Η Γυφτοπούλα · Alexandros Papadiamantes

Chapter 10: Κεφάλαιο 10

Αι οδοιπορίαι.

Την επιούσαν ο ξένος δεν ήλθεν εις την καλύβην. Ο δε Πρωτόγυφτος ήτο όλην την ημέραν σκυθρωπός.

Ψυχρότης επήλθεν, ως φαίνεται, μεταξύ των δύο ηγαπημένων φίλων, μετά την τελευταίαν συνδιάλεξιν. Αλλ' ο ξένος δεν εμνησικάκει ευκόλως, και δεν έμελλε να είνε απών επί πολύν χρόνον. Την μεθεπομένην, άμα τη ανατολή του ηλίου, ο ξένος ηυχήθη την καλήν ημέραν εις τον Πρωτόγυφτον. Ούτος δε τον υπεδέχθη μετά φαιδρότητος.

— Και πώς δεν σε είδαμε ψες, τω είπε· τι έγεινες; Μας εκάκιωσες;

Το σημείον τούτο της ευπροσηγορίας ήρεσεν εις τον ξένον, και προσεπάθησε να κρύψη την χαράν του. Πριν ή απαντήση εις την ερώτησιν του Γύφτου, απήντησεν εις εαυτόν.

— Θα τον καταφέρω, είπεν ενδομύχως, βαθύτατα, εις τον πυθμένα της
συνειδήσεώς του.

Ακολούθως απήντησε μεγαλοφώνως·

— Εψές δεν ήμουν εδώ.

— Και πού ήσουνα; ηρώτησεν ο γέρος.

— Υπήγα μ' ένα φίλον μου.

— Πού;

— Εις το ψάρευμα.

— Α, είσαι και ψαράς;

— Όχι, δι' ευχαρίστησιν μόνον.

Ο Βούγκος, όστις ήτο εις άκρον απονήρευτος, εκύτταξε κατά πρόσωπον εις τον ξένον. Ούτος παρετήρησε το βλέμμα αυτού.

— Τι είνε, Βούγκο; τω είπε· τι με κυττάζεις;

— Τίποτε, απήντησεν ο Βούγκος, βαρυνόμενος τους πολλούς λόγους,
και μη θέλων να δυσαρεστήση τον ξένον.

Εν τούτοις ο Βούγκος εγίνωσκε μετά βεβαιότητος ότι εψεύδετο ο ξένος. Λίαν πρωί της προτεραίας, απομακρυνθείς εκ του χαλκείου ο Βούγκος, είχεν ιδεί τυχαίως αυτόν επί ημιόνου καθήμενον και βαδίζοντα προς τα μεσόγεια. Ο Βούγκος δεν είπε περί τούτου λέξιν εις ουδένα, διότι εβαρύνετο να ομιλή. Αλλ' όμως με όλην την ευθύτητα της καρδίας του, έλεγε, τώρα καθ' εαυτόν, ότι δεν υπήρχον δύο απαράλλακτοι άνθρωποι, αποτελούντες έν και το αυτό πρόσωπον, ουδέ είχεν ο φίλος ούτος την παράδοξον δύναμιν του να διαιρήται διχή, και ο μεν ήμισυς αυτού να οχήται επί ημιόνου και να οδοιπορή κατά γην, ο δ' έτερος ήμισυς να επιβαίνη επί λέμβου και ν' απέρχηται εις αλιείαν κατά θάλασσαν. Τούτο ο Βούγκος το ενόμιζεν αδύνατον. Αλλ' όμως εσίγησε.

Μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο Λάκων (διότι ο ανήρ εκείνος ήτο γηγενής, ωνομάσαμεν δε αυτόν ξένον ελλείψει άλλου ονόματος) και ο Πρωτόγυφτος, δεν ήσαν πλέον εν τω χαλκείω. Είχον απέλθει εις εκδρομήν. Ουδείς μάρτυς αυτήκοος υπήρχεν, ίνα μαρτυρήση τι είχε συμβή μεταξύ των δύο. Εικάζεται όμως ότι ο Λάκων εύρε τα ισχυρότατα των επιχειρημάτων αυτού, όπως πείση τον γέροντα σιδηρουργόν ν' απέλθωσιν εις επίσκεψιν παρά τω Μάγω. Διότι, ως φαίνεται, ο Πρωτόγυφτος εκ στιγμιαίας ιδιοτροπίας ή σκαιότητος έφερε κατ' αρχάς δυσκολίας, αλλ' όμως το δέλεαρ το προσειόμενον αυτώ υπό του ξένου ήτο ελκυστικόν. Ο Λάκων εφρόντισε να εξάρη δι' όλης της στωμυλίας αυτού το μέγα εκείνο και μοναδικόν προτέρημα του &Άρχοντος&, όπερ τοσούτον εξετίμα ο Γύφτος, ήτοι την ελευθεριότητα.

Και επειδή ο Πρωτόγυφτος ηγάπα τους ελευθερίους, όσον εμίσει τους φιλαργύρους (όσον ώφειλον να μισώσιν αι δεισειδείς το κάτοπτρον, αν ήτο δυνατόν να πεισθώσι περί του πραγματικού της δυσμορφίας των), διά τούτο δεν είχε λόγον όπως αποστρέφηται τον άνδρα εκείνον, αφού μάλιστα δεν τον είχεν ακόμη γνωρίσει. Λοιπόν απήλθον ομού εις την επίσκεψιν ταύτην. Εν τω χαλκείω ηγνοείτο πού είχε μεταβή ο Πρωτόγυφτος. Λέγομεν ηγνοείτο, καθ' όσον δεν είχεν αναγγείλει πού υπάγει. Αλλ' όμως υπήρχε τις όστις δεν είχεν ανάγκην της αγγελίας ταύτης, όπως γινώσκη πού απήλθεν ο γέρων, και ούτος ήτο ο Μάχτος. Και ότι μεν ο Μάχτος εγίνωσκε το πράγμα, τούτο είνε σαφές. Αλλ' ίσως ώφειλε να το γνωστοποιήση και προς άλλον τινά, και τούτο τον εβασάνιζεν. Ο νέος εν τη συνειδήσει του ουδένα λόγον αναβολής εύρισκεν, όπως μη ανακοινώση και σήμερον προς την Αϊμάν τους φόβους, ους έτρεφεν από τοσούτου χρόνου. Αλλ' οπόσον επεθύμει να ήτο εύλογος η τοιαύτη αναβολή!

Η απουσία του πατρός του διήρκεσεν επί δύο ημέρας. Ο Μάχτος ήτο εις τα βασανιστήρια, άνευ ουδεμιάς υπερβολής. Διότι ποία άλλη βάσανος ηδύνατο να υπάρχη διά τον νέον μείζων της ηθικής βασάνου; Αλλ' όμως εν κεφαλαίω απεφάσισεν ο Μάχτος να είπη ό,τι ώφειλεν εις την νέαν κόρην. Εταλαιπωρείτο μόνον να εύρη τον τρόπον καθ' ον έμελλε να προβή. Εσχεδίαζε λέξεις και φράσεις, κατεσκεύαζε διαλόγους, προέβλεπεν ερωτήσεις, έπλαττε λύσεις αποριών. Τα πάντα εις μάτην. Αν επρόκειτο τουλάχιστον περί επιστολής (αλλ' εγίνωσκε γράμματα ο Μάχτος;) ηδύνατο να σχίση εκατοντάκις τον χάρτην μέχρις ου κατασκευάση το προοίμιον, και ούτω θα εύρισκεν άψυχόν τι πράγμα καθ' ου να εκχύση την οργήν του. Αλλά προκειμένου περί στοματικού διαλόγου, ποίον θετικόν σχέδιον ηδύνατο να καταστρώση ο Μάχτος, και επί τίνος πράγματος ν' ακονήση τον ζήλον του; Το προχειρότερον καταφύγιον, όπερ εύρισκεν, ήτο να κτυπά συχνάκις την κεφαλήν του με την πυγμήν, και ίσως δεν έπραττε κακώς, ουδ' ησθάνετο πόνον τινά εκ τούτου. Άλλως το μαρτύριόν του ήτο άληκτον. Απεμακρύνετο της καλύβης, και εκεί εμονολόγει, φανταζόμενος ότι ομιλεί προς την Αϊμάν περί του προκειμένου. Εκεί τουλάχιστον δεν ηδύναντο να τον ακούωσι. Μετά διημέρους αγώνας δεν είχε κατορθώσει ουδέ να ορίση την πρώτην λέξιν, ην έμελλε ν' απευθύνη προς την νέαν. Έλεγε, φέρ' ειπείν·

— Πώς ν' αρχίσω; Αϊμά, θέλω να σου πω. Όχι, &Αϊμά&, δεν πάγει. Θα
της φανή χωριάτικο. Αδελφή μου, θέλω να σου μιλήσω. Όχι, &αδελφή μου&, δεν έρχεται καλά. Διότι δεν το συνείθιζα απ' αρχής. Και μήπως τάχα δεν είνε αδελφή μου; είνε ψεύματα; Δεν ανετράφημεν τάχα μαζύ; Εγώ θυμούμαι την ημέραν που μας την έφεραν εις το σπίτι μας, και την επήραν διά παιδί τους οι γονείς μου, ήτο μικρά, πολύ μικρά. Αυτή δεν θα το θυμάται. Εγώ ήμουν μεγάλος, θα είμαι ως τρία τέσσερα χρόνια μεγαλήτερος απ' αυτήν. Αυτή θα με νομίζη αδελφόν της, και έχει δίκαιον. Αδελφός της είμαι. Λοιπόν τι έλεγα; Ειμπορώ καλά να την ονομάσω αδελφήν. Αδελφή μου, ήθελα κάτι να σου πω. Πολύ καλά. Αδελφή μου μόνον, χωρίς το όνομα; Αδελφή μου Αϊμά, είνε καλλίτερα. Αδελφή μου Αϊμά, θέλω να σου μιλήσω. Αδελφή μου Αϊμά, ή Αϊμά αδελφή μου; ποίον είνε καλλίτερον από τα δύο; Κ' εγώ δεν ειξεύρω. Δεν είνε το ίδιον; Βέβαια το ίδιον θα είνε. Αλλά διατί μου φαίνεται πως είνε άλλο πράγμα; Ας ιδούμεν καλά, τι διαφοράν έχουν. Κάποια διαφορά πρέπει να είνε, διότι άλλο φαίνεται το ένα, και άλλο το δεύτερον. Αδελφή μου Αϊμά, τι θα πη; Θα πη ότι συ η αδελφή μου λέγεσαι Αϊμά. Αυτό δεν θα πη τάχα; Βέβαια αυτό. Και Αϊμά αδελφή μου τι θα πη; Θα πη ότι συ η Αϊμά είσαι αδελφή μου. Χωρίς άλλο αυτό θα πη. Και διά τούτο μου φαίνεται καλλίτερον. Διότι το άλλο, σένα, αδελφή μου, σε λέγουν Αϊμά, είνε ανόητον. Το ξεύρω θα μου πη κ' εκείνη, το ξεύρω πως με λέγουν Αϊμά, δεν έχω ανάγκη να μου το πης. Τότε τι θα της πω; Όσο και να σπάσω το κεφάλι μου, δεν θα ευρώ λέξιν να της αποκριθώ. Και τότε θα φανή η ανοησία μου, θα κοκκινίσω, θα τα χάσω, θα κοντεύση ο ανασασμός μου, η φωνή μου θα πιασθή, και θα φανώ ανόητος. Κρίμα σ' εμένα! Καλλίτερον, χίλια μερτικά ή καλλίτερον, είνε να την πω, Αϊμά αδελφή μου! Αλλά σαν μου πη έξαφνα, εσύ δεν συνειθίζεις να με λες, Αϊμά αδελφή σου. Τόσον καιρόν μ' έκραζες Αϊμά, και τώρα με λέγεις αδελφήν σου; Τώρα λοιπόν έμαθες πως είμεθα αδελφοί, διά πρώτην φοράν; Κεγώ, οπού επίστευα απ' αρχής πως είμεθα αδελφοί, ήμουν απατημένη; Πρέπει να είνε ψεύματα, διότι μου το λέγεις τώρα διά πρώτην φοράν. Τότε τι να της πω; Τότε θα της πω ότι τώρα σε αγαπώ... (ενταύθα η φωνή του Μάχτου ελάμβανε παράδοξον ήχον, όμοιον με στόνον ηδυπαθείας) πλειότερον παρά άλλην φοράν, και διά τούτο σε ονομάζω Αϊμά αδελφή μου. Ειμπορώ ποτε να το πω αυτό, αφού μόλις το είπα τώρα, και το μέτωπόν μου καίει έξαφνα; πόσον καίει! (ο Μάχτος έφερε την χείρα εις το μέτωπον). Ειμπορώ να το πω ενώπιόν της; Αν θυμώση; Αν λυπηθή; Αν αγριεύση; Η Αϊμά να αγριεύση; Η Αϊμά να θυμώση; Δεν ειμπορεί να θυμώση, αλλ' ειμπορεί να λυπηθή. Και τότε πώς θα την ικανοποιήσω; Είνε ποτε δυνατόν; Και την ζωήν μου όλην να θυσιάσω, και το αίμα μου να χύσω, δεν ειμπορώ να πληρώσω έν δάκρυ της. Αλλά τι λέγω; Δεν θα κάμω τίποτε. Είμαι εις απελπισίαν. (Μετά τινων στιγμών παύσιν, καθ' ην ο Μάχτος εστέναζε τοιούτους βαθείς στεναγμούς, οίους αι λόχμαι και αι φάραγγες μόνον ηδύναντο ν' αντηχήσωσιν, επανελάμβανεν): Ω, θάρρος. Δεν είνε τόσον μεγάλη απελπισία. Εδώ χρειάζεται ενέργεια. Αυτός ο άνθρωπος έχει κακόν σκοπόν διά την Αϊμάν. Εγώ πρέπει να την σώσω. Και ποίαν σωτηρίαν ειμπορώ να της κάμω, αφού δεν ειξεύρω τίποτε; Δεν πειράζει, θα μάθω. Τώρα, πρέπει ν' αρχίσω να ενεργώ. Ανάγκη να της είπω όσα ειξεύρω, και να μη τα κρύπτω. Τούτο είνε χρέος μου. Λοιπόν θα την φωνάξω εις τον κήπον... όχι, δεν πρέπει, αυτό είνε βάρβαρον. Δεν θα την κράξω εγώ να έλθη εις τον κήπον, θα φυλάξω την ώραν όπου θα ευρίσκεται εκεί. Αυτό είνε το μόνον σωστόν. Το άλλο δεν ταιριάζει. Πόσον ανόητος είμαι, συλλογίζομαι τώρα δύο ημέραις πώς ν' αρχίσω την ομιλίαν, με ποίας λέξεις, και το κυριώτερον είνε εις ποίον μέρος να την ευρώ, διά να της κάμω την ομιλίαν. Εις τον κήπον, όταν θα είνε εκεί μέσα. Ναι, αυτό είνε σωστόν. Αλλ' εις τον κήπον, την ώραν που θα ποτίζη τα λουλούδια της, να υπάγω κ' εγώ να της κάμω ενόχλησιν; Είνε τούτο πρέπον; Θα δυσαρεστηθή. Αλλά δεν θα υπάγω την ώραν όπου έχει εργασίαν, θα υπάγω εις άλλην ώραν. Αλλ' όμως η Αϊμά σχεδόν όλας τας ώρας έχει εργασίαν, δεν κάθηταί ποτε αργή. Ας είνε. Θα της ειπώ πρωτήτερα, τι ώρα θα είνε εις τον κήπον, χωρίς να κάμνη εργασίαν, διά να υπάγω να της ομιλήσω. Και τότε πώς θα της φανή; Θα την ξιππάσω άδικα. Θα λέγη, τι να με θέλη ο Μάχτος, τι έχει να μου πη; Διατί να της προξενήσω αυτήν την ανησυχίαν; Δεν είνε καλλίτερον να εμπώ εις τον κήπον, να την χαιρετίσω και να της πω· Αδελφή μου Αϊμά, συμπάθησέ με, παύσε μίαν στιγμήν την εργασίαν σου, έχω να σου πω κάτι; Να παύση την εργασίαν της; Και πώς ειμπορώ εγώ να της πω να παύση την εργασίαν της, ποίον δικαίωμα έχω; Δεν θα της φανή βάρβαρον αυτό; Δικαίως θα κακιώση, και θα με νομίση χωριάτην, θα ειπή μέσα της, ο Μάχτος δεν ξεύρει πώς να φέρεται, κρίμα! Και είνε αδελφός μου. Ύστερα εγώ τι θα πω; Βλέπω ότι του κάκου σπάνω το κεφάλι μου. Όσο συλλογίζομαι, τόσο χειρότερο το βρίσκω. Κύτταξε πόσον είμαι πίσω από τον άλλον κόσμο! Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Να είξευρα πως δεν ειμπορούσα να βγάλω μίαν ιδέαν, δεν θα έκαμνα τόσον κόπον να συλλογίζωμαι, και να χτυπώ το κεφάλι μου τόσαις ώραις. Τι να γένη, το κεφάλι δεν αλλάζει. Τώρα πρέπει να πάρω μίαν απόφασιν. Διότι άλλως δεν ειμπορεί να γένη. Και αφού δεν ειμπορώ τόσον καιρόν να αποφασίσω τι θα της πω, το καλλίτερον είνε να μη συλλογίζωμαι τίποτε. Ας το αφήσω εις την τύχην. Ό,τι μου κατεβή εκείνην την ώραν, εκείνο θα της πω.

Ο Μάχτος, λαβών τέλος την ανωτέρω απόφασιν, ηρκέσθη εις τούτο και μόνον, δεν ηυτύχησε δε και να την εκτελέση. Την αυτήν εσπέραν ο Πρωτόγυφτος και ο συνοδοιπόρος του επανήλθον εκ της εκδρομής των.

Η Γύφτισσα ετόλμησε να ερωτήση τον σύζυγόν της πού είχε μεταβή και διατί δεν ανήγγειλε προς αυτήν ουδέν περί της απουσίας του.

Ο Πρωτόγυφτος ήρπασε την πρώτην πυράγραν, ην εύρε προχειροτέραν, και τη κατέφερε πληγάς. Ο Βούγκος σπεύσας εκράτησε την χείρα του πατρός του.

— Διατί την δέρνεις, πατέρα; είπε.

— Άφησε, Βούγκο, να βάλη γνώσι η παληόστριγλα. Χμου! Γρου!...

— Δεν την λυπάσαι, πατέρα;

— Μίαν οργυιά γλώσσα μου πετά έξω από το στόμα η πανούκλα. Γρου!
Κμρου!...

— Πατέρα, δεν σου είπε τίποτε· σε ηρώτησε πού επήγες, είπεν ο
Βούγκος. Πειράζει αυτό;

— Αυτή η λώβα θα μ' ερωτήση πού πήγα; Είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και ποίος θέλεις να σ' ερωτήση;

— Δεν είνε δουλειά της ν' ανακατόνεται. Γρου!

— Έφυγες χωρίς να μας πης τίποτε, πατέρα, είπεν ο Βούγκος.

— Έπρεπε να πάρω θέλημα από σας; είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Δεν ειξεύραμεν πού ευρίσκεσαι.

— Ήτον ανάγκη να ξεύρετε; Εγώ πήγα εις την δουλειά μου.

Και ουδείς πλέον ετόλμησε να είπη λέξιν. Η δευτέρα απουσία του Γύφτου διήρκεσεν άλλαις τρεις ημέραις. Και πάλιν ο Μάχτος, παρά πάσας τας υπονοίας του δεν εθάρρησε να είπη τι εις την Αϊμάν. Δικαιολογών δ' ενδομύχως την ατολμίαν του προσεπάθει διά της βίας να πείση εαυτόν, ότι πας φόβος ήτο μάταιος, και αδίκως είχε βασανισθή.

Ότε επέστρεψεν εκ της δευτέρας εκδρομής ο Πρωτόγυφτος είχε μεταβεβλημένον το ήθος. Είδος τι υπερηφανείας αήθους έλαμπεν εις την όψιν του, και παρείχεν έκφρασιν εις τους τραχείς αυτού χαρακτήρας. Η ταλαίπωρος Γύφτισσα δεν ετόλμησε να τω απευθύνη ερώτησίν τινα. Εν τούτοις ο Βούγκος εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Λάκωνα και τω είπε·

— Θα σ' ερωτήσω ένα πράγμα.

— Λέγε.

— Ειξεύρεις ότι εγώ είμαι πονηρότερος από όσον φαίνομαι!

— Και τι με τούτο;

— Πολλαίς φοραίς καταλαβαίνω πολλά, αλλά δεν λέγω τίποτε.

— Έτσι έ;

— Την άλλην φοράν, όταν είχες λείψει διά μίαν ημέραν από εδώ, το
ενθυμείσαι;

— Το ενθυμούμαι.

— Σε ηρώτησεν ο πατέρας μου, και είπες ότι είχες πάγει διά
ψάρευμα.

— Ναι.

— Εγώ όμως σε είχα ιδεί που υπήγες, εις την ξηράν και όχι εις την
θάλασσαν.

— Λέγεις;

— Και δεν ηθέλησα να πω τίποτε, διότι δεν μ' έμελε και τόσον.

— Ας είνε.

— Κατάλαβα όμως ότι δεν λέγεις όλαις ταις φοραίς την αλήθειαν.

— Και αυτό γίνεται.

— Τώρα θα σ' ερωτήσω κάτι άλλο.

— Λέγε.

— Πού υπήγατε δύο φοραίς με τον πατέρα μου;

Ο Λάκων εδίστασεν επί στιγμήν και είτα είπε·

— Δεν έλεγες τώρα ότι εγώ δεν λέγω πάντοτε την αλήθειαν;

— Ναι.

— Λοιπόν τότε τι μ' ερωτάς, αφού δεν ξεύρεις αν θα πω αλήθειαν;

— Σωστά.

— Και αν πρέπει να με πιστεύσης ή όχι;

— Βέβαια.

— Ώστε, αφού απ' αρχής με βγάζεις ψεύστην, τότε τι ειμπορώ να σου
πω;

— Έχεις δίκαιον.

— Όμως εγώ θα σου πω, και αν θέλης, πίστευσε.

— Θα πιστεύσω.

— Με τον πατέρα σου πηγαίνομεν εις το χωριό το δικό μου.

— Και πού είνε αυτό;

— Τέσσαραις πέντε ώραις μακρυά απ' εδώ.

— Και τι κάμνετε εκεί;

— Αυτό κ' εγώ δεν το ξεύρω καλά καλά.

— Δεν το ξεύρεις;

— Βέβαια.

— Πώς γίνεται;

— Γίνεται.

— Τι θα πη;

— Για την ώρα, δεν ξεύρω τι κάμνομεν. Εις το μέλλον όμως ίσως θα
κάμωμεν τίποτε.

— Τι πράγμα;

— Πάντοτε καλόν, και μην έχης κακήν ιδέαν, Βούγκο.

— Πώς θα με κάμης να πιστεύσω;

— Δεν ειμπορώ. Αφού πρώτα πρώτα με είπες ψεύστην.

Ο Βούγκος συνέστειλε τα χείλη, έσεισε την κεφαλήν και δεν εύρεν άλλην λέξιν να είπη. Άπορον δ' εφαίνετο και εις αυτόν ότι κατώρθωσεν ήδη να είπη τόσας, όπερ δεν ενθυμείτο αν συνέβη άλλοτε.

Η τρίτη απουσία του Γύφτου παρετάθη επί μίαν εβδομάδα.