Μήτηρ και υιός.
Ήδη απεφάσισε τέλος ο Μάχτος να ομιλήση. Αλλά την στιγμήν καθ' ην είχε καταστρώσει τα σχέδια και ήτο πλήρης θάρρους, δεν ευρέθη κατά τύχην η Αϊμά παρούσα. Ο Μάχτος δεν την εύρεν ούτε εις τον κήπον ούτε εις την καλύβην και την εζήτει εις μάτην. Εσκέφθη ότι η Αϊμά θα ήτο πιθανώς εις το φρέαρ, και μετέβη εκείσε. Αλλά δεν εύρε την Αϊμάν. Περιήλθε τα μέρη εις όσα συνήθως μετέβαινεν αύτη προς εργασίαν. Ουδαμού Αϊμά.
Ο Μάχτος επέστρεψεν εις την καλύβην, ελπίζων ότι η νέα θα επανήλθεν ήδη αυτόσε και έμελλε να την εύρη. Απούσα η Αϊμά.
Ο νέος έκαμε και άλλον γύρον, και μετέβη προσέτι και εις όσους τόπους σπανιώτατα ευρίσκετο εκείνη, ουδ' είχε μεγάλην πιθανότητα ότι ήθελε την εύρει. Ώχετο η Αϊμά.
Τέλος επέστρεψε το δεύτερον εις την καλύβην, πεποιθώς ότι θα την εύρισκε τέλος. Αλλ' όμως δεν την εύρεν.
Αντί της Αϊμάς εύρε την Γύφτισσαν, καθημένην επί του ουδού. Είχεν εξηπλωμένα τα σκέλη, και απήλαυε την μακαρίαν άνεσιν, ην τη παρείχεν η αέναος και πυρετώδης φιλοπονία της νέας κόρης. Ότε είδε τον Μάχτον, οι δύο κρεμαστοί οδόντες, οίτινες συνέσφιγγον αδιαλείπτως το κάτω χείλος, υπεχώρησαν αυτομάτως, και αφήκαν το στόμα να μειδιάση το ιδιάζον αύτη μειδίαμα, όπερ μόνον ότε έβλεπε τον Μάχτον εσημείου το πρόσωπόν της.
— Πού ήσουνα, μικρέ μου; είπε.
— Μάννα, είπεν ανυπομόνως ο Μάχτος, μέσα είνε η Αϊμά;
— Όχι.
— Δεν είνε μέσα; επανέλαβε μη θέλων να πιστεύση.
Και διασκελίσας τον ουδόν, χωρίς να δώση καιρόν εις την μητέρα του όπως απομακρυνθή και τω αφήση ελευθέραν την δίοδον, εισήλθεν όπως βεβαιωθή. Εντούτοις μάταιον το κίνημα, η Αϊμά δεν ήτο εν τη καλύβη.
Ο Μάχτος συνέλαβεν άλλην τινά ελπίδα.
— Μην κοιμάται; είπε.
Και έρριψεν εις τον κοιτώνα της κόρης το δειλότατον και αιδημονέστατον βλέμμα, όπερ εξήλθέ ποτε εκ των οφθαλμών νεαρού Αθιγγάνου. Και τούτο μάταιον. Η Αϊμά δεν εκοιμάτο, έλειπεν.
Ο Μάχτος ησθάνθη ήδη μεγίστην ανησυχίαν. Τω όντι το πράγμα τω εφαίνετο σοβαρόν.
— Πού είνε η Αϊμά, μάννα; έκραξεν.
Η Γύφτισσα είχε νικήσει την ραστώνην, ήτις εδέσποζεν αυτής προ ολίγων στιγμών, και εισήλθεν εις την καλύβην.
— Δεν ξεύρω, απήντησεν απλώς.
— Δεν ξεύρεις; είπεν ο Μάχτος· δεν ξεύρεις πού είνε;
— Δεν ξεύρω, επανέλαβεν η Γύφτισσα.
— Με τα σωστά σου, μάννα; είπεν ο Μάχτος αδημονών.
— Τι έπαθες, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.
— Τι έπαθα; Η Αϊμά πού είνε;
— Πού θέλεις να είνε; Όπου είνε θαρθή.
— Αλλά λείπει πολλήν ώραν;
— Δεν ξεύρω πόσην ώραν λείπει, μικρέ μου, είπεν η Γύφτισσα.
— Και τι κάμνεις εδώ; Να μη ξέρης πότε έφυγε, και πού πάγει;
— Πού θέλεις να πάγη; Δουλειά θα έχη.
— Εγώ υπήγα παντού. Δεν είνε πουθενά.
— Δεν πειράζει. Αυτή μοναχή της φεύγει, και μοναχή της πάλι
έρχεται.
— Αλλά εγώ την θέλω, επέμεινεν ο Μάχτος.
— Και τι την θέλεις;
— Θέλω να της πω.
— Της λες όταν έρθη.
— Και πότε θα έρθη;
— Όποτε θέλει.
— Λοιπόν, συ ως μητέρα, δεν φροντίζεις δι' αυτήν;
— Τι να φροντίσω;
— Την αφήνεις και πάγει όπου θέλει;
Ο Μάχτος ησθάνθη σπαραγμόν, και η τελευταία αύτη φράσις εκόπη εις δύο πριν ή εξέλθη εκ των χειλέων του. Μετά την ανησυχίαν, ην πρότερον ησθάνθη, τώρα του ήρχετο υπόνοια και ζηλοτυπία όλως αδικαιολόγητος.
— Και τι θέλεις να κάμω, μικρέ μου;
— Να σου λέγη πού θα πάγη, να το ξεύρης.
— Πού θα πάγη; Αυτή κάμνει όλαις ταις δουλειαίς.
— Αλλά δεν την ηύρα πουθενά.
— Τι την ήθελες;
— Θέλω να της 'πω.
— Τι να της πης;
— Αλλά τέτοια που είνε... είπεν ο Μάχτος έτοιμος να κλαύση.
— Τι έχεις, μικρέ μου;
— Τίποτε, είπεν ο Μάχτος συσταλείς.
— Έπαθες τίποτε;
— Όχι.
— Τι την θέλεις την Αϊμάν;
— Την ήθελα κάτι.
— Τι την ήθελες;
— Ήθελα να της ειπώ πράγματα...
— Τι πράγματα;
— Να την κάμω να έχη προσοχήν.
— Διά τι πράγμα;
— Διά το καλόν της, είπεν ο Μάχτος, και δεύτερον ρεύμα δακρύων τω
επήλθε.
— Δεν ξεύρω τι έπαθες, μικρέ μου.
— Αλλ' αύτη δεν είνε εδώ, είπε παραπονετικώς ο Μάχτος.
— Και σαν δεν είνε, θάρθη.
— Πότε θάρθη;
— Το γρηγορώτερο.
— Και σαν δεν έρθη;
— Πώς γίνεται να μην έρθη;
— Ξεύρεις καμμιά φορά. Ωχ, μάννα μου, θαποθάνω...
Και κατενεχθείς επί του εδάφους, ήρχισε να κλαίη με αληθή δάκρυα.
— Σε καλό σου, μικρό μου, είπεν η Γύφτισσα υπέρ την κεφαλήν
αυτού. Τι έχεις;
— Αχ Αϊμά! εστέναξεν ο Μάχτος.
— Μην κλαις, μικρέ μου.
— Πού να είσαι;
— Τι είνε πώπαθες, μικρέ μου; έλεγεν η Γύφτισσα.
— Η Αϊμά πού πάγει; επανέλαβε δεκάτην φοράν ο Μάχτος.
— Διατί κάμνεις έτσι, μικρό μου; Πες τι έχεις.
— Κ' εγώ ήθελα να της πω, έλεγεν ο Μάχτος χωρίς ν' απαντήση εις
την Γύφτισσαν.
— Και τι ήθελες να της πης;
— Ήθελα να της πω να φυλάγεται.
— Τι να φυλάγεται;
— Να φυλάγεται απ' εκείνον τον άνθρωπον.
— Ποίον άνθρωπον;
— Εκείνον τον μουστερήν μας.
Ο Μάχτος ανωρθώθη, και ανένηψεν ολίγον. Αυθορμήτως δ' έσπευσε να είπη τας σκέψεις του προς την Γύφτισσαν.
— Αυτός ο άνθρωπος, μάννα, δεν έρχεται εδώ διά καλό.
— Πώς το ξεύρεις, μικρό μου;
— Το ξεύρω, είπεν ο Μάχτος.
— Και ποιος σου το είπεν;
— Εγώ το λέγω.
— Και διατί έρχεται;
— Έρχεται διά την Αϊμάν.
— Διά την Αϊμάν;
— Ναι.
— Της θέλει κακόν;
— Βέβαια.
— Και σαν τι κακόν της θέλει;
— Όλα τα κακά.
— Ποια είνε αυτά τα κακά, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.
— Θέλει να την πάρη.
— Να την πάρη;
— Βέβαια.
— Τι πάρσιμο είν' αυτό;
— Θα καταφέρη τον πατέρα μου, είπεν ο Μάχτος.
— Τόσο το καλλίτερον, είπεν η Γύφτισσα.
— Τι λες, μάννα; είπε τρέμων ο Μάχτος.
— Φτάνει να μη γυρεύη προίκα, είπεν η Γύφτισσα. Θα λείψη και ο
μπελάς της.
— Αυτή που σου κάνει όλαις ταις δουλειαίς;
— Καλαίς είνε η δουλειαίς, Μα το &μούχτι& είνε πιο καλλίτερο.
— Ποιο &μούχτι&;
— Τα άσπρα, είπεν η Γύφτισσα, και ήστραψαν οι οφθαλμοί της, ως να
έβλεπεν τω όντι άσπρα λάμποντα ενώπιόν της.
— Α! έτσι; είπεν ο Μάχτος αισθανθείς αγανάκτησιν. Θέλετε σεις να
την πωλήσετε; Δεν σας μέλει τίποτε! Α, εντροπή!...
Ο Μάχτος ηγέρθη.
— Εγώ όμως δεν θα σας αφήσω, έκραξε. Διά πώλημα την είχατε τόσον
καιρόν εδώ; Ο Θεός θα σας τιμωρήση...Και αν ο Θεός το δεχθή, εγώ δεν το δέχομαι...
Ο Μάχτος είχεν αλλοιωθή όλος απαγγέλλων τας λέξεις ταύτας. Το όμμα του έλαμπε παραδόξως, και το ανάστημά του ωρθούτο στιβαρώς. Τα δάκρυα είχον ξηρανθή επί της μορφής αυτού, και τα ίχνη αυτών εφαίνοντο επί των παρειών μεμιγμένα μετά της ασβόλης, ήτις συνήθως έχραινε το πρόσωπον αυτού. Η δε Γύφτισσα ουδέν ενόει εκ της αγανακτήσεως, ην εξέφραζεν η στάσις αύτη. Τον εθεώρει μετ' εκπλήξεως και δεν εύρισκε λέξιν να είπη.
Ο Μάχτος εξήλθεν εκ της καλύβης, καταλιπών αυτήν άναυδον.