες έτερπον το πνεύμα αυτού. Το λοιπόν του χρόνου διήγε περιπλανώμενος ανά την Ανατολήν, όπου είχεν οπαδούς και θαυμαστάς ικανούς, διότι οι λόγιοι του καιρού εκείνου ηλαύνοντο υπό παραδόξου οργασμού, και ή εγίνοντο οπαδοί των δοξασιών του Πλήθωνος, ή ενεκολπούντο τα δόγματα της Ρώμης. Οφείλομεν όμως, προς αποφυγήν μείζονος απαισιοδοξίας, ν' αναγνωρίσωμεν ότι, μόνον μετά την άλωσιν της βασιλευούσης, έπεσον οι πλείστοι των λογίων το έσχατον τούτο οικτρόν πτώμα. Πρότερον είχον αντίσχει οι πλείστοι κατά του πειρασμού. Και όμως πόσα ελεεινά πτώματα!

Παράδοξος βεβαίως και αλλόκοτος η εποχή εκείνη, καθ' ην, όπως διατηρήση τις την ελευθερίαν του να φαντάζηται και ν' αναμιμνήσκεται, ή να συρράπτη έωλα πολλάκις και σχολαστικά εξαγόμενα επιπόνων ερευνών, ώφειλε πρώτον να υποδουλώση εσαεί την δύναμιν του να σκέπτηται και να φρονή. Και όμως πλείστοι ηρκέσθησαν εις τον πενιχρόν εκείνον διανοητικόν βίον. Αλλ' ουχ ούτω και ο Γεώργιος Γεμιστός.

Ούτος είχε λίαν παράβολον πνεύμα και ηγωνίζετο καθ' άπαντα τον βίον αυτού να εξέλθη εκ της στενής σφαίρας εν η έζη. Προς τούτο δ' εφεύρεν αλλόκοτα ψυχαγωγήματα, οία ουδ ηδύνατό τις να φαντασθή κατ' εκείνον τον χρόνον.

Εν των ψυχαγωγημάτων τούτων συνίστατο εις τα μυστήρια, ά ετέλει εν τω άντρω κατά καιρούς ο Πλήθων. Τα μυστήρια ταύτα ήσαν κατά μίμησιν των αρχαίων μυστηρίων, ήσαν αλλόκοτοι τελεταί, αίτινες ευλόγως ενεποίουν κακήν εντύπωσιν εις τους χωρικούς των περιχώρων. Και δεν ήσαν μεν πολλοί θεαταί των τελετών τούτων, αλλ' η φήμη αυτών παρείχεν απαισιωτέραν φήμην, και καθίστα αυτά φοβερώτερα ή όσον πράγματι ήσαν. Δικαίως άρα ο Γεώργιος Γεμιστός εφημίζετο ως μάγος εις τα περίχωρα. Και όμως ο ανήρ ούτος είχεν ευεργετήσει όλην την Πελοπόννησον. Τους υπ' αυτού συνταχθέντας νόμους πάντες οι νεώτεροι ιστορικοί ευδοκούσι να μνημονεύωσιν ως ωφελίμους και χρηστούς. Είχεν ευεργετήσει τον λαόν της Πελοποννήσου, και όμως είχε κακήν φήμην. Ας φαντασθή τις πόσον χείρονα φήμην θα είχεν αν είχε πράξει κακόν, ή αν ουδενός ωφελήματος είχε γείνη αίτιος εις τους συμπολίτας του.

Ο Γεώργιος Γεμιστός, προς τοις άλλοις αυτού ελαττώμασι, είχε και έν ελάττωμα άγνωστον και ανήκουστον κατ' εκείνον τον χρόνον. Ήτο είς εκ των ολιγίστων, οίτινες είχον συνείδησιν του εθνισμού, η καρδία του εφλέγετο υπό φιλοπατρίας. Είχεν αναμιχθή εις τα πολιτικά της εποχής, και συνεβούλευσεν εκάστοτε τα βέλτιστα εις τους εν τη αρχή. Ήτο δε και ο μόνος όστις κατώρθωσε να μαντεύση πού έκειτο η σωτηρία. Πάντες οι σύγχρονοι αυτού ήσαν υπέρ των άκρων. Οι μεν ήθελον την εσχάτην κατά της Ρώμης αντίστασιν και την απεγνωσμένην υποδούλωσιν εις τους Αγαρηνούς. Οι δε επεθύμουν την οικονομικήν αναγνώρισιν του πρωτείου του Πάπα, την διά προχείρων φαρμάκων θεραπείαν της μονομανίας ταύτης ήτις έβοσκε τους δυτικούς, και συνάμα τον μυκτηρισμόν αυτής, ελπίζοντες πρόσκαιρον σωτηρίαν διά του μέσου τούτου. Αλλ' ο Πλήθων, νέος έτι, πολλά έτη προ της αλώσεως, είχεν υποβάλει τέλειον σύστημα πολιτικής και στρατιωτικής ανοργανώσεως, όπερ αν ελαμβάνετο υπ' όψει, και αν ήτο δυνατόν να εκτελεσθή, ήθελε προλάβει ίσως την πεπρωμένην καταστροφήν, ήτις έμελλε να επέλθη λήγοντος του Μαΐου του έτους αυνγ'.

Είς των μαθητών του Πλήθωνος και οπαδών των δογμάτων αυτού ήτο και ο καρδινάλιος Βησσαρίων. Ο ευφυέστατος ούτος και πολυγραφώτατος της εποχής εκείνης συγγραφεύς δεν ηδυνήθη ν' αντιστή εις τον πειρασμόν, ότε συνέβη η εν Φλωρεντία σύνοδος του έτους αυμγ'. Τετρακόσιοι και πλέον ανατολικοί επίσκοποι είχον μεταβή εις την σύνοδον ταύτην και μετ' αυτών ο Βησσαρίων. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι, μετά του βασιλέως Ιωάννου του Παλαιολόγου, ενόμισαν καλόν, προς αποφυγήν μακρών δογματικών συζητήσεων, υφ' ων αντήχουν τα όρη και τα πελάγη επί ένδεκα αιώνας, ενόμισαν, λέγω, καλόν να υπογράψωσιν ασυζητητεί τον τόμον εκείνον, δι' ου οι επίσκοποι της Ανατολής ανεγνώριζον το πρωτείον του Πάπα, όπερ εδόθη παρά του Ιησού Χριστού εις τον Πέτρον, και μετέβαινε πάντως και εις τους διαδόχους αυτού. Κατά την παράδοσιν, είς μόνος επίσκοπος αντέστη και ηρνήθη διαρρήδην να υπογράψη, ο Εφέσου Μάρκος, ο επικαλούμενος Ευγενικός. Ο διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος, εκκλησιαστικός συγγραφεύς ακμάσας εν αρχή της ενεστώσης εκατονταετηρίδος, λέγει περί του Μάρκου τούτου του Ευγενικού, ότι είνε ουχί μόνον ίσος προς τους Βασιλείους και Χρυσοστόμους, αλλά πολλώ ανώτερος αυτών.

Διότι εκείνοι μεν εν μέσω πολλών ομοφρόνων εκήρυττον τα ορθόδοξα δόγματα. Ούτος δε μόνος προς πολλούς ηδυνήθη να αντιστή εις τας υπερφιάλους αξιώσεις της παπωσύνης, εγκαταλειφθείς δε, κατά τον ψαλμωδόν, παρά γονέων και αδελφών, δεν απέβαλε το θάρρος, αλλά κατέρριψε την «δυτικήν οφρύν» κατά τον πολύν Φώτιον. Όσοι επιθυμούσι πλείονας πληροφορίας περί τούτου παραπέμπονται εις το σύγγραμμα του ειρημένου Αθανασίου του Παρίου το επιγραφόμενον «Ο Αντίπαπας».

Τινές δε των ζωγράφων της Ανατολικής Εκκλησίας εφιλοτιμήθηοαν να ζωγραφήσωσι τον Μάρκον τον Ευγενικόν καθήμενον επί του αρχιερατικού θρόνου, βαστάζοντα το ιερόν ευαγγέλιον και την ποιμαντικήν ράβδον, και παρά τους πόδας αυτού κείμενον τον Πάπαν Νικόλαον, ου η τιάρα πεπτωκυία από της κεφαλής κυλινδείται υπό τους πόδας του Μάρκου. Ο αυτός Πάπας, κατά τον ειρημένον Αθανάσιον τον Πάριον, εκ συγγραφέων της ιε' εκατονταετηρίδος ερανιζόμενον τας πληροφορίας αυτού, ότε είδε την υποταγήν μεν των λοιπών επισκόπων, αλλά την άκραν και ισχυρογνώμονα αντίστασιν του Εφέσου Μάρκου, ηναγκάσθη να είπη· «Νίχιλ φέτσιμους». &Ουδέν εποιήσαμεν&. Ως φαίνεται, επιθύμει ο Πάπας ίνα πάντες ανεξαιρέτως οι επίσκοποι υπογράψωσι την παραδοχήν των δογμάτων της Ρώμης, και μηδείς μείνη αμφίβολος.

Δύσκολον τω όντι ζήτημα προτείνεται εις την προσοχήν του μελετητού της Ιστορίας. Και αν υπήρχον εν τη συνόδω εκείνη δευτερεύοντα τινα και τριτεύοντα πρόσωπα φρονούντα τα αυτά προς τον μητροπολίτην της Εφέσου, οίος ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος ο Σχολάριος και άλλοι, πάλιν το ζήτημα μένει ακέραιον. Οι επίσκοποι της Ανατολής υπέγραψαν σύμπαντες τον όρον της παπικής συνόδου. Αλλ' αντιπροσώπευον οι άνδρες εκείνοι τας θρησκευτικάς δοξασίας του ελληνικού λαού, ή όχι; Εάν ναι, διατί ο λαός ο ελληνικός δεν απεδέχθη τα υπ' αυτών εψηφισμένα; Εάν όχι, τι παθόντες υπέγραψαν δόγματα, ά δεν είχον εντολή να παραδεχθώσιν; Αλλ' ίσως έπραξαν τούτο οικονομικώς, όπως αναπαύσωσι το θηρίον, και αύτη είνε η πιθανωτέρα λύσις, ην δύναταί τις να εύρη αναγινώσκων τα χρονικά της εποχής εκείνης και διαπορών. Διότι είνε γεγονός πασιφανέστατον, ότι ο ελληνικός λαός και μετά την υπογραφήν του αστόργου και παρανόμου εκείνου όρου έμεινεν ειπέρ ποτε ορθόδοξος.

Είς των υπογραφόντων τον όρον ήτο και ο Βησσαρίων. Ο άνθρωπος ούτος έκρινεν, ως φαίνεται, εντιμότερον δι' εαυτόν να είνε μάλλον καρδινάλιος της Ρώμης ή μητροπολίτης της Ανατολικής Εκκλησίας. Όθεν μετά την υπογραφήν του τόμου της ενώσεως έμεινεν εν Ρώμη και δεν επανήλθεν εις την Ανατολήν. Και όμως είχεν άδικον. Ηδύνατο να επανέλθη ως επανήλθον οι άλλοι επίσκοποι, και η υπογραφή αυτού να λογισθή άκυρος παρά τω ελληνικώ λαώ, αν επανήρχετο, οία ελογίσθη και μη επανελθόντος αυτού και των άλλων των επανελθόντων.

Παιδαριώδους βεβαίως πανουργίας τέχνασμα πρέπει να ήτο το πραξικόπημα τούτο, αν ήτο όντως τέχνασμα. Οι ανατολικοί, εν τη αφελεί αυτών πονηρία, τι ενόμιζον άρα, ότι ηδύναντο να πείσωσι τους δυτικούς περί της ειλικρινείας των; Αλλ' οι εν Ρώμη ήσαν αείποτε πονηρότεροι των εν Κωνσταντινουπόλει, και δεν επείθοντο ουδέ διά των ψηλαφητών τεκμηρίων. Οι εν Ρώμη ήσαν δυσπιστότεροι και του Θωμά αυτού, και δεν επίστευον ουδέ τα αναμφηρίστως αποδεδειγμένα.

Μάρτυς τούτου αυτός ο καρδινάλιος Βησσαρίων, όστις επί ήμισυ αιώνα ηγωνίζετο ματαίως να εμπνεύση εμπιστοσύνην εις τους συναδέλφους αυτού. Τούτο αποδεικνύει ότι πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή και πενιχρά και αν φαίνεται αύτη, αιρετωτέρα δε είνε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής.

Ουδέν πλεονέκτημα δύναται να ισοφαρίση ποτέ το αίσχος του αυτομόλου και του δραπέτου. Η φιλοπατρία του καρδιναλίου Βησσαρίωνος και οι συνεχείς αυτού και καρτερικοί αγώνες, ους ηγωνίσθη όπως πείση τους εν τη εσπερία να έλθωσιν επίκουροι ημών κατά τον βαθύν εκείνον και σκοτεινόν μεσαίωνα, η παιδεία και η πολυμάθεια αυτού, η εγκράτεια και σωφροσύνη του βίου, το μακρόν μαρτύριον όπερ υφίστατο έξωθεν μεν εκ της δυσπιστίας και ψυχρότητος των περί αυτόν, έσωθεν δε εκ των ελέγχων της ιδίας αυτού συνειδήσεως ουδέν δύναται να εκπλύνη το άγος του εξωμότου. Το μόνον όπερ ηδύνατο εν μέρει ν' αναπαύη την κεκμηκυίαν ταύτην συνείδησιν, ήτο η ενδόμυχος αυτού πεποίθησις, ή μάλλον η ένδεια πάσης πεποιθήσεως χριστιανικής. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ιεράρχης δύο χριστιανικών εκκλησιών εξ υπαμοιβής, ουδεμίαν είχεν εις τον χριστιανισμόν πίστιν. Τούτο εμφαίνεται έκ τινων αποσπασμάτων επιστολών αυτού προς τον φιλόσοφον Πλήθωνα, ου ήτο μαθητής και οπαδός.

Εν τούτοις ο Πλήθων τουλάχιστον καθ' έν τι αλλά σπουδαίον επλεονέκτει του Βησσαρίωνος. Δεν υπηρέτει την εκκλησίαν ην επολέμει, ουδέ μεθίστατο από εκκλησίας εις εκκλησίαν εις μηδετέραν τούτων ανήκων. Ήτο ελεύθερος, και ουδεμία υλική υποχρέωσις συνέδεεν αυτόν προς το πνευματικόν καθεστώς.