Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 13: Κεφάλαιο 13

Η αγορά και η πώλησις.

Την νύκτα, την μετά την αυτήν εκείνην ημέραν, καθ' ην συνέβησαν τα ανωτέρω εκτεθέντα, δύο άνδρες οδοιπόρουν εν μέσω δάσους πιτύων, οκτώ ή δέκα μίλια μακράν της Μονεμβασίας. Φθάσαντες εις μέρος τι επίπεδον, κατέβησαν από των υποζυγίων εφ' ων εκάθηντο και ήρχισαν να συνομιλώσιν. Ο έτερος ήτο ανήρ εξηκοντούτης, λίαν σοβαρός το ήθος και κόσμιος την αναβολήν. Εκ πρώτης όψεως, αν και ήτο νυξ, το δε φέγγος της σελήνης μόλις κατέβαινε διά των πυκνών κλώνων των δένδρων εις τας δύο ταύτας μορφάς, εκ πρώτης όψεως ηδύνατό τις να νοήση την διαφοράν, την απόστασιν, το χάσμα, όπερ υπήρχε μεταξύ των δύο τούτων ανδρών. Ο Πρωτόγυφτος επέβαινεν εφ' ημιόνου, και εκάθητο επί του σάγματος αυτού μετά τόσης συστολής και δισταγμού, ως να μη είχε βεβαιότητα περί του πράγματος. Ο δε συνοδοιπόρος αυτού εκάθητο επί ίππου όλως αγερώχως και εφαίνετο δεξιός ιππεύς. Ότε επέζευσαν, ο Πρωτόγυφτος εβάδισε παρά τον συνοδοιπόρον του σχεδόν κεκυφώς, ούτος δε είχεν όρθιον το ανάστημα. Πάντα τα κινήματα του Γύφτου εφαίνοντο αβέβαια και συγκεχυμένα. Τα δε κινήματα του ξένου είχον το ευχερές, το άφροντι και αβίαστον, όπερ ιδιάζει εις τους ανθρώπους τους συνειθισμένους να άρχωσι. Τοιούτος ήτο ο συνοδοιπόρος του Γύφτου. Εκάθισεν ούτος υπό δένδρον τι. Ο Γύφτος έμεινεν όρθιος. Ο ξένος προσεκάλεσεν αυτόν να τον μιμηθή. Ο Γύφτος επέμεινε να μείνη όρθιος, και τότε ο ξένος ηναγκάσθη να μετέλθη έκτακτόν τι μέσον, να σύρη αυτόν εκ της χειρίδος, ίνα τον βιάση. Ο Γύφτος δεν ηδύνατο ν' αντιστή επί πλέον, και υπήκουσεν.

— Ελέγαμεν λοιπόν, μάστορη; είπεν ο ξένος με καθαράν φωνήν.

— Τι διατάττει ο άρχων, είπεν ο Γύφτος με φωνήν υποτρέμουσαν

— Να μην έχης κανένα δισταγμόν, είπεν ο άρχων.

— Τι θέλει ο άρχων;

— Επείσθης ότι σου θέλω το καλόν σου;

— Με την ψυχήν μου, είπεν ο Γύφτος.

— Και δεν δύναμαι να σου φέρω ποτέ δυστυχίαν;

— Βέβαια.

— Λοιπόν διστάζεις;

— Όχι.

— Τι σοι είπεν ο Θεόδωρος χθες;

— Ό,τι τον επρόσταζεν ο άρχων μου.

— Ώστε ενόησες πολύ καλά;

— Βέβαια.

— Επανάλαβε ό,τι σοι είπε, διά να ίδω αν ενόησες.

Ο Πρωτόγυφτος έξυσεν ολίγον την κεφαλήν, υπετονθόρυσε με τον λάρυγγα έν πεπηγμένον &γρου χμου!& και είτα είπεν·

— Ειμπορεί να μη τα καταφέρνω καλά. Αν ήθελεν ο άρχων να με
βοηθήση

— Λοιπόν πρέπει να τα είπω εγώ αντί σου;

— Αν αγαπά ο άρχων.

— Υπομονή τότε. Ειξεύρεις ότι αυτήν την στιγμήν φθάνει εδώ ο
Θεόδωρος να μας εύρη;

— Ειξεύρω

— Και δεν θα είνε μόνος του.

Ο Πρωτόγυφτος εκύτταζε τον ξένον απορηματικώς.

— Θα είνε με δύο οπλισμένους ανθρώπους, επανέλαβεν ο άρχων.

— Με δύο ωπλισμένους; αντήχησεν υποκώφως η φωνή του Γύφτου.

— Ναι.

— Δεν το είξευρα.

— Και εν ανάγκη θα γείνουν τρεις, τέσσαρες, ημίσεια δωδεκάς

— Το πιστεύω.

— Δεν μας είνε δύσκολον.

— Ειξεύρω ότι ο άρχων έχει εξουσίαν εις τον τόπον.

— Διότι την απέκτησα.

— Βέβαια.

— Ώστε δεν έχεις δισταγμούς.

— Αλλ' ας μοι είπη ο άρχων...

— Δεν εφάνης πρόθυμος, φίλε, εις εκείνα τα όποια σοι είπεν ο
υπηρέτης μου Θεόδωρος.

— Πώς το λέγει ο άρχων;

— Έδειξες προθυμίαν;

— Ναι.

— Τότε δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν.

— Έχει δίκαιον ο άρχων.

— Λοιπόν ας ανακεφαλαιώσωμεν.

— Ναι.

— Τι σοι είπεν ο Θεόδωρος;

— Μοι είπε...

— Τι;

— Μοι είπεν ότι ο άρχων...

— Ότι ο άρχων;

— Ότι ο άρχων έχει ανάγκην...

— Ο άρχων δεν έχει ανάγκην, είπεν αγερώχως ο ξένος.

— Δεν ειξεύρω να μιλήσω καλά, ετραύλισε συνεσταλμένος ο Γύφτος.

— Δεν πειράζει. Ήθελες να είπης ότι ο άρχων επιθυμεί.

— Ναι, αυτό ήθελα να είπω, εψέλλισεν ο Πρωτόγυφτος.

— Καλά. Βλέπεις, όταν θέλης, δύνασαι να ομιλής ελληνιστί, είπεν ο
άρχων.

— Όταν μου τα λένε, τα διορθόνω, είπεν ο Γύφτος.

— Και τούτο καλόν. Λοιπόν, ο άρχων επιθυμεί;...

Ο Πρωτόγυφτος εφαίνετο ότι είχε μεταξύ του λάρυγγος και της γλώσσης του φραγμόν τινα, και δεν ηδύνατο να εξέλθη η λέξις. Ο άρχων τον ώκτειρε, και δεν επέμεινεν.

— Ας είνε, είπε, σε απαλλάττω του κόπου. Αλλ' όμως είνε αληθές
ότι έφερες δυσκολίας.

— Δυσκολίας; επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και πολλάς δυσκολίας. Αλλά διατί, σε παρακαλώ;

Ο Γύφτος εσίγα.

— Μήπως σου θέλω εγώ κακόν; Διατί δεν έχεις εμπιστοσύνην εις εμέ;

— Εγώ; το ενάντιο, είπεν ο Γύφτος.

— Και όμως δεν έχεις εμπιστοσύνην.

— Ο Θεός να μη το δώση!

— Διατί τότε δεν θέλεις ν' αποφασίσης;

— Ξεύρω κ' εγώ; είπεν ο Πρωτόγυφτος, αρχίσας να εκφράζη τους
δισταγμούς, ους υπηνίττετο ο άρχων.

— Διατί να μη θέλης να κάμης με το καλόν έν πράγμα, ενώ εγώ
δύναμαι άλλως να σε βιάσω να το κάμης;

— Αυτό θα ήταν το καλλίτερο, είπε θρασυδείλως ο Γύφτος.

— Λοιπόν θέλεις με την βίαν; είπεν απειλητικώς ο άρχων.

Ο Γύφτος δεν απήντησε.

— Ποίον φόβον έχεις; Όταν εγώ σε βεβαιώ ότι ουδείς θα πάθη.

Και πάλιν ο Γύφτος εσίγα.

— Ουδείς θα πάθη, επανέλαβεν ο άρχων, ούτε συ ούτε ο οίκος σου.

— Άμποτε, είπεν ο Γύφτος.

— Ούτε ο οίκος σου ούτε η γυνή σου ούτε τα τέκνα σου.

Ενταύθα ο Γύφτος έκαμεν άκων κίνημά τι της κεφαλής.

— Ούτε τα τέκνα σου, επανέλαβεν εμφαντικώς ο άρχων, και δεν
ψεύδομαι. Ούτε αυτή η ιδία θα πάθη τι.

Ο Γύφτος εκάλυψε το πρόσωπον με τας δύο χείρας.

— Τω όντι είσαι αξιολύπητος, είπεν ο άρχων. Αξιολύπητος όχι διότι
επίκειται κατά σου δυστύχημα τι· περί τούτου ουδείς φόβος. Είσαι αξιολύπητος μόνον διότι δεν θέλεις να πεισθής, και ουχί δεν θέλεις, αλλά δεν δύνασαι, δεν έχεις την ικανότητα να πεισθής. Ως προς τούτο δεν σε κατακρίνω.

Ο άρχων μου είνε δίκαιος, εψιθύρισεν ο Γύφτος, και αποκαλύψας το πρόσωπον, εθεώρει τον άνδρα τούτον με ήθος τι δεισιδαιμονίας και θάμβους μεστόν.

Έχεις δίκαιον να μη δύνασαι να εννοήσης, επανέλαβεν ο άρχων. Ειξεύρεις συ τους σκοπούς μου; Όχι. Εγώ όμως δύναμαι να σοι τους είπω. Δύναμαι να σοι είπω τι φρονώ, τι μελετώ και τι σκοπώ, όπως δύναμαι να το είπω προς το δένδρον τούτο, προς τον βράχον εκείνον και προς την μητέρα Γην. Διότι όπως τα άψυχα ταύτα πράγματα δεν δύνανται να με προδώσωσιν, ούτω και συ δεν δύνασαι να με προδώσης. Διότι δεν έχεις ούτε ακοήν όπως ακούσης ούτε φρένας όπως νοήσης ούτε φωνήν όπως λαλήσης. Άκουσον, και ας αντηχήσωσιν αι άγνωστοι αύται λέξεις εις τη ερημίαν ταύτην, ας θροήσωσι μετά της αύρας και μετά του θρου των φύλλων, ας ηχήσωσι μετά του άσματος των νυκτερινών πτηνών, ας αναμιχθώσι με τον κρότον του χειμάρρου, με το κελάρυσμα του ρύακος και με τον κικκαβισμόν της ερημικής γλαυκός. Ας ενωθώσι με τας πνοάς της φύσεως, ας υψωθώσι μετά των ατμών και των μύρων των ανθέων, ας εξαπλωθώσι μετά των νεφών και της ομίχλης, ας κατενεχθώσι μετά των ανέμων και των υετών επί της γης. Η ώρα έφθασεν. Αρκετοί αιώνες παρήλθον. Θέλω ν' αναγεννηθή η ανθρωπότης. Αιώνες κακοδαιμονίας κατησωτεύθησαν μάτην επί της γης, ώραι ευδαιμονίας ηριθμήθησαν μάτην. Η στιγμή αύτη είνε επίκαιρος. Θέλω ν' ανακαινισθή το ανθρώπινον γένος.

Και ο ξένος, τοσαύτα ειπών, διεκόπη αποτόμως. Εφάνη ότι μετενόησεν εφ' οις είχεν ειπεί. Ίσως συνησθάνθη ότι αι εκφράσεις αύται, ριπτόμεναι ούτως εική προς ιδιώτην άνθρωπον, ηδύναντο να νομισθώσι γελοίαι. Αλλά τας είχεν ειπεί. Έλεγε ταύτα προς άνθρωπον μηδέν εννοούτα, κατά προτίμησιν, ουδέν δε ήθελεν ειπεί προς αυτόν αν ενόει. Έλεγε ταύτα αυτομάτως χάριν εαυτού και μόνου, ελησμόνει δε την παρουσίαν του Γύφτου, και δεν εθεώρει αυτόν ως ακροατήν.

Εν τούτοις ο Γύφτος, αν δεν ηκροάτο λογικώς, ήκουεν όμως φυσικώς τας λέξεις ταύτας, και τω ενεποίησαν ίλιγγον. Υπέκειτο εις το συναίσθημα του ονειρευομένου, όστις βλέπει καθ' ύπνον υπερφυή πράγματα. Ενώ τω φαίνεται κατ' όναρ ότι βαδίζει επί λείας και ομαλής οδού, αίφνης ευρίσκει υψηρεφή τοίχον ενώπιόν του. Υπερφυής τις άνθρωπος, πελώριος γίγας, Τιτάν, παρουσιάζει προ των οφθαλμών αυτού έν όρος, όπερ κρατεί ευκόλως εις την χείρα, και το φυτεύει εκεί ενώπιόν του, του κόπτει αποτόμως την οδόν, και δεν δύναται να προβή. Τοιούτον όρος εφύτευε προ των ποδών του ταλαίπωρου Γύφτου ο μεγαλορρήμων εκείνος άνθρωπος. Ο δυστυχής Γύφτος δεν ηδύνατο ν' αναρριχηθή επ' αυτού.

Μετ' ολίγας στιγμάς ο ξένος είχε πραϋνθή και ταπεινώσας τον τόνον ήρχισε να λέγη·

— Δεν πειράζει, φίλε μου, αν δεν εννοής. Επειτα είνε και περιττόν
να εννοήσης. Αρκεί να συνεννοηθώμεν εις όσον το κατά σε.

Ο Γύφτος εθεώρει ατενώς.

— Τώρα ο Θεόδωρος φθάνει. Ιδού ακούω τα βήματα.

Τω όντι δε βήματα ηκούσθησαν και τρεις άνδρες ενεφανίσθησαν αίφνης. Οι δύο ήσαν χωρικοί εκ των πέριξ μερών, και έφερον ξίφη και τόξα. Ο τρίτος ήτο ο γνωστός ημίν Λάκων, ον ο άρχων ωνόμαζε Θεόδωρον.

— Ήλθες, Θεόδωρε! είπεν ο άρχων άμα ιδών αυτόν.

— Ιδού εγώ, αυθέντα, απήντησεν ο Θεόδωρος.

— Και ποίας ειδήσεις μοι κομίζεις;

— Παντού ησυχία, άρχων μου.

— Έρχεσθε κατ' ευθείαν εκ Σπάρτης;

— Ναι.

— Και τι εμάθετε εκεί;

— Έν μόνον σπουδαίον, είπεν ο Θεόδωρος.

— Το ποίον;

— Λέγουν ότι οι Τούρκοι πολιορκούν την βασιλεύουσαν των πόλεων,
είπεν ο Θεόδωρος με συγκεκινημένην φωνήν. Συγχρόνως δε απεκάλυψε την κεφαλήν, καθ' ην στιγμήν επρόφερε τας δύο λέξεις: «βασιλεύουσαν των πόλεων». Ήτο έθος συχνόν παρά τω λαώ της Ελλάδος κατά τον χρόνον εκείνον.

— Το είξευρα ήδη, είπεν ησύχως ο άρχων.

— Έχω και μίαν επιστολήν διά τον άρχοντα, είπεν ο Θεόδωρος.

— Επιστολήν δι' εμέ; Και ποίος την έφερεν;

— Άνθρωπος με καλογερικά φορέματα, όστις μένει εις την Σπάρτην
και περιμένει.

— Τι περιμένει;

— Περιμένει να του επιτρέψη ο άρχων να παρουσιασθή εις το
Πληθώνειον.

— Όταν επανέλθωμεν οίκαδε, θα σε πέμψω να τον οδηγήσης προς εμέ,
Θεόδωρε.

— Ορισμός σας, άρχων.

— Τώρα, δος μοι την επιστολήν.

— Ευθύς, άρχων.

Ο Θεόδωρος ήνοιξε το περιστήθιόν του και εκβαλών εσφραγισμένον φάκελλον, ενεχείρισεν αυτόν εις τον άρχοντα. Ούτος τον έλαβε και υπό το φέγγος της σελήνης ανέγνω την επιγραφήν.

— Έχει τις υμών δάδα; ηρώτησεν ακολούθως.

Είς των συντρόφων του Θεοδώρου εξέβαλεν εκ του κόλπου του ίσκαν και πυρίτην λίθον και ανήψε δάδα, εκράτησε δε αυτήν εις απόστασίν τινα από της μορφής του άρχοντος. Ούτος απεσφράγισε τότε την επιστολήν και ανέγνω.

Φαίνεται δε ότι εύρε πολύ το διαφέρον εις την ανάγνωσιν ταύτην, διότι καθ' όσον προυχώρει, το πρόσωπόν του, ερυθρόφαιον υπό την φλόγα της δαδός, εψυχούτο και εξέφραζεν από στιγμής εις στιγμήν παντοία συναισθήματα, από της ελαφράς περιεργείας μέχρι του βαθυτάτου διαφέροντος, και από της καρτερικής προσδοκίας, μέχρι της ελπίδος και του φόβου, του οίκτου και του ενθουσιασμού. Η ουσία του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής ευρίσκεται διεσπαρμένη εν ανεκδότοις χρονικοίς και εν τοις συγράμμασι των επιφανών του καιρού εκείνου λογίων. Μετά πολλού κόπου ένθεν κακείθεν περισυλλεχθέντα τα τεμάχια κατωρθώθη να συγκολληθώσιν εις σύνολόν τι κατά προσέγγισιν, όπερ χάριν περιεργείας υποβάλλω ενταύθα εις τας όψεις του αναγνώστου.

«&Βησσαρίων& ο Νικαίας αρχιεπίσκοπος και καρδινάλιος της αγίας Ρωμαϊκής και καθολικής εκκλησίας, &Πλήθωνι& τω θαυμαστώ φιλοσόφω και νομοθέτη της Πέλοπος χαίρειν.

Εδεξάμην τα παρά σου γράμματα πολλήν, ως εικός, εμποιήσαντά μοι ευφροσύνην. Μονώτατος γαρ έτι μοι δοκείς υπολελείφθαι εν άπασι τοις αυτόθι φρονών. Τω γαρ βασιλεί και τοις περί αυτόν δαιμονία τις έοικεν επιδεδημηκέναι μοίρα, παρατρέπουσα και υφαιρουμένη τον λογισμόν, ως ανάγκη μεν, ή και τους θεούς φασι, μη πείθεσθαι, Σχολαρίω δε μάλλον πεποιθέναι. Αμέλει δε και Νοταράς ο Λουκάς, χρηστός τω βασιλεί σύμβουλος. Καίτοι, τις αν εύροι ταύτης μείζω απόνοιαν; Τα γαρ πράγματα επί ξυρού ακμής κείται και ο κίνδυνος επί θύραις μακρός και ουρανομήκης. Ποιναία επέλθοι Νέμεσις επί τους μη εθέλοντας σώζεσθαι, αυτούς τε λημώντας και τοις άλλοις το φως επιπροσθούντας. Δεινή τις ως δοκεί αχλύς και σκοτόμαινα επικάθηται επί την Ελλάδα, χρόνιος δε, ω Πλήθων, πάρει, των σων διδαγμάτων προίκα εμπλήσας ημάς. Εμοί δε συμβαίνει δικτύω άνεμον θηράν, τους ενθάδε πειρωμένω πείθειν τους εν τη Εώα μηδέπω πεπεικότι. Χρήματα μεν ουν και σώματα ικανά πάρα, αλλά γε του κρατίστου ημίν δει. Ει γαρ ο βασιλεύς μη εθέλοι έν έπος τοσόνδε ειπείν και την ένωσιν κυρώσαι, ουκ έστι πείσαι τον Πάπαν. Χθιζός μέντοι παρεγενόμην επί το Βατικανόν και περί των αυτών, ώσπερ και προτού, μυριοστόν ήδη διελέχθην, υπέρ της επικουρίας ως έθος προσκείμενος και λιπαρών. Αλλ' ου Θέμις, ή δ' ος, τον στρατόν ημάς πέμπειν, κακοδοξία πολλή προσκυλινδουμένοις. Αλλ' ου πάσιν, ην δ' εγώ, η κακοδοξία σύνοικος, Σχολαρίοις δε και τοις τοιοίσδε επιβόσκεται μόνοις.

Καίτοι γε, ή δ' ος, τα των τοιώνδε κρατεί παρ' αυτοίς, τοις φρονούσι δ' ου πείθονται. Πεπείσονται, ην δ' εγώ, ω Πάτερ, επειδάν ίδωσι τους μισθοφόρους τους σους παρεσομένους. Ου δοκεί, έφη, εκπέμπειν αυτούς επί τους βλασφημίας καθ' ημών εμούντας, και την πλάνην εξομόσαι αποστέργοντας. Ου βλασφημούσιν, ην δ' εγώ, αλλά κινδυνεύουσι βοηθήσεις. Ή γαρ, ως μνήστρα, ή δ' ός, τους επικούρους αυτοίς παρέξομεν; Γενναίως, έφην, απεφήνω, ω Πάτερ, μνήστρων ατεχνώς τοις πραγματευομένοις δει. Ουκ έστιν, ή δ' ος, πραγματεύεσθε προς αναξίους. Δανείζειν μεν ουν, έφην εγώ, τοις τοίσδε τα ευαγγέλια κελεύει. Κολάζειν δ', έφη, τους ατάκτους ουχ ο ιερός κηρύττει λόγος; Ιάσθαι δ' αύθις, ην δ' εγώ, τον παιδεύοντα προτρέπει. Ιάματα δ', έφη, ου τα αίματα; (Ελληνίζειν μεν επιτηδεύεται ο Ποντίφιξ, παρονομάζειν δ' ου χαριέντως έδοξέ μοι). Ουχ άλις αιμάτων; έφην εγώ. Ουχ άλις, έφη, ότι μάχαιραν ήλθε βαλείν ο Χριστός. Παρερμηνεύειν μοι δοκείς, έφην, ω Πάτερ· αναγωγικόν γαρ το ρήμα κείται. (Παρρησία δ' ως οράς, ω Πλήθων, εχρησάμην, έξεστι δε μοι, ευνοία τη προς εμέ θαρρούντι. Ηνίκα δ' αν ουκ ουκ αθύμω εντύχω, αυτίκα χρώμαι). Πώς αμαρτάνειν ημάς δοκείς, έφη ο Ποντίφιξ, ος το αναμάρτητον δις ανείπας; Εκόντι δ', έφην, δοκεί σοι εξείναι, ω Πάτερ. Εξείναι μεν ίσως, έφη, ου χρήναι δ' όμως. Ου γαρ, έφην, τοις απολλυμένοις βοηθείν χρεών; Τι σοι δοκεί, ή δ' ος, αμφοίν τοιν ολέθροιν πότερος χαλεπώτερος; ουχ ο πνευματικός; Έμοιγε, έφην. Πνευματικής δ' ου και της αρωγής δει τοις πνευματικώς απολλυμένοις; Φαίνεται. Οι δε πολίται οι σοι ου πνευματικώς απόλλυνται; Και μάλα. Πνευματικής άρα αυτοίς δει της βοηθείας. Δοκώ μοι. Τις δε πνευματική βοήθεια κρείττων, ουχ η διά των ευχών και δεήσεων; Μάλιστα. Ευχάς δε και δεήσεις ου καθ' ημέραν η Εκκλησία τοις σχισματικοίς δωρείται; Αληθές, ην δ' εγώ. Ευ τοίνυν και καλώς αυτοίς βοηθούμεν. Εύ γε. Άρα πέποιθας; έφη. Μανθάνω, ην δ' εγώ, αλλ' ου και κοσμικής δει αυτοίς αρωγής; Ουκ, έφη, πριν αν την πνευματικήν τελεσιουργόν γενέσθαι. Τι ότι, ην δ' εγώ, η Ρωμαίων Εκκλησία διπλήν την εξουσίαν δρέπει; Ουχ ότι και διττώς χρη αυτήν ευ ποιείν; Πείθομαι, έφη. Ου γαρ αν οι Απόστολοι τοιαύτην αυτή κατέλιπον. Σύνοιδα, έφη. Ανάγκη άρα αυτή αμφοτέρας ασκείν. Ανάγκη, έφη. Εκατέρα δε χωρίς εκατέρας ουκ ανύσιμος. Ξύμφημι, έφη. Την δε πνευματικήν ου Νέμεσις μόνην μετιέναι. Ουχί, έφη. Τηνικαύτα, ην δ' εγώ, άλις ημίν των πνευματικών μεθόδων. Φέρε και τη κοσμική χρησώμεθα. Όρα, ω Πάτερ, μη δηθά ούτω δη τοις πνευματικοίς δικτύοις μόνοις θηρεύοντες και το δέλεαρ αυτό αποβάλωμεν και το δίκτυον φθείρωμεν. Κοσμικής δε της μεθόδου νυν ημίν δει. Άγε αυτήν μετίωμεν. Άρα συνήκας, μη χωλοίς και κολοβοίς τέως μέσοις προσκείμενοι, κέρδος μεν ουδέν, βλάβην δε πολλήν απηνεγκάμεθα; Δεήσεων μεν και ευχών άλις, έργων δε νυν ανάγκη. Απιστείν μεν ουν αυτούς τη εξουσία τη ση ουκ άτοπον, λόγων μεν εμπεπλησμένοις, έργον δ' ουδέν δρώντας. Και σοι επειδάν ψηλαφήσωσι, πείθονται, τέως δε ακουσμάτων μόνον τα ώτα βομβεί. Ει γαρ και τον Χριστόν ο Θωμάς ουκ εψηλάφησεν, ου καν επίστευσεν. Αγωνιώδης νυν και χειμαζομένης της Ελλάδος τι όφελος; Το τε κλέος οίχεται ή τε αρχή φρούδη. Ηνίκα δ' ο βάρβαρος θυραίος άπεισι τηνικαύτα η Ελλάς την αρχήν και το κύρος το σον ησυχή γνώσεται, και της ευνοίας επιμελήσεται της σης. Νυν δ' οξείς οι καιροί και ταχίστης δει της σωτηρίας. Ταύτα είπον τω Ποντίφικι, και μοι εδόκει επιεικώς ακροάσθαι. Μονονού δ' αυτόν έπεισα, και πάλαι επεπείκειν αν, ει μη ο των καρδινάλεων σύλλογος και οι δυνατοί πάντες αγρίως αντέκειντό μοι. Σκάνδαλον μέντοι αυτοίς γέγονα, ου βουλομένοις πιστεύσαι μοι λατινίζοντι. Ούτοι πάντες ου φιλούσιν εμέ, αλλ' ως Έλληνα και Γραικόν υφορώσι. Πώς δε αυτούς πείθειν ένι; Πώς δε και τω έθνει πιστεύσουσί ποτε λατινίσοντι, ει εμοί μόνω ενί ανδρί ου πιστεύουσι; Λυπεί δε με τούτο, ει το θύμα Ο προσήνεγκον εμαυτόν εγώ μάτην τεθυμένον έσται, τη δε πατρίδι μηδέν περιγενήσεται εκ του εμού ολίσθου. Συ δε, ω Πλήθων, ει σχολή έτι, μη αυτής απόλαυε, αλλά την βακτηρίαν λαβών πορείαν ίθι και τα βασίλεια κατάλαβε. Τελευταία δ' αύτη έσται η πείρα, ει ακμή έτι πράττειν, και μη οι βάρβαροι προύλαβον την πόλιν ελόντες. Και πείσεις μεν ουδένα, δοκεί, αλλ' όμως το έργον το σον εργάσει πάντως. Και μη φείδου μηδ' όκνει, αλλά πάρασχε πρόθυμον σαυτόν. Ίθι δη, άπελθε, πορεύου, αφίκου, πάρεσο, δέου, πρότρεπε, παρακάλει, κέλευε, επιτίμα, προσλιπάρει, ότρυνε, έλεγχε, πείθε. Εγώ δ' ουκ οκνήσω, αλλ' ενθένδε τουμόν πειράσομαι. Και ην μη πείσω αυτούς εκπέμπειν, από των εμών εκπέμψω, και τριήρη στείλας αυτός παρέσομαι. Και ει μεν εν τοις Πληθωτείοις εντύχω, πρόσειμι, ει δε απεληλυθότι ήδη, έψομαι. Πάρεστι δε σοι διά του γραμματοφόρου του εμού γράμματά μοι πέμπειν, και προλέγειν τα δόξοντα. Υπερθέσεως δ' ημίν ουδεμιάς καιρός. Εισί γαρ ενθάδε τινές, οι ως έοικεν από του των Αγαρηνών στρατοπέδου αγγέλματα κομίζονται, ακήκοα δ' έναγχος στέλλεσθαι τους Τούρκους ήδη. Πλείστη δε χάρις τοις τοιούτοις ει τοις πολεμίοις κοινωνούντες ημίν ουχ εκόντες αρήξουσι. Και ταύτα μεν ικανά, συγγνώμονα δ' είναι δέομαι επί τω μακρώ των γεγραμμένων. Ερρώσθαι σε εφίεμαι, ω διδάσκαλε, εις μακρά έτη, σεπτόν όνομα επί της χθονός της πατρίας αποτυπούντα, αθανασίας δε τυχείν, επειδάν το χρεών της εξόδου ίκηται, και τον μυστικόν τοις ολυμπίοις θεοίς ξυγχορεύειν Ίακχον. Εκ Ρώμης της πρεσβυτέρας, μηνί Φεβρουαρίω, έτους αυνγ'. Βησσαρίων ο καρδινάλιος γράφει».