Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 14: Κεφάλαιο 14

Η φυγή.

Την επαύριον της ημέρας, καθ' ην είχον συμβή τα εν τω προτελευταίω κεφαλαίω περιγραφέντα, επανήλθεν ο Πρωτόγυφτος εις το χαλκείον μόνος και πεζός· εφαίνετο απησχολημένος υπό σταθερού τίνος λογισμού, και η τραχεία μορφή του εξέφραζε πολύν κάματον και στενοχωρίαν. Και όμως δεν είχεν αναγνώσει την επιστολήν εκείνην του Βησσαρίωνος προς τον Πλήθωνα. Αλλ' οι χαρακτήρες του έφερον αποτετυπωμένην τοσαύτην ανίαν, ως να εγίνωσκε γράμματα και ηδύνατο να την αναγνώση,

Ουδείς λόγος απηυθύνθη πλέον προς τον Πρωτόγυφτον, ουδέ παράπονον ηκούσθη, ουδ' ετόλμα τις να τω απευθύνη λέξιν. Άλλως δ' έκαστος των κατοίκων της καλύβης κατείχετο, ως και ο Πρωτόγυφτος, υπό ιδίου λογισμού και κατετρίβετο περί μέριμνάν τινα. Η μεν Γύφτισσα προσεπάθει να θεραπεύση διά βαλσάμων και βοτάνων, γνωστών εις αυτήν μόνην, το τραύμα της Αϊμάς, όπερ δεν ήτο σπουδαίον, ο δε Μάχτος εσπούδαζε να επουλώση το ίδιον αυτού τραύμα. Αλλά δεν κατώρθου μόνος τούτο, διότι το έλκος του Μάχτου ήτο εξ εκείνων, άτινα χρήζουσιν ειδικού χειρουργού, δι' εμπειρικών δε και αυτοσχεδίων φαρμάκων ουδέποτε θεραπεύονται. Η δε Αϊμά ήτο περίλυπος και προς ουδένα ανεκοίνου τους λογισμούς της. Τέλος ο Βούγκος, όστις μόνος ηδιαφόρει περί των φροντίδων των άλλων, ουδ' ενόει πώς ήτο δυνατόν να αμηχανώσι τοσούτον οι άνθρωποι, περί μικρών πραγμάτων, ησχολείτο μόνος αυτός εις την συνήθη εργασίαν του, διότι η περίφημος εκείνη παραγγελία του εκτάκτου πελάτου ποτέ δεν έμελλε να τελειώση αν πάντες εξηκολούθουν ούτω ν' απασχολώνται εις ιδίας μερίμνας.

Την πρωίαν της αυτής ημέρας, προτού να εμφανισθή ο Πρωτόγυφτος επανερχόμενος με την ράβδον του και με το βραδύ βήμα εκ της χρονίας εκδρομής, η Γύφτισσα, πρώτη εξεγερθείσα εκ του ύπνου και εξελθούσα τα χαράγματα εκ της καλύβης, προσέκοψεν επί πράγματος τινος, αποφράττοντος την διάβασιν εκτός της Πύρας, παρά τον ουδόν. Η Γύφτισσα ανήψε φως και είδεν ότι το πράγμα εκείνο ήτο κάνεον πλήρες ασπρορρούχων. Φαίνεται ότι η γυνή εκείνη, ήτις είχεν αρπάσει το κάνεον εκ των χειρών της Αϊμάς, ενόμισε καλόν ν' αποδώση διά νυκτός το αφαιρεθέν πράγμα. Τον δε Μάχτον είχε κατορθώσει ευχερώς η Αϊμά να παροξύνη και να καταπραΰνη, ότε επανήλθον αμφότεροι την εσπέραν εις την καλύβην. Αύτη δεν είχεν ανάγκην περιφράσεων προς ταύτα, αλλά διηγήθη τα πράγματα, οία συνέβησαν. Το ήμερον δε και πράον του ήθους αυτής μετεδόθη και εις τον ακροατήν της, και δεν ωργίσθη ούτος.

— Και διατί δεν μου το έλεγες τότε; είπεν ο Μόχτος μετ' ελαφρού
μεμπτικού τόνου.

— Αν σου το έλεγα, απήντησεν η Αϊμά, θα εθύμωνες πολύ, και
ειμπορούσες να κάμης κακόν κίνημα, Εγώ η ιδία δεν ήμουν εις τον εαυτόν μου. Οι άνθρωποι εκείνοι, που ήταν μαζωμένοι εκεί, μ' επείραζαν πολύ. Δεν ήμουν εις τα καλά μου. Δεν ήθελα να κάμω θέατρον, να πομπευθώμεν εις τον κόσμον. Εκύτταζα να φύγωμεν απ' εκεί μίαν ώραν αρχήτερα. Αν σου το έλεγα, ειμπορούσες να θυμώσης τόσον, ώστε και σκοτωμός ειμπορούσε να γείνη. Εκείνοι εκεί δεν θα μας επίστευαν, εσύ θα εχυμούσες εις το σπίτι της εκείνης να πάρης τα ρούχα, εκείνοι θα έπαιρναν το μέρος της, θα μας επετροβολούσαν και Θα μας ύβριζαν. Ειμπορούσες να γείνης φονιάς, ειμπορούσες και να φονευθής ο ίδιος. Θαρρώ πως έκαμα καλά να μη σου το 'πω, έκαμες και συ καλά να μην επιμείνης· ύστερα ύστερα, τι δικαίωμα έχομεν ημείς οι καταφρονεμένοι οι Γύφτοι να τα βάζωμεν με τον κόσμον; Να που ήρθεν έτσι, και ηθέλησε να με κατηγορήση εκείνη η γρηά, είπεν η Αϊμά στενάζουσα.

— Και το δέχεσαι, αδελφή μου; είπεν ο Μάχτος.

— Δεν το δέχομαι, αλλά το υποφέρω. Ας λέγη καθένας ό,τι θέλει,
δεν ειμπορώ να τα βάλω με τον κόσμον εγώ.

Ο Μάχτος κατελήφθη υπό παραδόξου αισθήματος, γείτονος προς τον ενθουσιασμόν, και εσίγησεν. Ούτε η άφιξις του πατρός αυτού, ούτε παν άλλο γεγονός ηδύνατο να διαταράξη την ευτυχίαν αυτού, διότι ησθάνετο αλλόκοτον και ανέλπιστον ευτυχίαν. Εάν έβλεπε την Αϊμάν ευτυχή, θριαμβεύουσαν, λατρευομένην, θα ήτο δυστυχής. Έβλεπεν αυτήν πάσχουσαν, εγκαρτερούσαν, ήτο ευδαίμων. Τοιούτον ήτο αείποτε το φίλαυτον τούτο αίσθημα. Διήρκεσε δε η τελευταία αύτη ευτυχία του Μάχτου τρεις όλας ημέρας, τον μακρότατον και μυθώδη χρόνον, ον δύναται να διαρκέση πάσα ευτυχία επί της γης. Την εσπέραν της τρίτης ημέρας συνέβη παράδοξος και απρόοπτος σκηνή, ην ουδείς ηδύνατό ποτε να προβλέψη και αν δεν ήτο μύωψ και αν δεν ήτο ευδαίμων.

Οι τρεις Γύφτοι είχον κατακλιθή ήδη, ομοίως και η γραία και η Αϊμά. Αίφνης κρότος ηκούσθη εις την θύραν της καλύβης. Ο Πρωτόγυφτος δεν είχεν αποκοιμηθή και ηγέρθη μετά μεγίστης προθυμίας. Έσπευσε ν' ανοίξη την θύραν.

— Ποίος είνε, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος.

Ο Γέρος δεν απήντησε και ήνοιξε την θύραν χωρίς ν' ανησυχήση. Ουδ' ερώτησίν τινα απηύθυνε προς τον κρούοντα.

Η θύρα ηνοίχθη, αλλ' ουδείς εισήλθεν. Ο Μάχτος έχων τους οφθαλμούς ανοικτούς και πάσχων συνήθως εξ αϋπνίας, είδε μόνον πρόσωπά τινα εις το σκότος, ιστάμενα εκτός. Ο Πρωτόγυφτος ήρχισε σιγανήν μετ' αυτών συνδιάλεξιν. Ο Μάχτος ήκουσε μόνον ασυναρτήτους λέξεις.

— Λοιπόν καιρός; είπεν είς εκτός της θύρας.

— Καιρός, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Κοιμώνται όλοι; ηρώτησεν αύθις ο αυτός άνθρωπος.

— Κοιμώνται, είπεν ο Πρωτόγυφτος χωρίς να διστάση.

— Θαρρώ κάποιος είν' εκεί έξυπνος, είπε πάλιν ο ξένος, διότι
είχεν ιδεί τα κινήματα του Μάχτου.

Ο Μάχτος είχεν ανακαθίσει επί του στρώματος και ηκροάτο ανυπομόνως.

— Και αν είνε έξυπνος, θα κοιμηθή, απήντησεν ανενδοιάστως ο
Πρωτόγυφτος.

— Και αν δεν κοιμηθή, τι; είπεν άλλος εκ των έξω της θύρας.

— Ειμπορεί να του αρέση να μη κοιμάται, είπε τρίτος τις.

— Δεν θέλομεν θορύβους, είπεν ο πρώτος των ανδρών.

— Τι είνε, πατέρα; τι τρέχει; ηρώτησεν η φωνή του Μάχτου.

Ο Πρωτόγυφτος δεν απήντησε.

— Ιδού σ' ερωτά, είπεν είς των ξένων.

— Ο υιός σου είνε; ηρώτησεν άλλος.

— Θα βλέπη όνειρα, παρετήρησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Λοιπόν τότε; είπεν ο πρώτος ομιλήσας, όστις εφαίνετο
σοβαρώτερος πάντων.

— Όπως διατάττει ο άρχων, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Αύτη κοιμάται;

— Και αν κοιμάται, εξυπνά, είπεν αύθις ο Γύφτος.

— Σκληρόν, είπε στρυφνώς ο πρώτος των ξένων, όστις εφαίνετο
αρχηγός αυτών.

Ουδείς απήντησε προς την παρατήρησιν ταύτην.

— Θα την εξυπνίσης; είπεν ο δεύτερος.

— Θα την εξυπνίσω, είπεν ο Γύφτος.

— Είνε εύκολον;

— Είνε. Έχετε τους ημιόνους;

— Έχομεν.

— Έχετε και όλα τα μέσα;

— Έχομεν.

— Θα την δέσετε με σχοινιά; είπε ψυχρώς ο Πρωτόγυφτος.

— Όχι, φίλε. Δυνάμεθα να την φυλάξωμεν, τόσοι άνθρωποι ένοπλοι.

— Είσθε πολλοί;

— Είμεθα οκτώ.

— Έξ βλέπω, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Οι άλλοι δύο φυλάττουσι τα υποζύγια.

— Πού είνε;

— Ιδού αυτοί.

— Ποίοι είνε αυτοί, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος, εγερθείς και
πλησιάσας εις την θύραν.

— Κοιμήσου, Μάχτο, είπεν αυστηρώς ο Πρωτόγυφτος. Μην ονειρεύεσαι;

— Εγώ ονειρεύομαι;

— Σύρε να πλαγιάσης, Μάχτο, επανέλαβεν αμειλίκτως ο Γύφτος.

Αλλ' η τελευταία αύτη παρακέλευσις επήνεγκε το εναντίον του σκοπουμένου αποτελέσματος. Αφύπνισε τον Μάχτον ολοσχερώς. Διότι μέχρι τούδε ο Πρωτόγυφτος δεν ηπατάτο λέγων ότι ο Μάχτος ωνειρεύετο.

— Θα μου πης, πατέρα, τι είνε; έκραξεν ανυπομόνως ο νέος.

— Όταν ξυπνήσης, Μάχτο, είπε σαρκαστικώς ο Πρωτόγυφτος.

Ο αρχηγός των ξένων είχε σκεφθή επί τινας στιγμάς και κατενόησεν ότι δεν ώφειλε να υποχωρήση.

— Λοιπόν, τι κάμνομεν; είπε προς τον Πρωτόγυφτον.

— Ό,τι αγαπά ο αφέντης, απήντησεν ούτος.

— Όλα τα &μέσα& τα έχομεν, είπεν εκείνος τονίζων την λέξιν.

— Χμ . . . έκαμεν ο Πρωτόγυφτος.

— Ιδού, εψιθύρισεν ο ξένος.

Και έθηκεν εις την παλάμην του Γύφτου υπερμέγεθες βαλάντιον. Ούτος δεν ηδυνήθη να κρατηθή και το ήνοιξεν. Εφάνησαν δε τα φλωρία ακτινοβολούντα εις το σκότος.

— Και της αλήθειας, &μέσα& είνε, είπε μειδιάσας.

— Τώρα; είπεν ο ξένος.

— Ορισμός σας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

Και προσήλθεν ευθύς προς την κλίνην της Αϊμάς. Έσεισεν αποτόμως τον ώμον της κόρης και την αφύπνισεν, αν εκοιμάτο ήδη.

Ο Μάχτος ενόμισεν ότι βλέπει όνειρον, έσπευσε κατόπιν του πατρός του.

— Τι θέλεις, πατέρα; είπε τρέμων.

— Σηκώσου, Αϊμά, έκραξεν ο Πρωτόγυφτος με κεραυνώδη φωνήν.

Η νέα εστηρίχθη επί της ετέρας των πλευρών και έτριβε τους οφθαλμούς.

— Σηκώσου, κόρη μου, είπεν ο Γύφτος με πραότερον τόνον.

— Τι την θέλεις, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος αγωνιών.

— Σηκώσου, επανέλαβεν ο Γύφτος, χωρίς να στραφή προς υιόν του.

— Άφησέ την, πατέρα, είπεν ούτος, θέτων την χείρα επί του
βραχίονος του πατρός του.

— Τι γυρεύεις εσύ; εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος. Κοιμήσου γρήγορα.

— Δεν κάνεις καλά, πατέρα μου, είπεν ο νέος, ως να διετέλει εν
παραλήρω.

— Εσύ θα μου πης; είπεν οργίλως ο Γύφτος. Γκρεμίσου.

Ο Μάχτος εκινδυνευε να παραφρονήση. Έβλεπεν ότι το πράγμα καθίστατο σπουδαιότερον. Εις την θύραν έβλεπεν αγνώστους ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο πολυαριθμότεροι ένεκεν του σκότους, ενώπιον αυτού δε είχε τον πατέρα του, όστις τον ηπείλει. Ο νέος τα έχασε και ηγνόει τι ώφειλε να πράξη, Η Αϊμά είχεν ανασηκωθή επί της κλίνης και εθεώρει με μεγάλους οφθαλμούς, βοηθεία του διπλού φέγγους, όπερ εισεχώρει διά της ανοικτής θύρας και διά της επωροφίου ρωγμής, τον Πρωτόγυφτον και τον Μάχτον, χωρίς να εννοή τι συνέβαινεν.

Εν τοσούτω δε είχον αφυπνισθή υπό του συμβάντος θορύβου ο Βούγκος και η γραία Γύφτισσα. Ο Βούγκος είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς, αλλ' επειδή ήτο κεκμηκώς, διότι είχεν εργασθή όλην την ημέραν, εβαρύνετο να εγερθή και εσκέπτετο αν ήτο ορθόν να τους κλείση πάλιν. Η δε Γύφτισσα είχεν αναγγείλει την αφύπνισίν της διά τελευταίου και παρατεταμένου ρογχασμού, όστις εχρησίμευεν αύτη ως τρόπος μεταβάσεως από του ύπνου εις την εγρήγορσιν. Είχε δε ανακαθίσει επί της πενιχράς στρωμνής και έξεεν αμφοτέρας τας μασχάλας, λέγουσα·

— Τι είνε τάχα; Τι είνε;

Αλλ' ουδείς ηυκαίρει όπως απαντήση προς αυτήν. Έκαστος απησχολείτο περί της ιδίας αυτού φροντίδος. Οι εκτός της θύρας εφαίνοντο ότι είχον αρχίσει ν' ανησυχώσι. Χωρίς να τολμήσωσι να εισέλθωσι, δι' ελαφρών συριγμών προσεπάθουν να παροξύνωσι τας ενεργείας του Πρωτογύφτου, συνιστώντες αυτώ ταχύτητα. Ο δε Μάχτος απεπειράτο να εμποδίση τον πατέρα του, καίπερ αγνοών τι εσκόπει να πράξη ούτος.

Ο Πρωτόγυφτον είλκυσε την Αϊμάν σφοδρώς από του βραχίονος.

— Σηκώσου, κορίτσι, γρήγορα, είπεν. Δεν έχομεν καιρόν διά χάσιμο.
Γμου! Χμου!...

— Τι με θέλεις, πατέρα; εψέλλισεν η Αϊμά.

— Είσαι διά ταξείδι, είπεν ο Γύφτος.

— Διά ταξείδι; επανέλαβεν ο Μάχτος απορηματικώς.

— Θα υπάγης μαζύ με τους φίλους μου εκεί, είπεν αυθαδώς ο
Πρωτόγυφτος, δείξας την θύραν.

— Διά πού, πατέρα; ηρώτησεν ενεός ο Μάχτος.

— Δεν είνε δουλειά σου, εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος. Σύρε να
πλαγιάσης. Γμρου!

— Δεν θα σε αφήσω, είπε τολμηρώς ο Μάχτος, τύψας το έδαφος διά
του ποδός.

— Ακόμη εδώ είσαι; έγρυξεν ο Γύφτος. Άμε χάσου γρήγορα.
Κρου!.....

Η Αϊμά είχε ρίψει βλέμμα επί του Μάχτου, και μεθ' όλον το ψηλαφητόν σκότος, οι τέσσαρες ούτοι οφθαλμοί έλαμπον αρκούντως, ώστε να συνεννοώνται. Το βλέμμα εκείνο ήτο ικευτικόν και εξέφραζεν υπερτάτην οδύνην και απόγνωσιν. Η Αϊμά ενόησε καλώς περί τίνος επρόκειτο. Την στιγμήν εκείνην επήλθεν εις την μνήμην της ιδέα τις, ην πολλάκις ήκουσεν εκφραζομένην παρά των ανθρώπων του λαού, δεν είχε δε δώσει σημασίαν εις αυτήν άλλοτε. Αλλά σήμερον αντελαμβάνετο πάσαν την έννοιαν αυτής. Εβόμβουν συνεχώς εις τα ώτα αυτής αι μομφαί, ας ήκουεν εκάστοτε εκτοξευομένας κατά της φυλής των Αθιγγάνων. Μία των μορφών τούτων ήτο, ότι συνείθιζον ούτοι προς τοις άλλοις εγκλήμασιν, άτινα διέπραττον, να πωλώσι, τα ίδια τέκνα των, οσάκις εύρισκον αγοραστάς, και μάλιστα τας θυγατέρας, όσαι ήσαν ανεκταί το είδος. Η Αϊμά λοιπόν ανεμνήσθη συγκεχυμένως το πράγμα τούτο.

— Θα μ' επώλησεν, είπε καθ' εαυτήν, και θέλει να με παραδώση εις
τον αγοραστήν, όστις ευρέθη να με αγοράση.

Ταύτα διανοηθείσα η Αϊμά, επειράθη να κατακλιθή εκ νέου και να σκεπασθή. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος την έσυρε βαναύσως από της χειρίδος του υποκαμίσου.

— Σηκώσου, σου λένε, να πάμε. Πολύ, βλέπω, αγαπάς τον ύπνο.

— Πού να πάμε: είπεν η Αϊμά.

Ο Πρωτόγυφτος δεν απήντησεν, εξηκολούθησεν όμως να σύρη αυτήν τόσον σφοδρώς, ώστε έσχισε το ύφασμα, όπερ εκάλυπτε το σώμα της νέας.

— Τι την τραβάς, πατέρα; έκραξεν ο Μάχτος.

Ο Πρωτόγυφτος εφαίνετο αλλόφρων και δεν απήντα εις ουδέν ερώτημα. Το πράγμα τω εφαίνετο ανωφελές.

Συγχρόνως μεταξύ της Γύφτισσας και του Βούγκου συνήφθη ταπεινή τη φωνή μικρός διάλογος. Οι δύο ούτοι μόλις είχον αποσείσει τέλος τον ύπνον, και ήρχισαν να εννοώσιν ότι συνέβαινέ τι.

— Κοιμάσαι, μεγάλε;

— Κοιμάσαι, μάννα;

— Εγώ δεν κοιμούμαι.

— Ουδ' εγώ.

— Και τι ακούς;

— Κάτι τρέχει.

— Τι είνε;

— Ο αφέντης εσηκώθη.

— Και τι κάνει;

— Δεν ξέρω.

— Σηκώσου να ιδής.

— Νυστάζω, μάννα.

— Α, τεμπέλη.

— Όλη μέρα δούλευα.

— Δεν λαγκεύει η καρδιά σου;

— Διά τι πράγμα;

— Δι' αυτό που γίνεται.

— Τι με μέλει;

— Σηκώσου ν' ανάψης τον λύχνο.

— Τι να τον κάμης τον λύχνο;

— Διά να ιδούμε τι είνε.

— Δεν 'μπορούμε να ιδούμε και δίχως λύχνο;

— Συ είσαι νιος και βλέπεις.

— Ε, πώς νυστάζω.

— Α, υπναρά.

— Άφσε με να κοιμηθώ.

— Νάνι, νάνι, το μικρό.

— Ωχού, ουχού! έκαμεν ο Βούγκος χασμώμενος.

— Δεν ακούς και τον Μάχτο;

— Πού 'νέ τος;

— Σηκώθηκε.

— Τι κάνει;

— Μιλά με τον πατέρα σου.

— Ε, άφσε τους να 'μιλούν.

— Και συ να κοιμάσαι; Δεν χόρτασες τον ύπνο;

Ο Βούγκος δεν απήντησε πλέον. Είχεν επανακλείσει τους οφθαλμούς και σχεδόν απεκοιμήθη ήδη. Αλλ' εκ του ληθάργου τούτου έμελλε να τον αποσπάση η διάτορος φωνή του Γύφτου. Ούτος ηκούσθη κράξας μεγαλοφώνως.

— Σηκώσου, Βούγκο! Τρέξετε, παιδιά, να την φθάσωμε!

Ο Βούγκος ανετινάχθη δι' ηλεκτρικού κινήματος, και αναπηδήσας ωρθώθη, χωρίς να ειξεύρη τι είχε συμβή. Ήκουσε μόνον βήματα και φωνάς ανθρώπων, και έσπευσεν εις την θύραν. Ο θόρυβος ούτος προήλθεν εκ του τελευταίου βαναύσου κινήματος του Γύφτου, όστις ηγωνίζετο ν' αποσπάση την Αϊμάν εκ της κλίνης της, εκ της αντιστάσεως αυτής και εκ της παρεμβάσεως του Μάχτου. Ο νέος ηναγκάσθη να κρατήση τας δυο χείρας του πατρός του όπως απαλλάξη την Αϊμάν εκ της ενοχλήσεως. Ήλπιζε δε να κατορθώση εν τω μεταξύ να περιορίση τον πατέρα του, και ν' αντισταθή απηλπισμένως κατά των πολιορκούντων την είσοδον της καλύβης. Αλλ' ουδέ ούτος προείδε τι έμελλε να συμβή.

Ιδούσα η Αϊμά ότι ο Μάχτος είχε συλλάβει στιβαρώς τον πατέρα του με τας δύο χείρας, δεν έχασε καιρόν. Ήρπασε τη πρώτην απεγνωσμένην ιδέαν, ήτις τη επήλθε, και έσπευσε να εκτελέση αυτήν, χωρίς να δύναται να σκεφθή καλώς. Όρμησεν εκτός της κλίνης, όπως ήτο, με τόσον γοργόν, ελαφρόν και σχεδόν αδιανόητον κίνημα, ώστε ουδέ παρετήρησεν ο Πρωτόγυφτος το πήδημα αυτής. Ο Μάχτος μόνον την είδε, και ηθέλησε να την εμποδίση διά του νεύματος, αλλ' η νέα απήντησε δι' ετέρου νεύματος επιτακτικού, και ορμήσασα, ήρπασε σιδηρούν τι εργαλείον, όπερ εύρε ψηλαφίνδα, διότι είξευρε καλώς την συνήθη θέσιν αυτού από της ημέρας. Σφίγξασα αυτό με όλην την δύναμίν της εις την παλάμην, ερρίφθη εις την θύραν, όπως ευρίσκετο, ασκεπής, ανυπόδυτος και ημίγυμνος. Τοσούτον δε αιφνίδιον και απροσδόκητον ήτο το κίνημα αυτής, ώστε οι εκτός της θύρας, μόλις την παρετήρησαν ως οπτασίαν, διολισθήσασαν διά μέσου αυτών. Εν τούτοις είς των ανθρώπων τούτων έδραμεν ευθύς κατόπιν της όπως την συλλάβη, αλλ' η Αϊμά στραφείσα, εχύθη με βιαίαν ορμήν επ' αυτού, και κατήνεγκε κατά της κεφαλής αυτού ισχυρόν κτύπον με το βαρύ εργαλείον. Μέχρις ου οι άλλοι προλάβωσι να την καταδιώξωσιν, η Αϊμά, πατούσα με πόδας σεισουρίδος, έγεινεν άφαντος.

Τότε ο Πρωτόγυφτος ενόησε μόλις την φυγήν αυτής, και έρρηξε την αγρίαν εκείνην κραυγήν·

— Σηκώσου, Βούγκο! Τρέξετε, παιδιά.

Αλλ' ο Μάχτος τον εκράτει σφιγκτώς. Αγών συνήφθη μεταξύ πατρός και υιού. Η πάλη διήρκεσεν επί πολύ. Ο Γύφτος είλκυε τον Μάχτον ολονέν προς την θύραν. Αι δυνάμεις δε του νέου ενέδιδον εις τούτο, αλλ' όμως δεν ήθελε να τον αφήση. Ότε ανηγέρθη ο Βούγκος, εύρε τους δύο παλαίοντας ακριβώς παρά την θύραν.

— Τι είνε, Μάχτο; Τι έχεις, πατέρα; τι επάθετε;

Και ερρίφθη να τους χωρίση. Ο Μάχτος δεν ηδύνατο επί πλέον ν' αντιστή. Άλλως δε ορμεμφύτως ενόησεν ότι ο κίνδυνος ήτο αλλαχού του λοιπού, και αφήσας τον πατέρα του, ώρμησε και εξεπήδησε της θύρας. Έτρεξε κατόπιν της Αϊμάς.

— Πάμε, Βούγκο! γρήγορα! είπεν ασθμαίνων ο Πρωτόγυφτος. Μας
έφυγεν αυτή η δαιμονισμένη.

— Πού, πατέρα;

Ο Γύφτος, χωρίς ν' απαντήση, έσπευσε να εξέλθη. Ο Βούγκος τον ηκολούθησε μηχανικώς.

Ο Μάχτος είχεν οδηγηθή εκ των βλεμμάτων και της στάσεως των ξένων, ων δύο είχον τρέξει κατόπιν της Αϊμάς, οι δε λοιποί έμενον. Ο δε πέμπτος είχε παραλυθή ήδη, διότι ο κτύπος ον έλαβε κατά κεφαλής ήτο λίαν σφοδρός. Ιδών ο Μάχτος τα κινήματα ταύτα, δεν έχασε τα ίχνη της Αϊμάς, και έδραμε πνευστιών κατόπιν αυτής.

Ο δε Γύφτος μετά του Βούγκου δεν εβράδυναν ν' ακολουθήσωσιν αυτούς.

Η δυστυχής νέα, έντρομος, αγωνιώσα, φρίττουσα, αισθανομένη εαυτήν έρημον της θείας και της ανθρωπίνης βοηθείας, αφού έτρεξεν επί πολλήν ώραν, όπως ηδυνήθη, και δι' ης οδού έτυχεν, απηύδησε τέλος. Φθάσασα παρά τον αιγιαλόν, δεν είχεν άλλην διέξοδον ή να ριφθή εις την θάλασσαν, αλλ' όμως δεν είχε την τόλμην ταύτην. Ήκουε τα βήματα των καταδιωκόντων αυτήν προσεγγίζοντα. Κατά τύχην είδε μακρόθεν φως λάμπον, εύρε θύραν τινά ανοικτήν, και εισώρμησεν εκείσε απηλπισμένη. Η θύρα αύτη ήτο η του καπηλείου του Κατούνα, όπου είδομεν αυτήν καταφυγούσαν εν αρχή της ιστορίας ταύτης.