Η ικέτις.
Μίλιά τινα μακράν της Μονεμβασίας, έκειτο παρά τον αιγιαλόν, κατά τον ΙΕ' αιώνα, συνοικία τις αλιέων καλουμένη κοινώς Στάμπα. Ο όρμος ήτο αρκούντως ευρύς και πλήρης λέμβων και ακατίων, υπήρχον λίθιναι αποβάθραι, εργαστήριά τινα, και έν πλινθοποιείον. Παρά την αντίθετον άκραν της παραλίας έκειτο πύργος, όστις δυνατόν να κατωκείτο πάλαι ποτέ, αλλά κατά τον ειρημένον χρόνον ήτο έρημος.
Νύκτα τινά του Απριλίου του έτους 1453, καθ' ην ώραν οι αλιείς ητοίμαζον τους πυρσούς διά τας νυκτερινάς οψοθηρίας, αι δε γυναίκες των απεκοιμίζον τα βρέφη επί των γονάτων αυτών, συρίζουσαι το σύνηθες νανούρισμα και ημικλείστους έχουσαι υπό νυσταγμού τους οφθαλμούς, παράπηγμά τι ήτο ανοικτόν εις την άκραν της συνοικίας. Ο μπάρμπα Κατούνας ο οινοπώλης δεν ήτο δύσκολος άνθρωπος, και εδέχετο πάσης τάξεως πελάτας εις το καπηλείον του, ήρκει να ήσαν οινοπόται. Κατά την παρούσαν στιγμήν δύο μόνον θαμώνες υπήρχον εν τω παραπήγματι και έπινον καθήμενοι παρά τράπεζαν. Ο Κατούνας όρθιος, με την ποδιάν κρεμαμένην εκ της οσφύος, περιέμενε, πριν ή αποκοιμηθή, να κενώσωσι τα ποτήρια οι δύο πόται, ίνα παραγγείλωσι και άλλον οίνον.
Οι δύο ούτοι ηλιοκαείς άνθρωποι συνδιελέγοντο σιγά, ενώ έπινον. Ο Κατούνας ουδέ λέξιν ήκουεν. Εις μάτην έτεινε τα ώτα. Είνε αληθές ότι οι δύο ομιληταί δεν επεθύμουν προφανώς νακουσθώσι. Δεν ήσαν εξ εκείνων οίτινες ενεργούσι τα πράγματα προς επίδειξιν.
— Λοιπόν, έλεγεν ο είς, πώς το ειξεύρεις;
— Έχω πληροφορίας, σοι λέγω, απήντα ο έτερος.
— Πόθεν σου ήλθαν; ηρώτα ο πρώτος, όστις εφημίζετο ως επιτήδειος
κλέπτης, ήτο δε διάσημος εις τα πέριξ. Ωνομάζετο Σκούντας, επεκαλείτο δε κοινώς &Περίδρομος&.
— Μου ήλθαν από την Ρώμην, απήντα ο δεύτερος, Τρανταχτής ονόματι.
Ούτος είχε δύο επαγγέλματα. Με τους τιμίους ήτο τίμιος, και με τον Σκούνταν ομότεχνός του.
— Και έχεις εσύ σχέσεις εις την Ρώμην, διαβόλου Τρανταχτή;
— Δεν το ειξεύρεις; απήντησεν ο Τρανταχτής ιλλωπίζων τους
οφθαλμούς.
Και ποίος είνε ο ανταποκριτής σου;
— Ο Πάπας, είπεν απαθώς ο Τρανταχτής.
Ο Σκούντας έβαλε πλατύν γέλωτα.
— Διατί γελάς;
— Διότι μ' εμπαίζεις, είπεν ο Σκούντας.
Την στιγμήν ταύτην ο Κατούνας, ιδών την φαιδρότητα του Σκούντα έλαβε θάρρος και επλησίασε δύο βήματα. Αλλ' ο Περίδρομος συνέστειλε τας οφρύς.
— Τι θέλεις, Κατούνα; είπεν οργίλως.
— Ενόμισα ότι είχετε σώσει το κρασί, εμορμύρισεν ο Κατούνας.
— Φέρε μίαν φιάλην, ανόητε, διά να μην ευρίσκης πρόφασιν να
έρχεσαι κάθε λίγο.
Ο Κατούνας έσπευσε να υπακούση.
— Και πώς συμβαίνει ώστε ο Πάπας να είνε ανταποκριτής σου;
επανέλαβεν ο Σκούντας.
— Όπως συμβαίνουν όλα τα πράγματα, απήντησεν ο Τρανταχτής.
— Εξήγησέ μου λοιπόν πώς συμβαίνουν τότε, διότι εγώ δεν το
ειξεύρω.
— Διά να συμβή κάτι, είπεν ο Τρανταχτής, εγώ ωμίλησα με
σπουδαίους ανθρώπους και το έμαθα αυτό, απαιτούνται δύο τινά· θέλησις και δύναμις.
— Λοιπόν;
— Λοιπόν, την θέλησιν την έχουν όλοι, την δύναμιν όμως ολίγοι.
— Και έπειτα;
— Και διά τούτο βλέπομεν ότι ολίγοι επιτυγχάνουν εις αυτόν τον
κόσμον.
— Και είσαι συ εκ των ολίγων;
— Εννοείται, αφού έχω τόσα μέσα.
— Και τι μέσα έχεις;
— Όσα θέλω.
Ο Σκούντας έλαβε το ποτήριόν του και το συνέκρουσε με το του συμπότου. Εξεκένωσε δε ο Σκούντας τον οίνον απνευστί. Ο Τρανταχτής μόνον ολίγον έπιεν.
— Ας αφήσωμεν τους αστεϊσμούς, επανέλαβεν ο Σκούντας.
— Δεν είνε αστεϊσμοί, είπεν ο Τρανταχτής.
— Ομιλείς σπουδαία;
— Βέβαια.
— Λέγε λοιπόν καθαρά τότε.
— Καθαρά όπως αυτό το ποτήρι.
— Έμαθες αληθώς ότι θα έλθη;
— Ναι.
— Από πού λοιπόν το έμαθες;
— Σοι είπα, από τον Πάπαν.
Ο Σκούντας εμόρφασεν ανυπομόνως.
— Αλλά δεν είνε παράξενον, μοι φαίνεται, επανέλαβεν ο Τρανταχτής,
να το έμαθα από τον Πάπαν, αφού αυτός, διά τον οποίον ομιλούμεν, είνε καρδινάλιος.
— Το ειξεύρω.
— Και από τον καρδινάλιον έως τον Πάπαν δεν είνε, μοι φαίνεται,
μεγάλη απόστασις.
— Δεν ειξεύρω.
— Αλλ' ας είνε, εγώ σοι λέγω ότι το έμαθα από τον θαλαμηπόλον
του.
— Και τον γνωρίζεις;
— Είνε φίλος μου.
— Τι διάβολο! όλους τους έχεις φίλους; είπεν ο Σκούντας.
— Και διά να πεισθής, ιδού.
Ο Τρανταχτής ήνοιξε το περιστήθιόν του και εξήγαγε φάκελλον εκ του κόλπου. Έσυρε δε ένδοθεν του φακέλλου χαρτίον και το έδωκεν εις τον Σκούνταν.
— Ιδού, διάβασε, είπεν.
Ο Σκούντας ανέγνω την εξής επιστολήν:
«Αγαπητέ μοι εν Χω αδελφέ. Πολύ ταχέως ελπίζω να ενταμωθώμεν, Θεού θέλοντος, και με την ευχήν του Αγίου ημών Πατρός. Ο κύριός μου σκοπεύει μετά ένα μήνα να έλθη εις την Ανατολήν. Μοι φαίνεται ότι η αποστολή του έχει εκκλησιαστικόν και πολιτικόν σκοπόν, αλλά πλειότερα δεν ανεκάλυψα. Ό,τι άλλο μάθω, θα σε πληροφορήσω. Θα μεταβή δε, πιστεύω, εις Κωνσταντινούπολη, αλλά θα περάσωμεν και από τα χώματά σας, διότι έχει σκοπόν να επισκεφθή τον παλαιόν διδάσκαλόν του. Αν ως είνε βέβαιον εκτελέση την επίσκεψιν ταύτην, θα αποβιβασθώμεν χωρίς άλλο εις την παραλίαν της Μονεμβασίας. Επιθυμώ ο πρώτος άνθρωπος, τον οποίον θα ενταμώσω, να είσαι συ, διότι το νομίζω ως καλόν οιωνόν. Άσπασαί μοι την Πογγίαν, την Βεάτην και την Πίαν, τας αγαπητάς μοι εν Χω αδελφάς. Να τας συμβουλεύης να μη δοθώσιν εις την άσκησιν και εις την σκληραγωγίαν, διότι τούτο θα τας κάμη να φαίνωνται ως γραίαι, και θ' αποβάλωσι το κόσμημα του κάλλους, το οποίον είνε έν εκ των επτά αγίων χαρισμάτων. Όλος ασπασίως εις σε, μένω. Ο φίλος, Άγγελος Δερμίνιος, μοναχός εκ του τάγματος του Αγ. Βενεδίκτου. Είθε η ευχή του Αγίου Πατρός να είνε μεθ' ημών. Αμήν».
Αφού ανέγνω ο Σκούντας την ανωτέρω επιστολήν, την απέδωκεν εις τον Τρανταχτήν, όστις εμειδία πονηρώς.
— Τώρα ναι, σε πιστεύω. Διότι, δεν γίνεται να είνε πλαστόν αυτό
το γράμμα, τι διάβολο!
— Δεν πιστεύω να με κάμης και πλαστογράφον, είπεν ο Τρανταχτής,
υποκρινόμενος ότι δυσαρεστείται.
— Και ποίαι είνε αυταί, οπού λέγει;
— Ποίαι;
— Η Μπογγία, η Πεάτη και η Βία...
— Η Πογγία, η Βεάτη και η Πία;
— Ναι.
— Είνε μοναχαί.
— Εις ποιον μέρος;
— Δεν ειξεύρεις ότι έχω σχέσεις εις έν γυναικείον μοναστήριον;
— Νομίζω να ήκουσα.
— Είνε το μοναστήριον της Αγίας Ελισάβετ. Απέχει τρεις ώρας απ'
εδώ.
— Το ειξεύρω.
— Εκεί έχω πολλάς σχέσεις.
— Τίνος είδους;
— Καλάς.
— Καλάς, το ειξεύρω, αλλά....
— Αγνάς εννοείται.
— Τόσον το καλλίτερον, είπεν ο Σκούντας στενάζων.
Παραδόξως δ' εσκυθρώπασε, και δεν επέμεινε περιπλέον εις το θέμα τούτο του λόγου.
— Ας έλθωμεν εις το προκείμενον, είπεν.
— Ας έλθωμεν.
— Έως πότε λέγεις να φθάση εδώ;
— Ποίος;
— Ο Καρδινάλιος, αυτός, πώς τον λέγουν.
— Δυστυχώς αυτός ο Δερμίνιος, ο υποκριτής, ελησμόνησε να βάλη την
χρονολογίαν εις την επιστολήν.
— Όστε δεν ειξεύρεις;
— Την έλαβα προ οκτώ ημερών. Η επιστολή λέγει ότι μετά ένα μήνα
θα γείνη το ταξείδιον.
— Λοιπόν;
— Αν υπολογίσωμεν και τρεις εβδομάδας επάνω κάτω ίσως να φθάση
εις χείρας μου η επιστολή . . .
— Ως τόσον, πιστεύω.
— Ο καρδινάλιος τότε είνε εις τον δρόμον.
— Βέβαια.
— Λοιπόν;.....
Ο Τρανταχτής εκύτταξεν ατενώς κατά πρόσωπον τον Σκούνταν. Ούτος δε κατέστη σύννους και σκεπτικός επί τινας στιγμάς. Είτα εκένωσε και άλλο ποτήριον και απέμαξε τον μύστακα.
— Δεν έχω κανέν σχέδιον, είπεν. Αλλά θα σκεφθώ και σοι λέγω.
Ο Τρανταχτής προσήλθεν εγγύτερον προς τον Σκούνταν και εσφίγχθη παρ' αυτόν. Εταπείνωσε πολύ την φωνήν και τω είπεν·
— Ο καρδινάλιος είνε αδύνατον να μη φέρη μαζύ του πολλά χρήματα.
— Το ειξεύρω. Αλλά θα τα φέρη επάνω του; Αδύνατον.
— Όχι. Αλλ' ένα πράγμα δεν μοι λέγει η επιστολή.
— Το ποίον;
— Αν θα έχη ιδιαίτερον πλοίον.
— Τω όντι.
— Αλλ' εγώ πιστεύω ότι, αν αληθεύη αυτό οπού λέγει αυτός ο
υποκριτής, ο Δερμίνιος...
— Τι λέγει;
— Λέγει ότι έρχεται διά πολιτικήν αποστολήν.
— Ναι.
— Λοιπόν αφού έρχεται διά πολιτικήν αποστολήν...
— Έπειτα;
— Θα ειπή ότι τον στέλλει ο Πάπας.
— Ίσως.
— Και αφού τον στέλλη ο Πάπας....
— Ε;
— Τούτο σημαίνει ότι θα του δώση πλοίον.
— Πιθανόν.
— Και αφού θα έχη πλοίον...
— Λοιπόν;
— Θα ειπή ότι τα χρήματα θα τα έχη εις το πλοίον μέσα.
Ο Σκούντας εσκυθρώπασεν αύθις.
— Είνε δύσκολον, είπε.
— Το ειξεύρω.
— Ειμπορούμεν ημείς να;
— Τι να;
— Να ληστεύσωμεν το πλοίον, είπεν ο Σκούντας.
— Πιθανόν να μη λάβωμεν ανάγκην να το ληστεύσωμεν.
— Αλλά τι;
— Να το γδύσωμεν μόνον.
— Δεν είνε το ίδιον; είπε μειδιάσας ο Σκούντας.
— Κατά τας περιστάσεις.
— Διατί;
— Υπόθεσε ότι δεν είμεθα ικανοί δι' έφοδον.
— Υποθέτω.
— Ούτε διά καύσιμον.
— Ούτε.
— Ούτε διά βούλιαγμα.
— Ούτε.
— Τότε δεν βλέπεις έν άλλο μέσον;
— Ποίον;
— Ο Δερμίνιος αυτός είνε φίλος μου.
— Το ειξεύρω.
— Εμβαίνει ολίγον εις τα έντιμα μέσα.
— Ίσως.
— Είνε ψευδευλαβής, υποκριτής, ασυνείδητος Φαρισαίος
— Πιστεύω.
— Αν συνεννοηθώμεν μ' αυτόν...
— Ε;
— Τότε αυτός θα μας εύρη το μέσον.
— Άμποτε.
— Ή θα το εύρωμεν ημείς.
Ο Σκούντας έσεισε τους ώμους. Παρετήρησεν ότι η φιάλη είχε κενωθή. Έκρουσεν αυτήν επί της σανίδος της τραπέζης. Ο κρότος εξύπνισε τον Κατούναν, όστις μόνον με τους οφθαλμούς εκοιμάτο, με τα ώτα όμως ηγρύπνει.
— Τι αγαπάτε; ηρώτησε.
— Κρασί.
Ο Κατούνας έλαβε την φιάλην και επορεύθη προς το βαρέλιον.
— Θα ίδωμεν, απήντησεν ο Σκούντας προς τον σύντροφόν του. Σαν
δύσκολα βλέπω τα πράγματα, αλλά ο Θεός βοηθός.
Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο Σκούντας τον λόγον και παράδοξος κρότος ηκούσθη έξωθεν. Βήματα δρομαία αντήχησαν, πνοή δε και κραυγή διακεκομμένη έπληξε τα ώτα των δύο συμποτών.
— Τι τρέχει; είπεν ο Σκούντας.
Ο Τρανταχτής δεν ωμίλησεν· έμεινε με το στόμα κεχηνός, βλέπων προς την θύραν του παραπήγματος, ο δε Κατούνας, όστις είχεν ανοίξει την στιγμήν εκείνην τον κρουνόν του βαρελίου, έχυσεν αρκετόν ρεύμα οίνου εκτός της φιάλης, κάτω εις το έδαφος, διότι έστρεψεν ακουσίως το πρόσωπον προς τον θόρυβον.
Νεάνις τις ατημελώς ενδεδυμένη, λυσίκομος, ανυπόδυτος, εν εξάλλω ταραχή διατελούσα, εισώρμησεν εις το καπηλείον κράζουσα·
— Σώσατέ με! Σώσατέ με!
Οι δύο συμπόται ανωρθώθησαν αυτομάτως. Η νεάνις ήσθμαινεν, είχε το πρόσωπον κάτωχρον και έτρεμεν όλον το σώμα της.
— Αϊμά, έκραξεν ο Σκούντας, αναγνωρίσας αυτήν, συ είσαι, Αϊμά;
Συγχρόνως τρεις άνδρες μαυρισμένον το πρόσωπον έχοντες, ημίγυμνοι, κατησβολωμένοι, κρατούντες σφύρας και πυράγρας εισέβαλον κατόπιν της νέας κόρης εις το καπηλείον κράζοντες·
— Τζάνουμ! Πιάστε την! Πιάστε την, για το Θεό!...